Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2020

Πώς γυρίστηκε -με μια λήψη- το αντιπολεμικό έπος «1917»

Όταν ο Σαμ Μέντες κατέθεσε το σενάριο για το «1917», η περιγραφή ήταν απλή: Μια αντιπολεμική ταινία μεγάλου μήκους, γυρισμένη μονοπλάνο, σε πραγματικό
χρόνο. Φιλόδοξο. Τολμηρό. Τόσο που κάποιοι δεν το πήραν τόσο στα σοβαρά όσο θα ήθελε ο ίδιος.
«Γέλασα δυνατά», λέει ο μοντέρ Λι Σμιθ. «Νόμιζα ότι ήταν τυπογραφικό λάθος», λέει ο κινηματογραφιστής Ρότζερ Ντίκινς. «Σκέφτηκα, μα γιατί; Αλλά μετά διάβασα το σενάριο και κατάλαβα».
Το «1917» είναι μια απλή ιστορία ειπωμένη με σύνθετο τρόπο. Η ταινία του Μέντες, εμπνευσμένη από ιστορίες που του είχε πει ο παππούς του, αγγελιαφόρος ο ίδιος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρακολουθεί δύο Βρετανούς στρατιώτες που έχουν ως αποστολή να μεταφέρουν ένα μήνυμα στις δυνάμεις που προελαύνουν. Η αποτυχία δεν είναι επιλογή και η όλη κατάσταση επιτάσσει να τους παρακολουθήσουμε σε κάθε τους βήμα.
Κι αυτό ακριβώς κάνει η κάμερα.
Η κινηματογραφική λήψη με μονοπλάνο δεν έχει πολύ συγκεκριμένους κανόνες και σκηνοθέτες πριν τον Μέντες την έχουν εφαρμόσει με διάφορους τρόπους. Στην ταινία «Rope» του 1948, ο Χίτσκοκ «έκρυψε» τα κοψίματα στο μοντάζ με κοφτά πλάνα πάνω στα μαύρα ρούχα των πρωταγωνιστών.
Ο Εμανουέλ Λουμπάζκι «θόλωνε» τα πλάνα για να κρύψει τα δικά του κοψίματα στην ταινία «Birdman» του Ινιαρίτου.
Η ταινία «Victoria» (2015), του Σεμπάστιαν Σίπερ τραβήχτηκε όντως με ένα ενιαίο πλάνο, αλλά ο σκηνοθέτης την γύρισε τρεις φορές πριν αποφασίσει ποιο από όλα τα γυρίσματα θα κατέληγε στο πανί.
Το «1917», με τεράστιο καστ του και την εναλλαγή των σκηνών, μονταρίστηκε με πλάνα μερικά από τα οποία ήταν διάρκειας έως και εννέα λεπτών και παρ’ ότι αναφέρεται ως μονοπλάνο, έχει ένα ορατό κόψιμο. Οι σκηνές προβαρίστηκαν ξανά και ξανά, είτε στα σημεία που γυρίστηκαν, είτε σε στούντιο. Το ίδιο και οι κινήσεις της κάμερας.
Ο Ντίκινς γύρισε την ταινία ψηφιακά, με τρεις πρωτότυπες μικρές κάμερες Alexa, ιδανικές λόγω της φορητότητάς τους. «Δεν χρησιμοποιώ την τεχνολογία για να τη χρησιμοποιήσω, αλλά κάποιες φορές οι περιστάσεις το απαιτούν», είπε. «Όπως σε μια τέτοια ταινία».
Η μισή ταινία γυρίστηκε με ένα βραχίονα που κινείται με τηλεχειριστήριο και έχει σύστημα ηλεκτρονικού stabilizer, το Stabileye. «Δεν ξέρω πώς δουλεύει ακριβώς, αλλά είναι φανταστικό», είπε ο Ντίκινς. Το συνεργείο έπρεπε να καταφύγει σε διάφορα τρικ για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες των γυρισμάτων στα χαρακώματα, αλλά τα κατάφεραν. Οι δύο χειριστές της κάμερας έπεσαν στις λάσπες αρκετές φορές. Ευτυχώς οι κάμερες δεν έπαθαν τίποτα.

Συχνά ο Ντίκινς ήλεγχε τις κάμερες με remote, από το βανάκι του συνεργείου, όταν αυτές ήταν σε ένα drone για να γίνει μια εναέρια λήψη. «Καλά ήταν, αλλά είχε πολύ στρες. Δεν υπήρχε περιθώριο για λάθος. Αν κάναμε λάθος, έπρεπε να το κάνουμε από την αρχή», λέει.
Όταν τελείωνε μια λήψη, την έβλεπαν και ο Μέντες αμέσως προβάριζε την επόμενη σκηνή για να την κολλήσει με την προηγούμενη. «Στην ουσία φτιάχναμε, ολοκληρώναμε την ταινία κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων», λέει ο Ντίκινς.
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων γινόταν ταυτόχρονα και το μοντάζ. Αν υπήρχε κάποιο λάθος, υπήρχε και πρόβλημα, καθώς ήταν αδύνατο να ξαναγυριστεί ένα μόνο κομμάτι του συγκεκριμένου γυρίσματος. Έπρεπε να σταματήσουν και να τα κάνουν όλα από την αρχή.  
Κι αν ανακάλυπταν το λάθος στο τελικό μοντάζ, ποια ήταν η λύση;
«Η αυτοκτονία», λέει ο Ντίκινς.  
Πολύ σημαντικός παράγοντας για τη διατήρηση της συνέχειας ήταν και το φως. Κάτι που γινόταν εξαιρετικά δύσκολο καθώς τα γυρίσματα ήταν εξωτερικά. «Γυρνάς μια σκηνή και οι ηθοποιοί τα δίνουν όλα και ξαφνικά βγαίνει ήλιος και καταστρέφονται όλα», λέει ο Ντίκινς. «Δεν θέλω να ξαναπεράσω τέτοιο άγχος», συμπληρώνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

.

.

Δημοφιλείς αναρτήσεις