Παρασκευή, 24 Απριλίου 2020

Η πρώτη ΑΓΩΓΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ: COVID 19 Αρχίζει η νομική μάχη κατά του Δημοσίου Κοινές - Αγωγές λόγω ομοδικιας. .

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΟΥΛΕΖΑΣ

ΑΝΑΚΟΊΝΩΣΗ
Η πρώτη

ΑΓΩΓΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ
Ιδιωτών επιχειρηματιων κατά του ελληνικού Δημοσιου!
Για ηθική βλάβη και διαφυγόντα κέρδη.
Ανεπαρκή τα μέτρα οικονομικής στήριξης.

Η Αστική(Αδικοπρακτική) ευθύνη του Κράτους και η νομική βάση του δικογραφου. .

Μετα τηνΠράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 30.03.2020 Μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και άλλες κατεπείγουσες διατάξεις
Κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ειδικότερα του Υπουργού Οικονομικών και συναρμόδιων Υπουργών στρέφονται ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων ιδιωτες επιχειρηματίες και ελεύθεροι επαγγελματιες έχοντες πρόδηλο έννομο συμφέρον που ζημίωσαν σημαντικά απο το γενικο lockdown εξαιτιας της υγειονομικής κρίσης που οδηγει σε οικονομικη ύφεση και οδηγούνται πάρα τα αναγγελθεντα μέτρα στήριξης όπως ιστορειται λεπτομερώς στο δικόγραφα σε οικονομική κατάρρευση η εκποίηση των επιχειρήσεων τους από την εφαρμογή τωνΠΝΠ που κινούνται στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας κυριως με τηνΦΕΚ 84/13-4-2020 τΑ΄ ΠΝΠ “Μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και άλλες κατεπείγουσες διατάξεις” και τις ΚΥΑ που θεσπιστηκαν εκτάκτως και τέθηκαν σε εφαρμογή εξαιτίας της πανδημίας covid 19 που έπληξε και την χώρα μας και την αναγκαστική μακρόχρονη αναστολή της επαγγελματικής δραστηριότητας τους ζητώντας να τους επιδικασθει ανάλογη αποζημίωση ύψους
1. 000.000 εκ€της προκληθεισης με υπαιτιοτητα του ελληνικού Δημοσίου ζημιας και ηθικής βλάβης τους
Οι Αγωγές τους στηρίζονται στις παρακάτω διατάξεις του ΑΚ και του Συντάγματος αλλά και την κείμενη Νομολογία που θεμελιώνουν την Αστική ευθύνη του Κράτους για αποζημίωση .
Η άδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου στοιχειοθετειται με παράνομες πράξεις ή παραλείψεις που συνδέονται αιτιωδως με την επελθουσα ζημία
Επειδή, στο άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…» και στο άρθρο 106 Εισ.Ν.Α.Κ. ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων … ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους».
4. Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ’ αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτο, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (ΣτΕ 479-482/2018 Ολ., 4741/2014 Ολ., πρβλ. ΣτΕ 3901/2013, 2544/2013 επταμ.). Εξ άλλου, παράλειψη νομοθετήσεως συντρέχει και στην περίπτωση κατά την οποία η θέσπιση κατ’ ουσίαν κανόνων δικαίου έχει ανατεθεί, κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, σε διοικητικό όργανο που καθίσταται αρμόδιο για την έκδοση κανονιστικής πράξεως, η οποία περιλαμβάνει κανόνες του εξ αντικειμένου δικαίου. Η παράλειψη, στην περίπτωση αυτή, είναι παράνομη όταν, είτε η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει στην Διοίκηση την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξεως, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις (όπως στην περίπτωση που ο ίδιος ο νόμος καθιερώνει αμέσως και ευθέως ένα δικαίωμα, καταλείπει δε απλώς στον εξουσιοδοτούμενο από αυτόν κανονιστικό νομοθέτη να θεσπίσει συμπληρωματικούς κανόνες, αναγκαίους για τη ρύθμιση τεχνικών λεπτομερειών ή των όρων ασκήσεως του δικαιώματος) ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοικήσεως να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως εκ του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 2544/2013 επτ., 4917/2012, 211/2006, 1978/2002, 672/2002 επτ., 537/2002 επτ., 31/2002, 246 5/2001, 1394/2001 επτ., 326/2001 επτ., 5/2001 επτ., 2546/1999 επτ., 2818/1997 επτ., 4396/1996, 3255/1996, 300/1989 επτ., 4334/1976 Ολομ. κ.ά.). Εξάλλου, για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση απαιτείται, μεταξύ άλλων, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας. Ο σύνδεσμος αυτός υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός (ΣτΕ 479-482/2018 Ολ., 4741/2014 Ολ., πρβλ. ΣτΕ 4100/2012, 3124/2011).
Επειδή, με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Με τη συνταγματική αυτή διάταξη δεν καθιερώνεται, κατ' αρχήν, ισότητα μεταξύ ιδιωτών και του Δημοσίου, όταν τα όργανα του τελευταίου εκδίδουν πράξεις κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας. Η διάταξη όμως αυτή έχει πεδίο εφαρμογής και σε σχέσεις δημοσίου δικαίου, αν το Δημόσιο εξοπλίζεται αδικαιολόγητα, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου (βλ. Σ.Τ.Ε. 2807/2002 Ολομ., 1476/2004 Ολομ.) ή αν, με συγκεκριμένη ουσιαστικού περιεχομένου ρύθμιση, που δεν ανάγεται στην άσκηση δημόσιας εξουσίας από τα όργανα του Δημοσίου, θεσπίζεται υπέρ αυτού έναντι των ιδιωτών αδικαιολόγητη προνομιακή μεταχείριση, χωρίς να συντρέχει προς τούτο λόγος δημόσιου συμφέροντος. Τέτοια αδικαιολόγητη προνομιακή μεταχείριση συνιστά η θεσπιζόμενη με το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου διαφοροποίηση μεταξύ του γενικώς ισχύοντος επιτοκίου, νόμιμου και υπερημερίας, και του αντίστοιχου επιτοκίου για τις οφειλές του Δημοσίου, εφόσον δεν συντρέχει λόγος δημόσιου συμφέροντος που θα δικαιολογούσε τη διαφοροποίηση αυτή. Τέτοιο δε λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Δημοσίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α' 256), «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους .... ». Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο νόμιμος τόκος επί του ποσού που επιδικάζεται στο νικήσαντα διάδικο με δικαστική απόφαση εμπίπτει στην έννοια της περιουσίας η οποία προστατεύεται από την πιο πάνω διάταξη (βλ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [Ε.Δ.Δ.Α.] Μεϊδάνης κατά Ελλάδος, 22-5-2008, σκέψεις 27, 28. Η απόφαση αυτή κατέστη οριστική την 1η-12-2008 σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., δεδομένου ότι την ημερομηνία αυτή απορρίφθηκε αίτημα του Δημοσίου να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης του Ε.Δ.Δ.Α.). Περαιτέρω, το Δημόσιο είναι δυνατόν να διαθέτει, κατά την άσκηση τω ν λειτουργιών του, προνόμια που του επιτρέπουν να ασκεί αποτελεσματικά τις δημοσίου δικαίου αρμοδιότητές του. Μόνη όμως η ένταξη στην κρατική δομή δεν αρκεί, αυτή καθ’ αυτήν, να καταστήσει νόμιμη, σε κάθε περίπτωση, την εφαρμογή κρατικών προνομίων, αλλά πρέπει τούτο να είναι αναγκαίο για την καλή άσκηση των δημόσιων λειτουργιών. Εξ άλλου, μόνο το ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος του ενδιαφερομένου για προστασία της περιουσίας του (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Μεϊδάνης κατά Ελλάδος, σκέψεις 30, 31). Ειδικότερα, στην περίπτωση που το Δημόσιο οφείλει σε ιδιώτη χρηματική παροχή, η φύση της υποκειμένης αιτίας της οφειλής ως ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου έχει σημασία μόνο προκειμένου να εκτιμηθεί αν και σε ποιο βαθμό υφίσταται λόγος δημόσιου συμφέροντος που θα μπορούσε να καταστήσει ανεκτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την εφαρμογή κρατικών προνομίων και τη διαφορετική μεταχείριση Δημοσίου και ιδιώτη οφειλέτη (πρβ. Ε.Δ.Δ.Α. Μεϊδάνης κατά Ελλάδος, σκέψη 29). Τέτοια όμως περίπτωση δεν συντρέχει, κατ' αρχήν, επί αποζημίωσης, που επιδικάζεται σε βάρος του Δημοσίου ύστερα από άσκηση αγωγής κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου αντίκειται στις μνημονευθείσες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεδομένου μάλιστα ότι το Δημόσιο δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει την ύπαρξη κάποιου λόγου δημόσιου συμφέροντος που θα δικαιολογούσε τη μνημονευθείσα στην προηγούμενη σκέψη διαφοροποίηση του ύψους του επιτοκίου, νόμιμου και υπερημερίας, που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του αντίστοιχου επιτοκίου που αφορά τις οφειλές των ιδιωτών (Ολ ΣτΕ 384,1087/2010, ΟλΣτΕ 1663/2009 κ.ά. contra ΣτΕ 1620/2011 παρ. στην Ολομέλεια).
Τα μέτρα που έλαβε η Κυβέρνηση για την ενίσχυση όπως πιο κάτω αναφαίρετο είναι τουλάχιστον αναιμικά και ανεπαρκή και θυμίζουμε έχουν ως εξής.
Π.Ν.Π.14-3-2020: Νέα μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού
Π.Ν.Π.14-3-2020: Νέα μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού
Επέκταση οικονομικών ενισχύσεων, Δυνατότητα και προϋποθέσεις μεταβολής ΚΑΔ, Άδεια ειδικού σκοπού, παράταση αναπηρικών παροχών σύνταξης, Παράταση δωρεάν φαρμακευτικής περίθαλψης ανασφάλιστων , Κατ' οίκον ή εξ αποστάσεως παροχή ιατρικών υπηρεσιών
Δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 84/13.4.2020 η 6η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 13.4.2020 με θέμα «Μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και άλλες κατεπείγουσες διατάξεις.»
Επιγραμματικά προβλέπονται μεταξύ άλλων:
- Επέκταση οικονομικών ενισχύσεων και για τους ιδιοκτήτες ατομικών επιχειρήσεων, καθώς και για επιχειρήσεις με τη μορφή ομόρρυθμων, ετερόρρυθμων και περιορισμένης ευθύνης εταιρειών και ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών (IKE), εκτός των ανώνυμων εταιρειών, οι οποίες δεν απασχολούν εργαζομένους ή απασχολούν μέχρι και πέντε (5) εργαζομένους.
- Δυνατότητα και προϋποθέσεις μεταβολής ΚΑΔ και συνέπειες ανακριβούς δήλωσηςΑναδρομική τροποποίηση κύριου ενεργού Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητας (ΚΑΔ), που έχει πραγματοποιηθεί ή πραγματοποιείται από τις 23 Μαρτίου 2020 έως και τις 24 Απριλίου 2020 και ανατρέχει σε χρόνο από τις 20 Μαρτίου 2020 και προγενέστερα, γίνεται δεκτή υπό την προϋπόθεση ότι ο νέος κύριος ΚΑΔ που δηλώνεται περιλαμβανόταν έως την έναρξη ισχύος της παρούσας ως δευτερεύων ΚΑΔ στο Μητρώο του φορολογουμένου και είναι ο ΚΑΔ της επιχείρησης με τα μεγαλύτερα ακαθάριστα έσοδα του φορολογικού έτους 2019.
Πως θεμελκωνεται η αρμοδιότητα των Διοικητικών Δικαστηρίων.
Κατά μεν το άρθρο 94 §§ 1 και 3 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τα­κτικά διοικητικά δικαστήρια, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, κατά δε το άρθρο 1 §§ 1 και 2 ν. 1406/1983, που εκδόθηκε προς εφαρμογή της παραπάνω συ­νταγματικής διατάξεως, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτι­κών διοικητικών δικαστηρίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσί­ας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ' αυτή. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ. Κατά το άρθρο δε 105 του εν λόγω εισαγωγικού νόμου, για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξου­σίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος, ενώ κατά το άρθρο 104 του ίδιου εισαγωγικού νόμου, για πράξεις και παρα­λείψεις των οργάνων του δημοσίου που ανάγονται στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδι­κα για τα νομικά πρόσωπα.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που η εκδίκασή τους υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι, κατά κύριο λόγο, εκείνες που πηγάζουν από πράξεις των οργάνων του δημοσίου, οι οποίες ενέχουν άσκηση δημοσίας εξουσίας, με προέχον, δηλαδή, στοιχείο την επιβολή της υπέρτερης μονομερούς βουλήσεως του Δημοσίου, χωρίς να αποκλείονται και εκείνες που προκύπτουν από υλικές ενέργειες των ίδιων οργάνων, όταν αυτές απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και δεν αφορούν την ιδιωτική διαχείριση του δημοσίου (ΑΠ 542/96 ΕλΔ 39,340. ΕφΑθ 9674/1998 ΕλΔ 41,478).
Η αναγκαστική απαλλο­τρίωση αποτελεί θεσμό του δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 6/2001 ΝοΒ 50,1934) και ως εκ τούτου οι σχετικές διαφορές που ανακύπτουν είναι διοικητικές διαφορές υπαγόμενες στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων και ειδικότερα στο Συμβούλιο της Επικρατείας εάν πρόκειται περί ακυρωτικών διαφορών ή στα τα­κτικά διοικητικά δικαστήρια εάν πρόκειται περί διαφορών ουσί­ας. Εξαίρεση προβλέπεται στο Σύνταγμα ως προς τον καθορισμό της αποζημιώσεως, η οποία καθορίζεται πάντοτε από τα πολιτικά δικαστήρια.
Σε ότι αφορα την παραγραφη της αξίωσης κάθε ζημιωθεντος ιδιώτη.
Η παραγραφή της αξίωσης του διοικουμένου είναι πενταετής με έναρξη το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και έγινε δικαστικά επιδιώξιμη, αν όμως αφορά σε αποδοχές δημοσίων υπαλλήλων είναι διετής από τότε που γεννήθηκε πραγματικά η αξίωση κι όχι από το τέλος του οικείου έτους.
Θα υπάρξουν Κοινές Αγωγές.
Επειδή, οι ενάγοντες ομοδικούν παραδεκτώς, σύμφωνα με το άρθρο 115 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3226/2004 (Α΄ 24), που επιτρέπει την άσκηση κοινής αγωγής από περισσότερα πρόσωπα, εφόσον, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματά τους στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη, νομική και πραγματική βάση. Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή θα είναι εξεταστέα ως προς όλους τους ενάγοντες.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΟΥΛΕΖΑΣ
Δικηγόρος
lawofficenoulezas@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

.

.

Δημοφιλείς αναρτήσεις