Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Έχει σαφή στρατηγική τo ΠαΣοΚ;


 Πάνος Κολιαστάσης

Θεωρητικά κάθε κόμμα με εκλογικές φιλοδοξίες, πρώτα επιλέγει το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται και μετά τη στρατηγική του. Και το ακροατήριο προσδιορίζεται από τις διαχωριστικές γραμμές που επικρατούν και τις βασικές προτεραιότητες των πολιτών

Ηαλήθεια είναι πως το ΠαΣοΚ επιβίωσε της κρίσης και σταδιακά ανέκαμψε. Σήμερα είναι αξιωματική αντιπολίτευση και στις περισσότερες μετρήσεις δεύτερο.

Είναι όμως εξίσου αλήθεια ότι μετά την επανεκλογή Ανδρουλάκη (Οκτώβριος 2024) και μια πρώτη δημοσκοπική άνοδο, υποχωρεί διαρκώς με συνέπεια η δεύτερη θέση να απειλείται. Βάσει της ΜRB (29/01) εμφανίζεται τρίτο – αν και οι διαφορές είναι ακόμα τόσο μικρές που θεωρούνται στατιστικά αμελητέες.

Είναι προφανές πως κάτι πάει λάθος. Παρά την φθορά της κυβέρνησης, την εξαϋλωση του ΣΥΡΙΖΑ και την αδυναμία των υπολοίπων, το ΠαΣοΚ δυσκολεύεται να ξεχωρίσει.

Το ερώτημα είναι αν έχει σαφή στρατηγική.

Θεωρητικά κάθε κόμμα με εκλογικές φιλοδοξίες, πρώτα επιλέγει το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται και μετά τη στρατηγική του. Και το ακροατήριο προσδιορίζεται από τις διαχωριστικές γραμμές που επικρατούν και τις βασικές προτεραιότητες των πολιτών.

Από τη σκοπιά αυτή, προ κρίσης οι πολιτικές συνθήκες ήταν πιο σαφείς. Το ίδιο και η στρατηγική του κόμματος. Στο πλαίσιο της διάκρισης Αριστερά-Δεξιά χαράχθηκε η διαχωριστική γραμμή Αντιδεξιά-Δεξιά. Έτσι το ΠαΣοΚ ως κόμμα κεντροαριστερό και «αντιδεξιό» απευθυνόταν σε ένα κοινό κεντροαριστερό και «αντιδεξιό» που συσπείρωνε ταυτοχρόνως λαϊκά στρώματα και σημαντικά τμήματα της μεσαίας τάξης προωθώντας πολιτική κρατικού παρεμβατισμού – έστω με ισχυρή δόση λαϊκισμού και πελατειασμού. Μια στρατηγική βεβαίως που εξελισσόταν ανάλογα με την πορεία της Ελλάδας που το ΠαΣοΚ διαμόρφωνε. Από τα μέσα του 1990 και μετά συμπορεύθηκε με το ρεύμα του Τρίτου Δρόμου για τη σοσιαλδημοκρατία που κυριαρχούσε στην Ευρώπη. Η ελληνική του εκδοχή ήταν ο εκσυγχρονισμός του Σημίτη που επιχειρούσε να παντρέψει την ελεύθερη οικονομία με το κοινωνικό κράτος. Το εκλογικό ακροατήριο όμως παρέμενε εν πολλοίς το ίδιο αν και κάπως περισσότερο πολυσυλλεκτικό με έμφαση στο Κέντρο.

Σήμερα οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Η διάκριση Αριστερά-Δεξιά έχει αδυνατίσει, ενώ το δίπολο Σύστημα – Αντισύστημα, που παρατηρείται διεθνώς, φαίνεται δημοσκοπικά να κυριαρχεί ως κατάλοιπο των παλαιότερων διαχωριστικών γραμμών ΣΥΡΙΖΑ – ΑντιΣΥΡΙΖΑ και Μνημόνιο – Αντιμνημόνιο. Επίσης η χώρα λειτουργεί εντός στενότερων δημοσιονομικών ορίων.

Στο συστημικό μπλοκ στρέφονται κυρίως πολίτες μεσαίων και μεγαλύτερων ηλικιών, μεσαίων και υψηλότερων εισοδημάτων που ανήκουν με παραδοσιακούς όρους σε έναν ευρύτερο χώρο από το Κέντρο έως τη Δεξιά κι επιζητούν πολιτική σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη με το βλέμμα στην ΕΕ.

Το μπλοκ του αντισυστημικού λαϊκισμού, από την άλλη, μοιάζει πιο ετερόκλητο. Συγκεντρώνει πολίτες κυρίως νεότερης ηλικίας, οικονομικά πιεσμένους, κυρίως από την Αριστερά και την Κεντροαριστερά αλλά και από την Άκρα Δεξιά. Άλλωστε δεν ορίζουν όλοι το «σύστημα» με τον ίδιο τρόπο. Για μερικούς είναι ο καπιταλισμός, για άλλους η ίδια η δημοκρατία και για τους περισσότερους το πολιτικό κατεστημένο: εν ολίγοις τα κόμματα εξουσίας είτε κυβέρνησαν είτε κυβερνούν.

Στα μάτια των πολιτών, από την οπτική αυτή, το ΠαΣοΚ θεωρείται «συστημικό». Άρα δεν μπορεί να προσεγγίσει και τα δύο μπλοκ ψηφοφόρων ταυτοχρόνως προκειμένου να ψηλώσει εκλογικά.

Παρά μόνο σε δύο φάσεις. Πρώτα ένα μέρος των συστημικών, όπως οι κεντρώοι που στήριζαν Μητσοτάκη και σήμερα δηλώνουν αναποφάσιστοι, κι εφόσον μεγαλώσει δημοσκοπικά και καταστεί ανταγωνιστικό απέναντι στην κυβέρνηση, να στραφεί μετά σε ένα τμήμα των αντισυστημικών ως το μοναδικό όχημα για πιθανή πολιτική αλλαγή.

Μια προσέγγιση που προϋποθέτει πειστική ηγεσία με τεχνοκρατική επάρκεια κι επικοινωνιακή ικανότητα, πειστική ηγετική ομάδα που θα λειτουργούσε ως «σκιώδης κυβέρνηση» και πολιτικό αφήγημα με διακριτό από την κυβέρνηση στίγμα που θα συντονιζόταν με τις προτεραιότητες της κοινής γνώμης.

Ωστόσο, η εικόνα της ηγεσίας παραμένει ακόμα αδύναμη καθώς στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία βρίσκεται σε μονοψήφια νούμερα. Η επικοινωνιακή της δραστηριότητα είναι συγκριτικά με άλλες υποτονική. Για παράδειγμα, στα social media και ειδικότερα σε Instagram και TikTok έχει λιγότερους ακολούθους από τις ηγεσίες της Πλεύσης Ελευθερίας και της Ελληνικής Λύσης (Tα Νέα 6/12). «Σκιώδης κυβέρνηση» που θα ενίσχυε την εικόνα κυβερνησιμότητας δεν έχει ακόμα συγκροτηθεί. Για την ακρίβεια δεν υπάρχει καν στην ηγετική ομάδα ένας οικονομολόγος πρώτης γραμμής που θα λειτουργούσε επικοινωνιακά ως σημείο αναφοράς για την κοινή γνώμη προσδίδοντας αξιοπιστία στον οικονομικό πρόγραμμα. Ο Νίκος Χριστοδουλάκης, άνθρωπος σοβαρός με γνώση κι εμπειρία, είναι μεν παρών αλλά πρωτίστως ως τεχνοκράτης.

Η αλήθεια είναι βεβαίως πως το ΠαΣοΚ διαθέτει προγραμματικές προτάσεις για αρκετά θέματα. Εκ του αποτελέσματος όμως, δεν συγκροτούν ένα συνολικό και πειστικό αφήγημα με επαρκώς διακριτό στίγμα, ιεράρχηση προτεραιοτήτων και επικοινωνιακές αιχμές. Παρότι κορυφαίο ζήτημα, βάσει όλων των μετρήσεων, είναι ο πληθωρισμός, είναι εντυπωσιακό πως κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης – ούτε το ΠαΣοΚ – δεν εστιάζει σε αυτό.

Ταυτόχρονα η κριτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης στρέφεται κατά καιρούς εναντίον ΜΜΕ και των δημοσκοπήσεων – η συχνότητα δημοσίευσης των οποίων θεωρείται για κάποιο λόγο πρόβλημα. Ωστόσο στην Ελλάδα (όπως και σε όλες τις δημοκρατίες άλλωστε) τα κόμματα εναλλάσσονται στην εξουσία – άρα τα media επί της ουσίας ούτε ελέγχονται ούτε καθορίζουν την ψήφο όπως συχνά υπονοείται. Επίσης στον αιώνα του διαδικτύου, Ομπάμα, Τραμπ και Τσίπρας (για να δανειστώ τρία διαφορετικά παραδείγματα) εξελέγησαν με όχημα τα social media. Αναφορικά με τις δημοσκοπήσεις, στη Βρετανία που θεωρείται πατρίδα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, το Νοέμβριο 2025 και τον Ιανουάριο 2026 διενεργήθηκαν συνολικά 21 και 24 δημοσκοπήσεις αντίστοιχα έναντι 9 και 12 αντιστοίχως στην Ελλάδα.

Εν κατακλείδι για το ΠαΣοΚ σήμερα δεν είναι απολύτως σαφές σε ποιο ακροατήριο απευθύνεται ούτε με ποια ακριβώς στρατηγική. Όπως δεν είναι σαφές και τι αντιπροτείνουν όσοι διαφωνούν με τον αρχηγό του. Και όσο ο χρόνος κυλά οι ευκαιρίες οριστικής ανάκαμψης, όπως έλεγε ο Σημίτης, δεν είναι άπειρες.

Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο ΕΑΠ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο ΠΑΡΛΑΠΙΠΑΣ δεν παίρνει θέση με πολιτική άποψη σε άρθρα που αναδημοσιεύονται από διαφορά ιστολόγια. Δημοσιεύονται όλα για την δίκη σας ενημέρωση.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.