Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Δημήτρης Πιατάς: «Είμαι μια ευφορική μπαλίτσα!»

Συγκινείται όταν θυμάται το ντεμπούτο του, δίπλα στην Ξένια Καλογεροπούλου και στον Γιάννη Φέρτη, στην παράσταση «Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή» του Πιραντέλο. «Ήμουν ένα παιδί
με τεράστια γουρλωτά μάτια που μόλις είχε απολυθεί από τον στρατό, άβγαλτο και τρομαγμένο, σε έναν χώρο μαγικό. Και βρήκα μια αντιμετώπιση υπέροχη, την οποία δεν τολμούσα καν να ονειρευτώ!», λέει. Σαράντα πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε και ο 68χρονος σήμερα Δημήτρης Πιατάς έχει διανύσει αμέτρητα χιλιόμετρα ως ηθοποιός. Με αυτόν τον «πρίγκιπα του θεάτρου», όπως αποκαλεί τον Γιάννη Φέρτη, θα συναντηθεί και φέτος στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου, στους «Ήρωες» του Τζέραλντ Σιμπλέιρας. Μαζί με τον Ιεροκλή Μιχαηλίδη υποδύονται τρεις γκρινιάρηδες βετεράνους στρατιωτικούς που ζουν έγκλειστοι σε ένα νοσοκομείο, αναπολώντας τις παλιές τους δόξες. Ο ίδιος είναι ο Ρενέ. Αλλά φοράει και δεύτερο κοστούμι αυτή τη σεζόν: του Σάντσο Πάντσα στον «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες, στο Παλλάς. «Είναι η πέμπτη φορά που παίζω τον Σάντσο. Με κυνηγάει σε όλη μου την καριέρα! Μάλλον ταιριάζει στον σωματότυπό μου», λέει γελώντας.
Πόσο δεσμευτική είναι η εμφάνιση για έναν ηθοποιό; Θα μπορούσατε να υποδυθείτε τον Δον Κιχώτη;
Σε μια πειραγμένη εκδοχή του και με έναν προχωρημένο σκηνοθέτη, ίσως. Πάντως, είναι ευλογία να συμπίπτει ο σωματότυπός σου με την εικόνα ενός ήρωα. Πρόσφατα εισέπραξα μια μεγάλη φιλοφρόνηση από τη χήρα του Αντόνιο Γκάντες (σ.σ. θρυλικού Ισπανού χορογράφου και χορευτή), η οποία ήρθε στην Αθήνα και έτυχε να παρακολουθήσει μια πρόβα μας. Μου είπε ότι είμαι ο καλύτερος Σάντσο Πάντσα της Ευρώπης. Αυτό είναι τίτλος τιμής για μένα. 
Η ζυγαριά των ρόλων σας γέρνει προς την κωμωδία. Ήταν επιλογή σας;
Επειδή δεν βλέπω συχνά τον εαυτό μου στον καθρέφτη, στο ξεκίνημά μου είχα την εντύπωση ότι είμαι ψηλός και λιγνός! (Γελάει) Πίστευα ότι η παρουσία μου στο Εθνικό Θέατρο, τότε, γεννούσε έναν νέο τραγικό ηθοποιό. Ευτυχώς συνειδητοποίησα σύντομα αυτό που έβλεπαν και οι άλλοι: ότι η κωμωδία μού ταίριαζε πιο πολύ. Και μεγαλώνοντας διαπίστωσα ότι έχει συγγένεια με την τραγωδία. Το... πέραν της τραγωδίας είναι κωμικό.
Είναι βάρος να πρέπει να κάνετε τους ανθρώπους να γελάσουν;
Όχι, γιατί, αν το δω ως βάρος και ως δυσκολία, δεν θα μπορώ πια να το κάνω. Ο Κωνσταντίνος Τζούμας με έχει αποκαλέσει «ευφορική μπαλίτσα». Μου αρέσει πολύ. Αυτό είμαι! Συνήθως ξυπνώ με μια διάθεση ευφορίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι γελάω άνευ λόγου, αλλά η ματιά μου είναι πάντα αισιόδοξη.
Σχεδόν πέντε δεκαετίες ηθοποιός. Σας αρέσουν οι απολογισμοί;
Όχι. Δεν μαζεύω ούτε αποκόμματα με κριτικές και συνεντεύξεις ούτε φωτογραφίες – τίποτα. Θέλω να με ξεχάσω και να με ξεχάσουν. Η λήθη είναι λύτρωση. Αν ζεις με μόνη έγνοια πώς θα σε θυμούνται όταν πεθάνεις, είσαι δυστυχισμένος. Δεν με αφορά τι θα λένε για μένα οι επόμενες γενιές. Δεν θα είμαι εκεί, άλλωστε. Του Επίκουρου αυτό...
Κάποια κορυφαία στιγμή θα μοιραστείτε μαζί μου;
Το 2012, με το Εθνικό Θέατρο παίξαμε στο Λονδίνο τον «Περικλή» του Σαίξπηρ στο Globe Theatre, στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά. Μας κάλεσαν μαζί με θιάσους από όλο τον κόσμο και μας έδωσαν να παίξουμε το χειρότερο έργο του Σαίξπηρ, το οποίο πιθανότατα δεν είναι ολόκληρο δικό του. (Γελάει) Υποδυόμουν τον Γκάουερ, τον αφηγητή, ένα είδος κομπέρ. Ήταν από τις παραστάσεις όπου κατάφερα να σπάσω τον τέταρτο τοίχο –τον νοητό τοίχο ανάμεσα στη σκηνή και στο κοινό–, αν και μιλούσα ελληνικά μπροστά σε Βρετανούς.
Και κάποια μεγάλη αποτυχία;
Έχω πολλές τραυματικές εμπειρίες από την εποχή που συμμετείχα σε άθλια, χωρίς καμιά αισθητική, εμπορικά θεάματα, τα οποία δεν πίστευα. 
Γιατί συμμετείχατε, λοιπόν;
Για τα χρήματα. Μου εξασφάλιζαν υψηλές αμοιβές, αλλά με φόρτωναν με ενοχές. Δεν το λέω ως δικαιολογία. Παραδέχομαι πως ήταν ένα είδος πορνείας. Όταν διαπράττεις ένα έγκλημα, το φέρεις μέχρι τέλους.
Μπορεί να υπάρχει μια καλή ερμηνεία σε ένα κακό έργο;
Όχι βέβαια! Υπάρχει καλή πρόθεση. Αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Τo θέατρο είναι δουλειά συνόλου. Ακόμα κι όταν πρόκειται για μονόλογο, πάλι δεν είσαι μόνος σου. Έχεις απέναντί σου το κείμενο. Είναι γελοίο να λες πως εσύ ήσουν καλός κι όλοι οι άλλοι κακοί. 
Το πέρασμά σας από την πολιτική πώς ήταν; Τι γεύση σάς άφησε;
Την έκανα με ελαφρά πηδηματάκια! Ήταν τότε που ο Συνασπισμός βρισκόταν εκτός Βουλής και καταστρεφόταν, η Μαρία Δαμανάκη μάς είχε εγκαταλείψει και το... μαγαζί ετοιμαζόταν να κλείσει. Έβαλα υποψηφιότητα στην Α΄ Αθήνας. 
Άλλες εποχές, ίσως πιο ρομαντικές...
Όχι «ίσως». Κατεξοχήν ρομαντικές. Θεατρίνος είμαι, ο ρομαντισμός είναι στο αίμα μου.
Τι εκτιμάτε στους ανθρώπους;
Κρύβω έναν μικρό πρόσκοπο μέσα μου. Θέλω να κάνω καλές πράξεις. Αντιστοίχως, ζητώ από τους άλλους συντροφικότητα, ειλικρίνεια και ανθρωπιά. 
Και τι σας ενοχλεί;
Η μεμψιμοιρία και η αλαζονεία της εξουσίας.
Πόλεμο για τη μαρκίζα έχετε κάνει;
Με προκαλείτε! Πρώτη φορά σε μαρκίζα βρέθηκε το όνομά μου όταν με έδιωξαν από το Ελεύθερο Θέατρο. Γιατί με έδιωξαν; Η ψυχανάλυση θα το βρει. Ίσως γιατί είχα επιτυχία... Ήμουν αρκετά γνωστός ήδη και ο Ηλίας Μαροσούλης, που ήλεγχε τις μεγαλύτερες εμπορικές σκηνές τότε, ανέβασε το κασέ μου σε εξωφρενικό επίπεδο και με έβαλε πρώτο όνομα, πάνω από Βλαχοπούλου, Βέγγο κ.ά. Ντράπηκα πολύ. Κι ακόμα περισσότερο όταν είδα τον εαυτό μου σε φωτογραφίες στα τρόλεϊ. Έβαλα τα κλάματα. Αλλά δεν είχα εναλλακτικές. Είτε θα δούλευα είτε θα πήγαινα στο σπίτι μου.
Άνεργος έχετε μείνει ποτέ;
Γιατί με πονάτε; Έχω 45 χρόνια να κάνω διακοπές, έχω χάσει σχεδόν όλα τα ηλιοβασιλέματα της ζωής μου, αλλά έχω την ευλογία να εργάζομαι.
Ο Δημήτρης Πιατάς, όταν κλείνει πίσω του την πόρτα του σπιτιού του, πώς είναι;
Ευτυχισμένος στον μικρόκοσμό του. Με μια πολύ καλή σύντροφο που πάντα με στηρίζει και δύο κόρες. Η μεγάλη είναι γλωσσολόγος στο πανεπιστήμιο της Νεσατέλ, στην Ελβετία, η μικρή είναι ηθοποιός και φέτος παίζει στο «Ήταν όλοι τους παιδιά μου», δίπλα στον Δημήτρη Καταλειφό.
Ο ρόλος στους «Ήρωες» είναι πρόκληση και γιατί;
Μεγάλη! Ο Μιλιβόγεβιτς είναι συγκλονιστικός σκηνοθέτης. Στο έργο, η μικρή ασημαντότητα των τριών βετεράνων στρατιωτικών γίνεται σημαντική θεατρικά. Όταν το πρωτοδιάβασα, είπα πως είναι σαν να διαβάζω Μπέκετ, το «Περιμένοντας τον Γκοντό», αλλά πιο... light. Κατά τα άλλα, έχει την ίδια μοναξιά. 
Τελικά, τι σημαίνει να είσαι ηθοποιός, κύριε Πιατά;
Να κάνεις το όνειρο ύλη. Να παίρνεις κείμενα και να τους δίνεις πνοή, να τα ζωντανεύεις. Ή να τα καταστρέφεις. (Και η κουβέντα τελειώνει με γέλια...)   ■

Δεν υπάρχουν σχόλια:

.

.

Δημοφιλείς αναρτήσεις