Όταν μια επιχείρηση καταρρέει πριν δικαστεί, η περιουσία της δεν εξαφανίζεται. Αλλάζει αξία και ενδεχομένως χέρια. Η ιστορία Μαρινόπουλου–Σκλαβενίτη, η οριστική απαλλαγή του Ριχάρδου και το μήνυμα που στέλνει η Ελλάδα σε όποιον σκέφτεται να επενδύσει τα χρήματά του.
Του Μιχάλη Χαιρετάκη
Στις 24 Οκτωβρίου 2026, δύο ημέρες μετά τις αστυνομικές επιχειρήσεις στην Pizza Fan και τρεις ημέρες πριν από τις προγραμματισμένες απολογίες των κατηγορουμένων, τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης συζητούν ήδη το ενδεχόμενο εξαγοράς της αλυσίδας. Το Newsbeast αναφέρει ενδιαφέρον από μεγάλη εταιρεία του κλάδου, ενώ το CNN Greece εξετάζει τις δυσκολίες μιας πιθανής μεταβίβασης. Οικονομικοί παράγοντες αναζητούν λύση για ένα δίκτυο 110 καταστημάτων που έχει σταματήσει να λειτουργεί.
Η αγορά αποδεικνύεται πολύ ταχύτερη από τη Δικαιοσύνη. Πριν εξεταστούν οι κατηγορίες στο δικαστήριο, πριν προσδιοριστούν οριστικά οι φορολογικές οφειλές και πριν εξακριβωθεί ποια ευθύνη αναλογεί σε κάθε εμπλεκόμενο, συζητείται ήδη η επόμενη ημέρα της ιδιοκτησίας.
Υπάρχει κάτι βαθιά ανησυχητικό σε αυτή τη χρονική αλληλουχία. Μια επιχείρηση που μέχρι πριν από λίγες ημέρες εξυπηρετούσε χιλιάδες πελάτες καθημερινά, απασχολούσε περισσότερους από 2.500 ανθρώπους και συντηρούσε ολόκληρο δίκτυο προμηθευτών, μετατρέπεται αιφνιδίως σε πιθανό αντικείμενο εξαγοράς υπό συνθήκες οικονομικής πίεσης.
Και κάθε ημέρα που περνάει κλειστή μειώνει τη διαπραγματευτική της δύναμη.
Η Pizza Fan δεν είναι ένα εστιατόριο που κατέβασε ρολά επειδή ο ιδιοκτήτης του αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Πρόκειται για έναν οργανισμό που δημιουργήθηκε το 1997, αναπτύχθηκε επί σχεδόν τρεις δεκαετίες και απέκτησε σημαντική παρουσία στην ελληνική αγορά εστίασης. Πίσω από τα καταστήματα βρίσκονται επενδύσεις, συμβάσεις, εμπορικά σήματα, συστήματα παραγγελιοληψίας, εγκαταστάσεις, εξοπλισμός και μια πελατειακή βάση που χρειάστηκε χρόνια για να δημιουργηθεί.
Όλα αυτά έχουν οικονομική αξία. Αλλά η αξία μιας λειτουργούσας αλυσίδας είναι πολύ διαφορετική από την αξία του εξοπλισμού μιας αλυσίδας που παραμένει κλειστή, χάνει πελάτες και δεν γνωρίζει πότε θα ξανανοίξει.
Αυτό το γνωρίζει κάθε επιχειρηματίας. Το γνωρίζει επίσης κάθε υποψήφιος αγοραστής.
Ένας επενδυτής που εξετάζει την αγορά μιας υγιούς αλυσίδας πληρώνει για τις προσδοκώμενες μελλοντικές εισπράξεις, την πελατεία, το εμπορικό όνομα και την οργανωμένη λειτουργία της.
Αν η ίδια αλυσίδα αντιμετωπίζει κατάρρευση, οι υπολογισμοί αλλάζουν. Η αβεβαιότητα γίνεται μέρος της τιμής και ο αγοραστής μπορεί να αποκτήσει ισχυρότερο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.
Το 2016 η Ελλάδα γνώρισε μια από τις μεγαλύτερες αναδιαρθρώσεις επιχειρηματικής περιουσίας στη σύγχρονη οικονομική της ιστορία. Η Μαρινόπουλος, κάποτε κυρίαρχη δύναμη του λιανεμπορίου, είχε βρεθεί σε κατάσταση βαθιάς οικονομικής κρίσης. Οι οφειλές, οι ελλείψεις στα ράφια, οι απλήρωτοι προμηθευτές και η απώλεια εμπιστοσύνης είχαν διαλύσει την εμπορική δυναμική της.
Η Σκλαβενίτης ανέλαβε τελικά τη βιώσιμη δραστηριότητα της αλυσίδας, μέσα από μια σύνθετη συμφωνία εξυγίανσης που ολοκληρώθηκε το 2017. Δεν επρόκειτο για μια ανέξοδη αγορά καταστημάτων. Χρειάστηκαν μεγάλη χρηματοδότηση, ανάληψη υποχρεώσεων, τραπεζικές συμφωνίες και επιχειρησιακή ανασυγκρότηση. Η μεταβίβαση αποτυπώνεται στις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις του ομίλου Σκλαβενίτη.
Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δείχνει κάτι θεμελιώδες για τη λειτουργία της αγοράς. Μια επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να επιβιώσει, ακόμη και όταν η εταιρεία που τη δημιούργησε δεν είναι πλέον σε θέση να τη συνεχίσει. Οι εγκαταστάσεις, οι πελάτες, οι εμπορικές θέσεις και το ανθρώπινο δυναμικό μπορούν να περάσουν σε διαφορετικό ιδιοκτησιακό καθεστώς.
Η περίπτωση της Μαρινόπουλος δεν οφειλόταν σε ανάλογη ποινική έρευνα και δεν αποτελεί απόδειξη κάποιου σχεδίου εναντίον της Pizza Fan. Προσφέρει όμως ένα εξαιρετικά χρήσιμο οικονομικό προηγούμενο: η κατάρρευση μιας μεγάλης αλυσίδας μπορεί να καταλήξει σε μεταβίβαση του παραγωγικού της μηχανισμού, με ριζικά διαφορετική κατανομή περιουσίας, υποχρεώσεων και επιχειρηματικής ισχύος.
Στην Pizza Fan η κατάσταση έχει μια πρόσθετη ιδιαιτερότητα. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του CNN Greece, η κεντρική εταιρεία διατηρεί τον έλεγχο σημαντικών στοιχείων της λειτουργίας των καταστημάτων, ακόμη και όσων λειτουργούν με καθεστώς franchise. Η παραγγελιοληψία περνούσε από την κεντρική υποδομή στο Χαλάνδρι, γεγονός που εξηγεί σε σημαντικό βαθμό γιατί η διακοπή της συγκεκριμένης λειτουργίας παρέλυσε ολόκληρο το δίκτυο.
Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο οικονομικό αδιέξοδο. Ένας επιχειρηματίας franchise μπορεί να διαθέτει εργαζομένους, κατάστημα, πρώτες ύλες και πελατεία, αλλά να μην μπορεί να εξυπηρετήσει ούτε μία παραγγελία επειδή εξαρτάται από την κεντρική εταιρεία. Παράλληλα, δεν είναι σαφές αν μπορεί συμβατικά και τεχνικά να συνεχίσει με δικό του σύστημα ή διαφορετικό εμπορικό σήμα.
Κάθε τέτοια επιχείρηση έχει δικές της υποχρεώσεις. Ο ιδιοκτήτης του ακινήτου εξακολουθεί να απαιτεί το ενοίκιο. Ο εργαζόμενος εξακολουθεί να χρειάζεται τον μισθό του. Ο προμηθευτής περιμένει να εξοφληθεί. Η εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία δεν παύουν να υπάρχουν επειδή διακόπηκε η παραγγελιοληψία.
Η επιχείρηση «φορολογική επιδρομή στην Pizza Fan» Η επιχείρηση σχεδιάστηκε προσεκτικά επί μήνες και υλοποιήθηκε βιαστικά στο πόδι χωρίς να ενδιαφέρει το αποτέλεσμα που θα έχει για εργαζόμενους, καταστήματα, ιδιοκτήτες ακινήτων και προμηθευτές. Επίσης χωρίς να ενδιαφέρει για το τι θα γίνει στο τέλος αν οι κατηγορίες πέσουν στα δικαστήρια.
Στην αρχή ακούσαμε για 25 εκατομμύρια ευρώ, στη συνέχεια για περισσότερα από 35. Διαφορετικές χρονικές περίοδοι, διαφορετικές φορολογικές υποχρεώσεις, διαφορετικές εκτιμήσεις, χωρίς ο αναγνώστης να μπορεί εύκολα να ξεχωρίσει ποιο ποσό αφορά τι. Δέκα εκατομμύρια ευρώ διαφορά παρουσιάζονται στα πρωτοσέλιδα σχεδόν σαν στραγάλια. Κι όμως, πριν μιλήσουμε για οριστική φοροδιαφυγή τέτοιου ύψους, απαιτείται αναλυτικός υπολογισμός ανά χρήση και ανά φόρο, με διασταύρωση των πραγματικών συναλλαγών και έλεγχο των προθεσμιών παραγραφής. Θα μου πεις εδώ είναι Βαλκάνια. Δέκα εκατομμύρια πάνω, δέκα κάτω, ποιος ασχολείται;
Αυτό που είναι όμως σίγουρο είναι ότι η κατάσταση είναι ιδιαίτερα σοβαρή για όσους επένδυσαν προσωπικά χρήματα , προϊοντα ή ακίνητα, χωρίς να συμμετέχουν στη διοίκηση της εταιρείας ή στις αποφάσεις που ελέγχονται ποινικά.
Το πιό πιθανό που θα μπορούσε να συμβεί αν η κυβέρνηση αποδείξει και στο μέλλον ότι δεν είχε κανένα άλλο σχέδιο παρά να μπεί ως ταύρος σε υαλοπωλείο ζητώντας τον κατά τους υπολογισμούς της ΦΠΑ και την τιμωρία των ενόχων;
Η αλυσίδα θα παραμείνει κλειστή επί εβδομάδες ή μήνες. Οι εργαζόμενοι θα αναζητήσουν αλλού εργασία, οι πελάτες θα συνηθίσουν τους ανταγωνιστές, οι franchisees θα αντιμετωπίσουν οικονομική ασφυξία και οι προμηθευτές θα περιορίσουν γενικά τις πιστώσεις τους. Η εταιρεία θα προσπαθησει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα φορολογικές απαιτήσεις, ποινικές κατηγορίες, τραπεζικές υποχρεώσεις και τις καθημερινές δαπάνες ενός δικτύου που δεν παράγει έσοδα.
Κάποια στιγμή ίσως εμφανιστεί ένας επενδυτής με πρόταση εξαγοράς.
Πόσο θα αξίζει πλέον η Pizza Fan;
Όσο άξιζε μία εβδομάδα πριν από τις συλλήψεις; Όσο αξίζει ο εξοπλισμός των καταστημάτων; Όσο το εμπορικό της σήμα; Ή όσο είναι διατεθειμένος να πληρώσει ο μοναδικός αγοραστής που μπορεί να αναλάβει το ρίσκο;
Η απάντηση θα καθοριστεί από τις πραγματικές οικονομικές συνθήκες. Και αυτές οι συνθήκες επηρεάζονται ήδη από τη διακοπή λειτουργίας.
Αν τελικά υπάρξει εξαγορά, θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξεταστεί το τίμημα, οι υποχρεώσεις που θα αναλάβει ο αγοραστής, η τύχη των εργαζομένων και των franchisees, καθώς και το αν η συναλλαγή έγινε σε συνθήκες ουσιαστικής οικονομικής ανάγκης.
Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να ωφεληθεί από μια κατάρρευση δεν σημαίνει ότι την προκάλεσε. Μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί τεκμηριωμένο στοιχείο ότι επιχειρηματικός ανταγωνιστής, επενδυτής ή πολιτικό πρόσωπο οργάνωσε την ποινική έρευνα με σκοπό να αποκτήσει την εταιρεία. Η διερεύνηση όμως των οικονομικών αποτελεσμάτων μιας τέτοιας υπόθεσης είναι απολύτως θεμιτή. Ιδίως όταν οι συνέπειές της ξεπερνούν κατά πολύ τους κατηγορουμένους.
Και εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα: τι μήνυμα εκπέμπει μια χώρα προς τους ανθρώπους που καλούνται να επενδύσουν σε αυτήν;
Ας υποθέσουμε ότι μια ξένη εταιρεία εξετάζει την εγκατάσταση μεγάλου παραγωγικού συγκροτήματος στην Ελλάδα. Θα διαθέσει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, θα προσλάβει προσωπικό και θα συνάψει μακροχρόνιες συμβάσεις. Πριν υπογράψει, θα εξετάσει τη φορολογία, το ενεργειακό κόστος, τη γραφειοκρατία και τη σταθερότητα του θεσμικού περιβάλλοντος.
Θα θελήσει επίσης να γνωρίζει τι συμβαίνει όταν μια επιχείρηση βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρή έρευνα. Αν μπορεί να συνεχιστεί η νόμιμη δραστηριότητα όσο διερευνώνται οι πράξεις συγκεκριμένων στελεχών. Αν υπάρχουν σαφείς διαδικασίες προστασίας της περιουσίας, των εργαζομένων και των ανεξάρτητων συνεργατών. Αν οι ανακριτικές και διοικητικές παρεμβάσεις περιορίζονται στο αναγκαίο μέτρο.
Η ύπαρξη αυστηρής φορολογικής εποπτείας ασφαλώς δεν αποθαρρύνει από μόνη της έναν σοβαρό επενδυτή. Αντιθέτως, προστατεύει όσους τηρούν τους κανόνες από τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Η απρόβλεπτη αντιμετώπιση μιας επιχειρηματικής κρίσης, όμως, αποτελεί κίνδυνο που πρέπει να αποτιμηθεί οικονομικά.
Κανείς δεν επενδύει μεγάλα κεφάλαια αποκλειστικά και μόνο επειδή ένας υπουργός υπόσχεται σταθερότητα. Επενδύει επειδή μπορεί να υπολογίσει τους κινδύνους και να εμπιστευτεί ότι οι κανόνες θα εφαρμοστούν με συνέπεια.
Η Pizza Fan αποτελεί πλέον μια δοκιμασία αυτής της προβλεψιμότητας.
Το ίδιο ισχύει και για το ζήτημα των κρατικών αποζημιώσεων, όπου η ελληνική πολιτική ιστορία προσφέρει ένα εξαιρετικά διδακτικό προηγούμενο.
Στις 28 Νοεμβρίου 2018, ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε από το βήμα της Βουλής την εξάρθρωση του δικτύου ενεχυροδανειστηρίων Ριχάρδος, παρουσιάζοντας τον ιδιοκτήτη του ως εγκέφαλο εγκληματικής οργάνωσης. Η εικόνα ήταν εντυπωσιακή. Συλλήψεις, αστυνομικές ανακοινώσεις, τηλεοπτικά συνεργεία και πολιτικές δηλώσεις για μια μεγάλη επιτυχία του κράτους.
Η υπόθεση εξελίχθηκε διαφορετικά.
Στις 30 Μαρτίου 2021, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμόν 1042/2021 βούλευμα, απάλλαξε οριστικά τον Δημήτρη-Ριχάρδο Μυλωνά και τους συγκατηγορουμένους του από τις κατηγορίες για εγκληματική οργάνωση, λαθρεμπορία χρυσού και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Είχαν προηγηθεί δύο εισαγγελικές προτάσεις απαλλαγής. Η εξέλιξη αυτή καταγράφηκε μεταξύ άλλων από τη Ναυτεμπορική, την Καθημερινή, το CNN Greece και την Εφημερίδα των Συντακτών.
Δεν επρόκειτο, επομένως, για μια υπόθεση που απλώς ξεχάστηκε. Υπήρξε οριστική δικαστική απαλλαγή.
Τι συνέβη όμως με την αποζημίωσή του;
Από την έρευνα στα δημοσιευμένα στοιχεία μέχρι τις 24 Οκτωβρίου 2026 δεν προκύπτει επιβεβαιωμένη δικαστική απόφαση που να του επιδικάζει αποζημίωση από το ελληνικό Δημόσιο, ούτε τεκμηριωμένη πληροφορία ότι του καταβλήθηκε συγκεκριμένο ποσό. Υπάρχουν παλαιότερες αναφορές σε πρόθεση διεκδίκησης αποζημίωσης, αλλά δεν αποτελούν απόδειξη ότι μια τέτοια διεκδίκηση ευδοκίμησε.
Αυτή η διάκριση έχει σημασία. Η οριστική απαλλαγή από ποινικές κατηγορίες δεν γεννά αυτομάτως δικαίωμα σε οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης. Απαιτείται ιδιαίτερη νομική θεμελίωση, ανάλογα με τη φύση της αξίωσης, και όπου χρειάζεται απόδειξη της ζημιάς και της κρατικής ευθύνης.
Η ουσία του προηγουμένου, όμως, παραμένει εξαιρετικά σοβαρή. Ο τότε πρωθυπουργός απέδωσε δημόσια εγκληματική δράση σε έναν άνθρωπο πριν κριθεί η υπόθεσή του, και η Δικαιοσύνη κατέληξε αργότερα σε οριστική απαλλαγή.
Σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρησιμοποιεί την αστυνομική έρευνα στην Pizza Fan ως παράδειγμα της κυβερνητικής επιτυχίας κατά της μεγάλης φοροδιαφυγής, πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι απολογίες. Οι δηλώσεις των δύο πρωθυπουργών διαφέρουν ως προς την αμεσότητα των χαρακτηρισμών τους. Η πολιτική αξιοποίηση μιας εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας, όμως, δημιουργεί και στις δύο περιπτώσεις πρόβλημα θεσμικής αυτοσυγκράτησης.
Υπάρχει μάλιστα ένα στοιχείο στην Pizza Fan που καθιστά τις ενδεχόμενες οικονομικές συνέπειες πολύ ευρύτερες.
Ο Ριχάρδος ήταν ένα αναγνωρίσιμο φυσικό πρόσωπο, με επιχειρηματική δραστηριότητα και συγκεκριμένες ποινικές κατηγορίες. Στην Pizza Fan η έρευνα έχει επηρεάσει ένα ολόκληρο σύστημα επιχειρήσεων, πολλές από τις οποίες διαθέτουν δικό τους ΑΦΜ, διαφορετικούς ιδιοκτήτες, εργαζομένους και υποχρεώσεις.
Εφόσον προκύψουν στο μέλλον παράνομες ή δυσανάλογες κρατικές ενέργειες που προκάλεσαν αποδεδειγμένη ζημιά, οι πιθανές αξιώσεις μπορεί να μην περιοριστούν στην κεντρική εταιρεία. Θα πρέπει να εξεταστεί χωριστά η θέση κάθε ζημιωθέντος, οι συμβατικές σχέσεις και η αιτία της ζημιάς του.
Η Ελλάδα διαθέτει νομικό πλαίσιο αστικής ευθύνης του Δημοσίου, ενώ η προστασία της περιουσίας κατοχυρώνεται και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτό δεν σημαίνει ότι μια μελλοντική αθώωση θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε αποζημιώσεις εκατομμυρίων. Σημαίνει ότι οι κρατικές αποφάσεις έχουν νομικές και οικονομικές συνέπειες, οι οποίες μπορούν να εξεταστούν αυτοτελώς από τη βασική ποινική υπόθεση.
Ας κάνουμε τώρα έναν απλό οικονομικό συλλογισμό.
Αν αποδειχθεί φοροδιαφυγή δεκάδων εκατομμυρίων, το Δημόσιο έχει κάθε λόγο να απαιτήσει την καταβολή των φόρων, των τόκων και των νόμιμων κυρώσεων. Η είσπραξη, όμως, προϋποθέτει ότι υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία και οικονομική δυνατότητα να καλυφθούν οι υποχρεώσεις.
Μια αλυσίδα που λειτουργεί παράγει έσοδα. Πληρώνει εργαζομένους, εισφορές, προμηθευτές και φόρους. Μια αλυσίδα που παραμένει κλειστή καταναλώνει τα διαθέσιμά της, χάνει πελάτες και ενδεχομένως καταλήγει να αδυνατεί να εξοφλήσει ακόμη και υποχρεώσεις που θα μπορούσε να είχε εξυπηρετήσει αν συνέχιζε να λειτουργεί.
Η ίδια η Pizza Fan αναφέρει ετήσιες αποδοχές εργαζομένων άνω των 36 εκατομμυρίων ευρώ και ασφαλιστικές εισφορές περίπου 9 εκατομμυρίων. Πρόκειται για στοιχεία που επικαλείται η διοίκησή της και όχι για ανεξάρτητα επαληθευμένους υπολογισμούς. Ακόμη κι έτσι, αποτυπώνουν το μέγεθος της οικονομικής δραστηριότητας που έχει διακοπεί.
Η παρατεταμένη παράλυση μιας τέτοιας επιχείρησης μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα ακριβή και για τα δημόσια οικονομικά.
Το ενδεχόμενο να χαθούν μελλοντικές εισπράξεις ενώ διεκδικούνται παλαιότεροι φόροι αξίζει σοβαρή εξέταση. Το ίδιο και η δυνατότητα να λειτουργήσει νόμιμα το δίκτυο με νέο σύστημα παραγγελιοληψίας, ανεξάρτητο φορολογικό έλεγχο και πλήρη διασφάλιση των αποδεικτικών στοιχείων.
Αν η επαναλειτουργία εμποδίζεται από συγκεκριμένη δικαστική ή διοικητική απόφαση, οι ενδιαφερόμενοι δικαιούνται να γνωρίζουν τη νομική βάση της. Αν εμποδίζεται από το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τις συμβάσεις franchise ή την τεχνική εξάρτηση από την κεντρική εταιρεία, πρέπει να αποσαφηνιστεί τι μπορεί να κάνει κάθε ανεξάρτητος επιχειρηματίας για να συνεχίσει τη δουλειά του.
Η δημόσια συζήτηση, αντί γι' αυτά, έχει ήδη προχωρήσει στα σενάρια εξαγοράς.
Κάπου εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση μιας χώρας που προσπαθεί να προσελκύσει επενδύσεις διαφημίζοντας τη φιλικότητά της προς την επιχειρηματικότητα, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύεται να εξηγήσει πώς προστατεύεται η νόμιμη λειτουργία ενός μεγάλου δικτύου όταν η διοίκησή του βρίσκεται υπό ποινική διερεύνηση.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η ατιμωρησία. Ούτε η ασυλία των μεγάλων επιχειρήσεων επειδή απασχολούν χιλιάδες ανθρώπους. Αυτό θα δημιουργούσε ένα εξίσου προβληματικό καθεστώς, όπου το μέγεθος μιας εταιρείας θα λειτουργούσε ως προστασία απέναντι στον νόμο.
Αλλά το οικονομικό μέγεθος και οι επιπτώσεις στους τρίτους αποτελούν πραγματικά δεδομένα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν οι αρχές επιλέγουν τα μέσα επέμβασής τους. Οι εργαζόμενοι δεν αποτελούν εγγυητές της φορολογικής συμπεριφοράς της διοίκησης. Ούτε ο ανεξάρτητος συνεργάτης οφείλει να καταστραφεί επειδή κάποιο στέλεχος της κεντρικής εταιρείας κατηγορείται ότι παρανόμησε.
Η Δικαιοσύνη θα κρίνει την ποινική υπόθεση της Pizza Fan. Η αγορά, όμως, αξιολογεί ήδη την κατάσταση με τους δικούς της όρους. Και οι όροι αυτοί γίνονται σκληρότεροι όσο παραμένουν κατεβασμένα τα ρολά.
Εάν κάποια στιγμή ένας νέος ιδιοκτήτης αποκτήσει το δίκτυο σε συνθήκες οικονομικής ανάγκης, η συναλλαγή πρέπει να εξεταστεί με τα πραγματικά της δεδομένα. Δεν θα αρκεί να πανηγυρίσουμε ότι σώθηκαν οι θέσεις εργασίας. Θα έχει σημασία να γνωρίζουμε πόση αξία χάθηκε, ποιος την έχασε, ποιος την απέκτησε και πώς διαμορφώθηκαν οι συνθήκες της μεταβίβασης.
Η Μαρινόπουλος άφησε πίσω της το παράδειγμα μιας μεγάλης επιχειρηματικής διάσωσης μέσα από μεταβίβαση δραστηριοτήτων. Ο Ριχάρδος άφησε το παράδειγμα μιας ποινικής υπόθεσης που παρουσιάστηκε ως τεράστια αστυνομική επιτυχία και κατέληξε σε οριστική απαλλαγή. Η Pizza Fan βρίσκεται σήμερα σε μια διαδρομή της οποίας την κατάληξη κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει.
Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι η οικονομική της απαξίωση δεν περιμένει τις δικαστικές αποφάσεις.
Στις 27 Οκτωβρίου οι κατηγορούμενοι θα κληθούν να δώσουν τις εξηγήσεις τους. Στο μεταξύ, οι πελάτες παραγγέλνουν πίτσες από αλλού, οι εργαζόμενοι αναζητούν βεβαιότητα για το εισόδημά τους και η αγορά αρχίζει να συζητά ποιος θα μπορούσε να αναλάβει το δίκτυο.
Αν σε μερικά χρόνια η Pizza Fan έχει διαφορετικό ιδιοκτήτη, το ελληνικό Δημόσιο εξακολουθεί να κυνηγά ανείσπρακτες οφειλές και τα δικαστήρια εξετάζουν αγωγές αποζημίωσης, οι σημερινές πολιτικές δηλώσεις θα αποτελούν μια μακρινή ανάμνηση.
Οι οικονομικές συνέπειες, όμως, θα παραμένουν απολύτως πραγματικές.
Για τον επενδυτή που θα εξετάζει τότε αν αξίζει να τοποθετήσει τα κεφάλαιά του στην Ελλάδα, η υπόθεση θα προσφέρει ένα πολύ συγκεκριμένο μάθημα για τον κίνδυνο που αναλαμβάνει. Και για τον πολίτη που θα κληθεί ενδεχομένως να πληρώσει τον λογαριασμό μιας αποδεδειγμένης κρατικής αστοχίας, θα είναι άλλη μία υπενθύμιση ότι οι πολιτικές επιτυχίες διαφημίζονται προσωπικά, ενώ οι οικονομικές ευθύνες συχνά κοινωνικοποιούνται.
Σήμερα η Pizza Fan βρίσκεται ακόμη στα χέρια των ιδιοκτητών της.
Το αν θα παραμείνει εκεί, και υπό ποιες συνθήκες, θα είναι ίσως μία από τις σημαντικότερες οικονομικές εξελίξεις αυτής της υπόθεσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Ο ΠΑΡΛΑΠΙΠΑΣ δεν παίρνει θέση με πολιτική άποψη σε άρθρα που αναδημοσιεύονται από διαφορά ιστολόγια. Δημοσιεύονται όλα για την δίκη σας ενημέρωση.
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.