Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2020

Ο «εκατομμυριούχος» μπογιατζής που εξαπάτησε πολλές γυναίκες - «Είναι η ενσάρκωση του διαβόλου»


 Ο μπογιατζής προσποιήθηκε ότι ήταν εκατομμυριούχος και εξαπάτησε δεκάδες ανθρώπους. Τον αναζητούν σε όλο τον κόσμο. 

Στο τέλος του περασμένου αιώνα, ένας συνηθισμένος μπογιατζής από κάποια βρετανική επαρχία, ονόματι Τζον Έρικ Ουέλς, αποφάσισε να σώσει τη σχέση του με τη σύζυγό του και να προσποιηθεί ότι κέρδισε το λαχείο.

Για να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση μιας πολυτελούς ζωής για την αγαπημένη του, έκανε ακριβές αγορές χρησιμοποιώντας πλαστές επιταγές. Σύντομα όμως η γυναίκα έμαθε την πικρή αλήθεια και ο απατεώνας πέρασε στη φυλακή τρία χρόνια.

Ωστόσο, μετά την εκπλήρωση της ποινής του, συνέχισε να παίζει τον ρόλο του εκατομμυριούχου, αποσπώντας χρήματα από ανύπαντρες γυναίκες. Σήμερα τον αναζητούν παγκοσμίως.

Ας δούμε, λοιπόν, τις λεπτομέρειες της ασυνήθιστης ζωής του.

Το φανταστικό λαχείο για να σώσει τον γάμο του και το δάνειο για τα Κανάρια Νησιά

Αυτή η φανταστική ιστορία, που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, ξεκίνησε το 1998 στην αγγλική πόλη Ντόνκαστερ. Εκείνη την εποχή ο 40χρονος μπογιατζής Τζον Έρικ Ουέλς και η σύζυγός του Κέιτι περνούσαν μια δύσκολη περίοδο.

«Ο γάμος μας κινδύνευε: δεν ήταν πια ευτυχισμένη. Ήθελε να με χωρίσει» θυμάται ο σύζυγος. «Τότε σκέφτηκα ότι οι εισπράκτορες θα σταματούσαν να χτυπούν την πόρτα μας και οι άνθρωποι θα άρχιζαν να μας σέβονται αν κέρδιζα το λαχείο».

Έτσι, αποφάσισε να πάρει κρυφά από τη σύζυγό του ένα δάνειο και να ζήσει για κάποιο χρονικό διάστημα λιγάκι πιο πλουσιοπάροχα.

Μια μέρα η Κέιτι είδε ένα ζευγάρι μαύρες ψηλοτάκουνες γόβες που κόστιζαν μόνο οκτώ λίρες σε ένα κατάστημα παπουτσιών: «Μου άρεσαν πάρα πολύ, αλλά ήξερα ότι ήταν πολύ ακριβές για μας. Ωστόσο, ο Τζον μου είπε: "Πρέπει να τις πάρεις." Διαμαρτυρήθηκα και του υπενθύμισα ότι ήταν πέρα από τις οικονομικές δυνατότητές μας. Μου απάντησε: "Κάνε ένα δώρο για τον εαυτό σου και αγόρασέ τες. Κέρδισα το λαχείο» λέει η Κέιτι.

Ο Τζον ζήτησε από την Κέιτι να κρατήσει μυστικό το γεγονός ότι κέρδισε το λαχείο. Θεωρούσε ότι ένα αθώο μικρό ψέμα θα του έδινε λίγο χρόνο για να σώσει τον γάμο του.

Κάνε like στην σελίδα του Oparlapipas.gr στο Facebook για να είσαι ενημερωμένος για ΟΛΑ!

Ωστόσο, μετά από λίγες μέρες, ο ίδιος μιλούσε στους γνωστούς του για το μικρό μυστικό του. Η αδερφή και ο αδερφός της συζύγου του -η Μπεθ και ο Νάιτζελ- ήταν οι πρώτοι που έμαθαν για το φανταστικό τζάκποτ. Στη συνέχεια, το είπε σε δύο γειτόνισσες: τη Μαρτζ και την Κάρεν.

Οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν να πιστέψουν στην τύχη του, που συμβαίνει μία στο εκατομμύριο, και προσπάθησαν να μάθουν όλες τις λεπτομέρειες από τον Τζον.

Όμως, σύμφωνα με τους γείτονες, ο ίδιος δεν ανέφερε ποτέ ούτε το ποσό που κέρδισε ούτε άλλες λεπτομέρειες. Έλεγε μόνο: «Κέρδισα το λαχείο». Σύντομα όλη η πόλη έμαθε ότι ένας απλός μπογιατζής κέρδισε το τζάκποτ.

«Όλοι τον πίστεψαν» επισήμανε η Μπεθ. «Φυσικά, κερνούσε όλο τον κόσμο και τους έκανε δώρα» επιβεβαίωσε ο Νάιτζελ. Όλοι ήθελαν να περάσουν χρόνο μαζί του. «Το μόνο που ονειρευόμουν ήταν να πάω την Κέιτι ένα ταξίδι με τα χρήματα που πήρα από την τράπεζα» παραδέχθηκε ο Τζον.

Έπεισε τη σύζυγό του να πάνε διακοπές στο εξωτερικό και να διασκεδάσουν, με τη δικαιολογία ότι ήταν τυχερός και κέρδισε τα χρήματα. Έτσι βρέθηκαν στα Κανάρια Νησιά.

«Έπρεπε να ξεκουραστούμε και να σκεφτούμε πώς να ξοδέψουμε τα χρήματα» σκεφτόταν η Κέιτι χωρίς καν να υποψιάζεται ότι δεν υπήρξε ποτέ κανένα λαχείο.

Οι υποψίες για την απάτη και ο νικητής της 17ης Οκτωβρίου 

Ο Τζον ζήτησε από τη σύζυγό του να ξοδεύει τα χρήματα με μέτρο. Εξήγησε ότι τα κέρδη βρίσκονταν σε έναν ειδικό λογαριασμό στο εξωτερικό και αυτός λάμβανε μόνο κάποιο συγκεκριμένο ποσό κάθε μήνα. Η Κέιτι δεν σταμάτησε ποτέ να ρωτάει τον άντρα της τι ποσό κέρδισε, όμως ο ίδιος απαντούσε κάθε φορά: «Κέρδισα λίγα».

Στο ταξίδι, η Κέιτι και ο Τζον γνώρισαν ένα ζευγάρι, τον Μπράιαν Σκοτ και τη σύζυγό του Γκλόρια. Ύστερα από μερικά κοκτέιλ, ο μπογιατζής από το Ντόνκαστερ τους είπε ότι κέρδισε το λαχείο.

«Σπάνια συναντάς ανθρώπους που κέρδισαν το λαχείο. Ναι, συχνά ακούμε ότι κάποιος χτύπησε το τζάκποτ, αλλά, κατά κανόνα, αυτοί είναι άγνωστοι σε εμάς» είπε η Γκλόρια.

Όπου πήγαιναν η Κέιτι με τον σύζυγό της, του ζητούσε να τα πληρώνει όλα. Δεν ήταν καθόλου παράξενο επειδή ήταν σίγουρη ότι είχε κερδίσει μεγάλο χρηματικό ποσό. Και στον ίδιο τον Τζον άρεσε να παίζει τον ρόλο του εκατομμυριούχου.

Οι καινούριοι τους φίλοι, ο Μπράιαν και η Γκλόρια, τους πρότειναν να πληρώνουν τους λογαριασμούς στα εστιατόρια μισά μισά, ο απατεώνας νικητής του λαχείου, όμως πάντα πλήρωνε ολόκληρο το ποσό.

«Αναγκάστηκα να πάω στο Πουέρτο Ρίκο για να κάνω ανάληψη 500 λίρες από τον λογαριασμό μου. Τελικά, αυτές οι διακοπές μού κόστισαν 2.400 λίρες» υπολόγισε ο Τζον Ουέλς. Σύμφωνα με τον Μπράιαν και την Γκλόρια, έδειχνε σε άλλους ότι είχε αρκετά χρήματα για μια άσωτη ​​ζωή.

Μετά τις διακοπές, ο Τζον είχε σκοπό να πει στη γυναίκα του την αλήθεια. «Δεν μπορούσα να βρω τη δύναμη να της πω ότι στην πραγματικότητα πήρα δάνειο» παραδέχθηκε.

Τότε, όμως και η ίδια η Κέιτι άρχισε να υποψιάζεται ότι ο άνδρας της τής είπε ψέματα επειδή έβλεπε πολλά τιμολόγια να φτάνουν μέσω ταχυδρομείου. Αποφάσισε να πραγματοποιήσει μια μικρή έρευνα για να βεβαιωθεί ότι το τζάκποτ του συζύγου της δεν ήταν μύθος.

«Απευθύνθηκα στους εκπροσώπους των εταιρειών που ασχολούνται με λαχεία, αλλά δεν μπόρεσαν να μου δώσουν τις πληροφορίες που χρειαζόμουν» εξήγησε.

Ωστόσο, τις έδωσαν τη λίστα με τα ακριβή ποσά όλων των κερδών για κάθε εβδομάδα. Η Κέιτι κοίταξε τη λίστα και υπολόγισε ότι ο Τζον πιθανώς να ήταν ο νικητής στις 17 Οκτωβρίου του 1998.

Ο σύζυγος, χωρίς να κοιτάξει καν το χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε σε εκείνη την ημέρα, απάντησε: «Ναι, ακριβώς τότε». «Λοιπόν, κέρδισες 8,9 εκατομμύρια λίρες!» φώναξε η γυναίκα. Ο Τζον είπε με αναστεναγμό: «Ναι, ακριβώς».

«Το μικρό ψέμα είχε φτάσει σε απίστευτο μέγεθος. Τα πάντα βγήκαν εκτός ελέγχου» θυμήθηκε ο Ουέλς. Η οικογένειά του όμως συνέχιζε να μένει σε δημόσιες κατοικίες για τους φτωχούς τους επόμενους τρεις μήνες αφότου έγινε εκατομμυριούχος.

Ο Τζον επέμεινε ότι τα χρήματα βρίσκονταν σε έναν λογαριασμό στο εξωτερικό και δεν ήταν ακόμη διαθέσιμα.

«Απέφευγε τις άμεσες απαντήσεις, δεν ήθελε να συζητήσει για συγκεκριμένους αριθμούς. Ήμουν όμως τόσο ενθουσιασμένη επειδή σύντομα θα ξεκινούσα μια καινούρια ζωή και θα βοηθούσα τους γύρω μου. Τα γεγονότα με ξελόγιασαν» είπε η Κέιτι.

Οι «πλούσιες» αγορές, οι υποσχέσεις και οι προσπάθειες για να κερδίσει το λόττο

Το ζευγάρι οργάνωσε ένα μεγάλο πάρτι στο οποίο κάλεσε πάνω από 60 συγγενείς για να γιορτάσουν τα κέρδη. «Ήρθαν κάποιοι που τους είδα για πρώτη φορά» τόνισε ο αδερφός της Κέιτι, ο Νάιτζελ.

«Ρωτούσα συνέχεια: “Ποιοι είναι; Δεν τους έχω ξαναδεί”. Και άκουγα ως απάντηση: “Είναι όλοι τους μέλη της οικογένειάς μας”».

Για τα ποτά και το φαγητό ο Τζον Ουέλς εκείνο το βράδυ ξόδεψε 600 λίρες. Ο Τζον υποσχέθηκε να δώσει σε όλους τους καλεσμένους μια επιταγή 50.000 λιρών. «Κανείς όμως δεν έλαβε ποτέ καμιά επιταγή» είπε ο Νάιτζελ.

Μετά το πάρτι, ο μπογιατζής για να πείσει την Κέιτι ότι έλεγε την αλήθεια, την πήγε σε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων για να αγοράσουν πολυτελή αυτοκίνητα.

Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι από παιδί ονειρευόταν να οδηγήσει μια Jaguar. Σύμφωνα με τον Τζεφ Νορμς, γενικό διευθυντή του εκθεσιακού χώρου Jaguar στο Ντόνκαστερ, οι Ουέλς φαινόταν ότι ήταν πραγματικά εκατομμυριούχοι.

Ο Τζον επέλεξε το πράσινο μοντέλο XJS, και πρότεινε στη σύζυγό του να επιλέξει ένα αυτοκίνητο για τον εαυτό της. Και τα δύο αυτοκίνητα κόστιζαν 90.000 λίρες.

Όταν ο άνδρας δήλωσε ότι είχε σκοπό να αγοράσει μια Jaguar για έναν συγγενή του, τότε ο Νορμς παρήγγειλε λουλούδια και ένα μπουκάλι σαμπάνια για την Κέιτι. «Για μας ήταν λίγο ασυνήθιστο ότι κάποιος αγοράζει τρία αυτοκίνητα με τη μία. Σκεφτήκαμε όμως ότι ήταν φυσιολογικό για κάποιον που κέρδισε το λαχείο» δήλωσε ο διευθυντής.

Ωστόσο, αυτό που έκανε ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση στον Τζεφ Νορμς ήταν η επιθυμία του Τζον να αγοράσει ένα τρακτέρ για ένα αφρικανικό χωριό. «Μας είπε πως σχεδιάζει να φροντίσει τα παιδιά του, κι ότι σκόπευε να αγοράσει ακίνητα και αυτοκίνητα για τα μέλη της οικογένειάς του» επισήμανε ο διευθυντής. «Έδινε την εντύπωση ενός πολύ αξιοπρεπούς και γενναιόδωρου ατόμου. Τον εμπιστευτήκαμε».

Η αγορά τριών ακριβών αυτοκινήτων διέλυσε τις αμφιβολίες της Κέιτι. «Σκεφτόμουν ότι δεν μπορούσε να φτάσει τόσο μακριά με τα ψέματά του» παραδέχθηκε. Στη συνέχεια, η γυναίκα πρότεινε τη μετακόμιση σε νέο σπίτι και επέλεξε ένα αγρόκτημα αξίας 285.000 λιρών. «Μας φάνηκαν ότι ήταν πολύ αξιοπρεπείς άνθρωποι» έλεγαν οι ιδιοκτήτες του οικοπέδου.

Μετά την αγορά ενός τεράστιου σπιτιού, τον Τζον δεν τον απασχολούσαν πια τα μικροπράγματα. Ζήτησε από έναν κορυφαίο τεχνικό να τοποθετήσει ένα σκέπαστρο για πισίνα, φυσικά το καλύτερο στην αγορά. Στη συνέχεια, παρήγγειλε ένα τραπέζι μπιλιάρδου έναντι 6.500 λιρών. Για όλα τα πράγματα άφηνε μια μικρή προκαταβολή με την υπόσχεση να εξοφλήσει τους λογαριασμούς αργότερα.

Ο Τζον δεν έχανε την ελπίδα ότι μια μέρα θα στεκόταν τυχερός και δεν θα ήταν αναγκασμένος πλέον να λέει ψέματα. Αγόραζε τακτικά λαχεία στο τοπικό κατάστημα, αλλά δεν κέρδισε τίποτα. «Αν κέρδιζα, το όνειρό μου θα γινόταν πραγματικότητα. Δεν θα έπρεπε να λέω ψέματα πια» τόνιζε. «Αλλά δεν ήταν γραφτό να συμβεί».

Πέρασαν τέσσερις μήνες από τότε που ο Τζον ανακήρυξε τον εαυτό του εκατομμυριούχο ενώ δεν είχε καθόλου χρήματα. Οι τοπικές τράπεζες, με τη σειρά τους, εξυπηρετούσαν με χαρά τον μεγάλο νικητή.

Παραδόξως, οι υπάλληλοι των τραπεζών τον εμπιστεύονταν και του άνοιγαν διάφορους λογαριασμούς στο όνομά του. Ο Τζον από την πλευρά του έδινε υποσχέσεις ότι θα πλήρωνε σύντομα τους λογαριασμούς και θα κατέθετε κάποιο μεγάλο χρηματικό ποσό στις τράπεζες όταν θα κατάφερνε να μεταφέρει τα κέρδη από τους λογαριασμούς στο εξωτερικό.

Κάποια στιγμή, η Κέιτι ζήτησε από τον Τζον αποδείξεις για την νίκη του στο τζάκποτ. Τότε ο Τζον απελπισμένος έβαλε την υπογραφή του σε μια επιταγή των 8,9 εκατομμυρίων λιρών. Ήξερε ότι σε λίγες μέρες, όταν θα προσπαθούσαν να εξαργυρώσουν την επιταγή, το ψέμα του θα αποκαλυπτόταν.

Ωστόσο, θεώρησε ότι θα προλάβαινε να αποδείξει τον φανταστικό πλούτο του όχι μόνο στη σύζυγό του, αλλά και στους ανθρώπους γύρω του.

Ο Τζον πραγματοποίησε όλες τις απάτες με το ψευδώνυμο Χόβαρντ Ουόλμσλι. Με κάποιον φανταστικό τρόπο, τον πίστευαν όλοι: από τους ιδιοκτήτες του αγροκτήματος, οι οποίοι του πούλησαν τη γη, έως τους υπαλλήλους της τράπεζας που επιβεβαίωναν τη μεγάλη περιουσία του στους λογαριασμούς.

Τελικά υπέγραψε μια επιταγή για την αγορά του νέου σπιτιού, αν και συνειδητοποιούσε ότι σύντομα θα την ακύρωναν και η πυραμίδα των ψεμάτων του θα κατέρρεε και θα τον έθαβε κάτω από τα ερείπια.

Η αποκάλυψη της απάτης, το δάνειο της ερωμένης και η ιστορία που έγινε ταινία

Τελικά, τον Απρίλιο του 1999, την ημέρα της μετακόμισης της οικογένειας στο νέο σπίτι, η αστυνομία ζήτησε να δει τον Τζον. Ακόμη και τότε, ο Τζον τους είπε ήρεμα: «Ποιο είναι το πρόβλημα; Κέρδισα το λαχείο. Είμαι απασχολημένος τώρα, μπορείτε να περάσετε αργότερα». Αποδείχθηκε ότι η αστυνομία παρακολουθούσε τον μπογιατζή και τα αυξανόμενα χρέη του για δύο χρόνια.

Ωστόσο πήγαν τον Ουέλς στο τμήμα για ανάκριση. Όλη την ημέρα υποστήριζε τα ψέματά του και μόνο το βράδυ δεν άντεξε και ομολόγησε τα πάντα. Ερωτηθείς αν είχε κερδίσει το λαχείο, απάντησε: «Όχι».

Στη συνέχεια, όταν βγήκε από το γραφείο, είπε την αλήθεια και στην Κέιτι. «Ήθελα να επιστρέψω σπίτι το συντομότερο δυνατό, να κλείσω όλες τις πόρτες και να κλάψω» θυμήθηκε η γυναίκα.

Σύντομα η Κέιτι σοκαρίστηκε ξανά: οι ντετέκτιβ ανακάλυψαν ότι ο Τζον είχε ερωμένη. Την έπεισε να πάρει ένα δάνειο 30.000 λιρών, υποτίθεται για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή μαζί.

Στην πραγματικότητα χρειαζόταν αυτά τα χρήματα για να σώσει τη σχέση του με την Κέιτι. Η Κέιτι ζήτησε από το δικαστήριο ο Τζον να πάρει μειωμένη ποινή, λαμβάνοντας υπόψη τις «καλές» προθέσεις του.

«Καταφέρατε να ξεγελάσετε τα θύματά σας, αλλά δεν μπορείτε να ξεγελάσετε το δικαστήριο» δήλωσε η δικαστής Τζέιν Σίπλι. «Καταφέρατε να κερδίσετε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Για μεγάλο χρονικό διάστημα χτίσατε τη ζωή σας πάνω σε προδοσία και ψέματα».

Ο Ουέλς καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών. Η Κέιτι δήλωσε ότι θα περίμενε τον άντρα της ώσπου να έβγαινε από τη φυλακή. «Πιστεύω ότι δεν πρέπει να φυλακιστεί για αυτό που έκανε. Έκανε το λάθος. Το παραδέχθηκε και μετάνιωσε. Ωστόσο, δεν υπήρχε κακία στις πράξεις του. Προσπάθησε να σώσει τον γάμο μας» τον υποστήριξε η γυναίκα του.

Το 2004 γυρίστηκε η ταινία «Can't Buy Me Love» βασισμένη στην ιστορία του Τζον και της Κέιτι. Στην ταινία ο ήρωας με το όνομα Άλαν, στην προσπάθειά του να κερδίσει ξανά την αγάπη της γυναίκας του Ντόνα, προσποιείται ότι κέρδισε στο λαχείο πολλά εκατομμύρια.

Στο τέλος, όμως, όπως και στο πρωτότυπο, ο ήρωας δεν έχει τίποτα.

Η μεγάλη επιστροφή και η εξαπάτηση γυναικών - «Είναι η ενσάρκωση του διαβόλου»

Τρία χρόνια αργότερα, ο Τζον αποφυλακίστηκε και γύρισε στο σπίτι του. «Περάσαμε αυτή τη δύσκολη περίοδο και σταθήκαμε στα πόδια μας» διαβεβαίωσε τότε. «Η Κέιτι μπόρεσε να δει την πραγματική αιτία του συμβάντος».

Ωστόσο, μετά την αποφυλάκισή του, ο Ουέλς συνέχισε να παίζει τον ρόλο του εκατομμυριούχου σε ιστότοπους γνωριμιών. Πρότεινε στις γυναίκες να έχουν ρομαντικές σχέσεις μαζί του και να περάσουν μαζί τα γεράματα. Δεν είναι γνωστό όμως το αν συνέχισε να προσποιείται ότι είναι αξιοπρεπής οικογενειάρχης για χάρη της Κέιτι ή είχε κόψει οποιαδήποτε σχέση μαζί της.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομίας του Νοτίου Γιορκσάιρ, από το 2014 και έπειτα κατάφερε να αποσπάσει 400.000 λίρες από τρεις ηλικιωμένες γυναίκες.

Ένα από τα θύματα ήταν η 71χρονη Χάζελ Ουίλκινς. «Αυτός ο άντρας κατέστρεψε τη ζωή μου και ποιος ξέρει πόσες άλλες ζωές» τόνισε. «Πριν τον γνωρίσω, είχα ένα υπέροχο σπίτι, μια εξαιρετική δουλειά και γενικά ήμουν ευτυχισμένη. Σήμερα δεν έχω τίποτα και δύσκολα θα είμαι ξανά ευτυχισμένη. Είναι πολύ αργά για να πάρω πίσω αυτά που μου πήρε».

Σύμφωνα με τη γυναίκα, ο Ουέλς μέσα σε τρία χρόνια άρπαξε όλα όσα είχε μαζέψει κατά τη διάρκεια των 50 χρόνων εργασίας. «Είναι η ενσάρκωση του διαβόλου» δήλωσε η Ουίλκινς.

Η γυναίκα ισχυρίστηκε ότι της έκλεψε 63.000 λίρες. Προσποιήθηκε ότι είχε σκοπό να αγοράσει από ένα σπίτι στην καθεμία από τις δύο κόρες της, και τελικά άφησε μία από αυτές -μητέρα με ένα νεογέννητο μωρό- στον δρόμο.

Η Ουίλκινς αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι της για να αγοράσει επειγόντως ένα σπίτι για την κόρη και τον εγγονό της. Σύντομα έπρεπε να μετακομίσει και η ίδια εκεί, επειδή ο Τζον την άφησε χωρίς δουλειά. Της είπε να παραιτηθεί για να έχει τη δυνατότητα να διευθύνει το εστιατόριο 500 ατόμων στο νησί Βαϊλάτο του Γκέρνσεϊ κοντά στις ακτές της Νορμανδίας.

Το 2017 ο άνδρας εξαφανίστηκε χωρίς ίχνος και άφησε στη γυναίκα χρέη 17.000 λίρες.

Ο Τζον διαβεβαίωσε τη γυναίκα ότι είχε καρκίνο. Σύμφωνα με αυτήν, είχε ακυρώσει τον γάμο τους πέντε φορές λόγω του ξαφνικού θανάτου κάποιου μέλους της οικογένειας του ή ενός στενού του φίλου. Έλεγε ψέματα ότι έχει ένα δίκτυο ξενοδοχείων σε όλο τον κόσμο, και συχνά πήγαινε σε δήθεν επαγγελματικά ταξίδια, από όπου έστελνε πάντα φωτογραφίες από εξωτικά μέρη.

Στη συνέχεια η Ουίλκινς συνειδητοποίησε ότι ο Τζον δεν πέταξε ποτέ στο εξωτερικό, και όλα τα επαγγελματικά ταξίδια του ήταν απλώς μια δικαιολογία για να περάσει τον χρόνο του με κάποια άλλη γυναίκα. Έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα όταν συνάντησε άλλο ένα από τα θύματά του. «Έκλεψε χρήματα από αυτήν για να πάει σε μια κρουαζιέρα μαζί μου και να μείνει στα καλύτερα ξενοδοχεία. Και μετά πήρε χρήματα από εμένα και τα ξόδεψε για αυτήν» είπε.

Η Ουίλκινς εργαζόταν ως επικεφαλής ασφαλείας στο διεθνές αεροδρόμιο Γκάτγουικ. «Έπαιρνα συνεντεύξεις σε ανθρώπους με σκοπό να διαπιστώσω αν λένε ψέματα. Ωστόσο, κατάφερε να με ξεγελάσει» παραδέχθηκε. «Μερικές φορές είχα ένα παράξενο συναίσθημα ότι τα πράγματα δεν ήταν και τόσο καλά όσο φαίνονταν. Ήμουν όμως τόσο ερωτευμένη μαζί του που κατέπνιγα αυτές τις σκέψεις».

«Σήμερα καταλαβαίνω ότι ήμουν ανόητη. Ήταν πολύ σίγουρος, γοητευτικός, αστείος και ευγενικός. Λοιπόν, η αγάπη είναι τυφλή, και τον ερωτεύτηκα τρελά» επισήμανε.

Τρία χρόνια αργότερα, ο Ουέλς την ενημέρωσε για άλλη μια φορά ότι θα πήγαινε σε επαγγελματικό ταξίδι και δεν επέστρεψε ποτέ. Όταν την πήραν τηλέφωνο από την τράπεζα και την ειδοποίησαν για τα χρέη της, η Ουίλκινς απευθύνθηκε στην αστυνομία. Μόνο τότε έμαθε για το σκοτεινό παρελθόν του εραστή της.

Μπογιατζής... αγνοείται

Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2019, τα ίχνη του 61χρονου Τζον Ουέλς βρέθηκαν στο Βιετνάμ. Εκεί γοήτεψε μια πλούσια γυναίκα η οποία φέρεται ότι του αγόρασε ένα μπαρ.

Σύμφωνα με αυτήν, ο Τζον είχε φύγει για την Αγγλία όταν εμφανίστηκαν προβλήματα στη λειτουργία του μαγαζιού. Ωστόσο, σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός ανώνυμου πρώην φίλου του, ο Τζον βρισκόταν ακόμη στην Ασία.

«Αυτή η πλούσια γυναίκα από το Βιετνάμ διευθύνει ξενοδοχεία σε όλο τον κόσμο» δήλωσε. «Και είναι ένας απατεώνας που εκμεταλλεύτηκε τη συμπάθειά της. Του αγόρασε ένα μπαρ έναντι 23.000 λιρών. Μου είπε ότι εργαζόταν ως δικηγόρος στο Ντουμπάι 11 χρόνια. Κατάλαβα όμως ότι έλεγε ανοησίες. Ήταν ένας απλώς μπογιατζής» είπε ο πρώην φίλος του.

Η αστυνομία αναζητάει ακόμη τον άπιαστο και πονηρό ψεύτη Τζον Έρικ Ουέλς, ο οποίος ονομάζεται και Χόβαρντ Ουόλμσλι ή Χέμμινγκς. «Σήμερα καταλαβαίνω ότι κάθε του λέξη ήταν ένα ψέμα» κατέληξε η Ουίλκινς. «Ήταν όμως τόσο πειστικός που γίνεται τρομακτικό».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

.

.

Δημοφιλείς αναρτήσεις