Μια μέρα η κόρη μου γύρισε από το σχολείο και μου είπε:
— Μαμά, στην καντίνα έχουμε μια απίστευτη κυρία.
— Και τι την κάνει τόσο ξεχωριστή; — τη ρώτησα.
— Δουλεύει μόλις τρεις μήνες κι έχει μάθει ήδη τα ονόματα όλων των παιδιών. Φαντάσου! Είμαστε πάνω από πεντακόσια άτομα.
Χαμογέλασα. Τα παιδιά έχουν την τάση να υπερβάλλουν.
Λίγες μέρες μετά, είχαμε συνέλευση γονέων. Έφτασα αργά, πεινασμένη, και είδα πως η καντίνα ήταν ακόμα ανοιχτή. Πήρα ένα τσάι κι ένα σάντουιτς. Ανάμεσα στα τραπέζια καθάριζε μια ηλικιωμένη γυναίκα, με τα γκρίζα μαλλιά της μαζεμένα κάτω από ένα μαντήλι.
— Εσείς είστε η μαμά της Κατερίνας; — πέταξε ξαφνικά, χωρίς καν να σηκώσει το βλέμμα της.
Έμεινα στήλη άλατος.
— Με συγχωρείτε… πώς το καταλάβατε;
— Έχετε τα ίδια μάτια. Κάθεται πάντα στο τραπέζι νούμερο οκτώ. Τρώει τα μήλα ακόμα κι αν είναι χτυπημένα, γιατί ντρέπεται να τα πετάξει. Διαλέγει σοκολάτα, παρόλο που δεν της κάνουν καλό τα γαλακτοκομικά. Προτιμά να υπομένει μια ενόχληση, παρά να προκαλεί αναστάτωση.
Έμεινα άφωνη.
— Ξέρετε όλες αυτές τις λεπτομέρειες… για την κόρη μου;
— Ξέρω για όλα τα παιδιά — απάντησε απλά.
Συνέχισε να καθαρίζει, μιλώντας χαμηλόφωνα, σαν να συλλογιζόταν φωναχτά:
— Ο Γιαννάκης, στο τραπέζι τρία… ο μπαμπάς του δουλεύει μακριά, στα σύνορα. Στο σπίτι τα βγάζουν πέρα δύσκολα, γι’ αυτό ζητάει πάντα λίγο παραπάνω φαγητό.
— Η Μαριάνα, τόσο δα πλάσμα και ήδη μετράει θερμίδες. Τρώει ελάχιστα. Τιμωρεί τον εαυτό της για βάρη που δεν θα έπρεπε καν να σηκώνει.
— Ο Χρήστος πετάει τα σάντουίτς του γιατί οι άλλοι κοροϊδεύουν το σπιτικό του φαγητό. Κι ύστερα βγάζει όλη τη μέρα νηστικός.
— Η Σοφία κρύβεται στις τουαλέτες για να φάει στα κρυφά. Οι γονείς της χωρίζουν και δεν ξέρει πώς αλλιώς να ξεσπάσει.
— Γιατί μου τα λέτε όλα αυτά; — ψιθύρισα, νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό.
Με κοίταξε στα μάτια.
— Γιατί στις συνελεύσεις μιλάνε συνέχεια για βαθμούς, για εξετάσεις, για μέσους όρους… Αλλά κανείς δεν μιλάει για το πιο σημαντικό: ποιο παιδί πεινάει, ποιο κουβαλάει βάρος που δεν του αναλογεί, ποιο έχει φτάσει πια στα όριά του.
— Κι εσείς τι κάνετε γι' αυτό;
Ανασήκωσε τους ώμους της με μια σεμνή κίνηση.
— Ό,τι μπορώ. Μια κυρία της καντίνας είμαι μόνο. Βάζω λίγο παραπάνω φαγητό στον Γιαννάκη χωρίς να το ζητήσει. Στον Χρήστο το ίδιο. Στην Κατερίνα παίρνω πού και πού γάλα χωρίς λακτόζη και της λέω πως είναι απλώς μια καινούργια μάρκα που μας έφεραν.
Ένιωσα τη φωνή μου να τρέμει.
— Το ξέρει κανείς όλο αυτό;
— Τα παιδιά που το έχουν ανάγκη, το ξέρουν. Οι υπόλοιποι... δεν χρειάζεται.
Εκείνο το βράδυ η σκέψη αυτής της γυναίκας δεν με άφηνε να κλείσω μάτι. Ρώτησα την κόρη μου κι εκείνη απλώς έγειρε καταφατικά το κεφάλι:
— Η κυρία Ελένη, μαμά, βλέπει πραγματικά τους ανθρώπους. Σώζει παιδιά την ώρα που κανείς άλλος δεν καταλαβαίνει τι περνάνε.
Έμαθα αργότερα πως η κυρία Ελένη βρισκόταν στο σχολείο πάνω από είκοσι χρόνια. Με έναν μισθό πείνας. Ήξερε την ιστορία κάθε παιδιού που ζούσε στα σκοτάδια. Δεν προκαλούσε φασαρία, δεν έγραφε αναφορές, δεν ζητούσε ποτέ αναγνώριση. Απλώς δρούσε. Αθόρυβα. Με μια αδιαπραγμάτευτη ανθρωπιά.
Ούτε οι δάσκαλοι ούτε η διεύθυνση είχαν συνειδητοποιήσει το μέγεθος της προσφοράς της. Εκείνη έφτανε κάθε πρωί, σέρβιρε τα γεύματα —ρύζι, όσπρια, μπιφτέκια, πουρέ— και, χωρίς να το πάρει κανείς χαμπάρι, πρόσφερε στα παιδιά μια μικρή σανίδα σωτηρίας.
Πέρυσι υπέστη εγκεφαλικό και αναγκάστηκε να αποσυρθεί. Στη θέση της προσέλαβαν μια νέα γυναίκα, ικανή, οργανωτική… που όμως δεν μάθαινε ποτέ τα ονόματα.
Μέσα σε λίγους μήνες, η ψυχολόγος του σχολείου άρχισε να μην προλαβαίνει: περισσότερα κλάματα, περισσότερες κρίσεις, περισσότερη σιωπή. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι είχε αλλάξει.
Μέχρι που ένα παιδί είπε την αλήθεια:
— Παλιά μας έβλεπαν. Τώρα όχι. Η κυρία Ελένη ήξερε πότε βυθιζόμασταν. Μας πετούσε σωσίβια μεταμφιεσμένα σε ζεστό φαγητό.
Το σχολείο την κάλεσε να επιστρέψει. Όχι πια στην καντίνα, αλλά ως «συντονίστρια μαθητικής μέριμνας».
Είναι πλέον πάνω από εξήντα, περπατά με μπαστούνι και δεν κουβαλά πια δίσκους. Όμως θυμάται ακόμα όλα τα ονόματα. Ξέρει ποιο παιδί έχει ανάγκη και τι. Και συνεχίζει να σώζει ψυχές την ώρα του διαλείμματος, εκεί που οι άλλοι απλώς μοιράζουν φαγητό.
Φέτος η κόρη μου αποφοίτησε. Στην ομιλία της είπε:
— Κάποιοι μας δίδαξαν μαθηματικούς τύπους. Άλλοι, ιστορικές ημερομηνίες. Όμως η κυρία Ελένη μας έμαθε το πιο σπουδαίο: πως το να νιώθεις ότι σε "βλέπουν", μπορεί να είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο να αντέξεις… ή να λυγίσεις.
Όλη η αίθουσα σηκώθηκε όρθια. Χειροκροτούσαν δακρυσμένοι.
Γιατί οι "αόρατοι" άνθρωποι, αυτοί που ξέρουν τα ονόματα, είναι στην πραγματικότητα οι πιο σπουδαίοι κρίκοι στην αλυσίδα ενός σχολείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Ο ΠΑΡΛΑΠΙΠΑΣ δεν παίρνει θέση με πολιτική άποψη σε άρθρα που αναδημοσιεύονται από διαφορά ιστολόγια. Δημοσιεύονται όλα για την δίκη σας ενημέρωση.
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.