Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Η «Ρωσική Εστία» στο Μαξίμου του Καραμανλή

  • Ποιοι ρώσοι πράκτορες δούλεψαν το «προφίλ» του και τη μυστική επικοινωνία του με τον Πούτιν
  • Οι ελληνορωσικές σχέσεις και η αμερικανική άμυνα απέναντι στη διείσδυση της Μόσχας με πολιτικούς και επιχειρηματίες
  • Τα ραντεβού με τον αμερικανό πρέσβη, οι βολιδοσκοπήσεις και η αναθέρμανση του πρώην πρωθυπουργού για έναν καινούργιο ρόλο
Ο έμπειρος και αεικίνητος Αμερικανός πρέσβης, που έχει δώσει δείγματα γραφής στην
αντιμετώπιση και στο μπλοκάρισμα των ρωσικών κινήσεων εισχώρησης σε περιοχές της Δύσης, έχει «πλευρίσει» τον τελευταίο καιρό τον Κώστα Καραμανλή. Ο διπλωμάτης γευματίζει και κουβεντιάζει με τον πρώην πρωθυπουργό, ο οποίος προξένησε μια σειρά προβλημάτων στην Ουάσιγκτον λόγω της ανεξάρτητης σχέσης (αδιανόητη για το ΝΑΤΟ) που δημιούργησε με τον Βλαδίμηρο Πούτιν. Ο ξαφνικός «έρωτας» του Καραμανλή με τη Μόσχα, οι αγωγοί και γενικά οι θέσεις που πήρε στο Βουκουρέστι και στο σχέδιο Κόφι Ανάν, άναψαν φωτιές στο Στέητ Ντιπάρτμεντ και στο αμερικανικό Πεντάγωνο. Επί εποχής Καραμανλή η ΕΥΠ παρακολουθούσε όλα τα τηλέφωνα του πρωθυπουργού και των μελών της κυβέρνησης. Ο Μπάρακ Ομπάμα, μόλις ανέλαβε την εξουσία τον Ιανουάριο του 2009 και στην πρώτη συνάντησή του με τον Καραμανλή, του ξεκαθάρισε ότι έχει «τελειώσει». Εκεί, στις Βρυξέλλες, του είπε ότι «είναι αδιανόητες ανεξάρτητες σχέσεις χώρας – μέλους του ΝΑΤΟ με τη Μόσχα».
Στη συνέχεια είναι γνωστό ότι ο Καραμανλής «κουράστηκε» ξαφνικά, το είπε στον Χατζηνικολάου και συνετρίβη, τόσο στις ευρωεκλογές όσο και στις εθνικές εκλογές από το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου. Τώρα, επειδή πάντα έχει επιρροή στον χώρο της Ν.Δ. και είναι αγαπητός σε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, βολιδοσκοπείται τόσο από τους Αμερικανούς όσο και από άλλες πλευρές. Η Ελλάς είναι σε διαρκή κρίση και οικονομική αφυδάτωση. Μια προσωπικότητα, όμως, όπως ο πρώην πρωθυπουργός, μπορεί πάντα να παίξει σημαντικό ρόλο, αρκεί βέβαια –τουλάχιστον για τους Δυτικούς- να μην «ξαναπαίξει» κοιτώντας ανατολικά…
Την ώρα που γύρω από το Κυπριακό και το Σκοπιανό διαφαίνεται έντονη διπλωματική κινητικότητα, σε συνδυασμό με την επικρατούσα κατάσταση στα «εύφλεκτα» Βαλκάνια και τη μη προβλέψιμη και ανεξέλεγκτη πολιτική του αλλοπρόσαλλου σουλτάνου Ταγίπ Ερντογάν, εντοπίζεται, εδώ και κάποιο καιρό, μια έντονη, επίμονη και παρασκηνιακή προσπάθεια των Αμερικανών για προσέγγιση του Κώστα Καραμανλή.
Οι πρώτες σχετικές προσπάθειές τους φαίνεται να έχουν αφετηρία το καλοκαίρι, όταν ο Αμερικανός πρέσβης, Τζέφριο Πάιατ, παραβρέθηκε σε εκδήλωση του Ιδρύματος Καραμανλή και μίλησε σε επιλεγμένο ακροατήριο. Λίγο αργότερα, πάλι ο Αμερικανός πρέσβης ήταν ομιλητής, μαζί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, σε εκδήλωση της Νέας Δημοκρατίας υπό την αιγίδα του ίδιου ιδρύματος, για τα 70 χρόνια από το «Σχέδιο Μάρσαλ».
Πέρα όμως από τις οποιεσδήποτε διακριτικές, αλλά όχι μυστικές και άγνωστες, κινήσεις του αμερικανού πρέσβη, υπάρχουν πληροφορίες που φέρουν τον αμερικανικό παράγοντα (Στέιτ Ντιπάρτμεντ) να προτρέπει τον πρέσβη για μεγαλύτερη προσέγγιση και επαφή με τον Κώστα Καραμανλή, χρησιμοποιώντας τις όποιες διαθέσιμες δυνατότητες και «γέφυρες».
Δημοσιογραφικές πληροφορίες αναφέρουν ότι πραγματοποιήθηκαν, ήδη, τρεις ιδιαίτερες συναντήσεις και συζητήσεις μεταξύ τους, που λέγεται ότι ικανοποίησαν τους Αμερικανούς.
Ας μην ξεχνάμε ότι ο Κώστας Καραμανλής έχει σπουδάσει στις ΗΠΑ και εκφράζει την πολιτική συνέχεια του θείου του, Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος σαφώς και πίστευε ότι «ανήκομεν εις την Δύσιν». Όμως, τα ανοίγματα και οι συμφωνίες του Κώστα Καραμανλή προς την Κίνα και περισσότερο προς την Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, εξόργισαν στο παρελθόν τους Αμερικανούς, αφού θεώρησαν ότι οι κινήσεις αυτές προσβάλλουν καίρια τα συμφέροντά τους στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ το «βέτο» του Βουκουρεστίου επέφερε οριστική ρήξη στις σχέσεις των δύο πλευρών και δρομολόγησε ουσιαστικά την πτώση της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή.
Βέβαια, οι συγκεκριμένες προσπάθειες του αμερικανικού παράγοντα για επαφή με τον πρώην πρωθυπουργό δεν αποκλείεται να σχετίζονται με κάποιες φήμες (αν όχι πληροφορίες), ότι, εδώ και μερικούς μήνες, έχει δρομολογηθεί μια μορφή μυστικής επικοινωνίας μεταξύ του Κώστα Καραμανλή και του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, με πρωτοβουλία του τελευταίου, χρησιμοποιώντας ένα τρίτο και ενδιάμεσο πρόσωπο, το οποίο χαίρει εκτίμησης και εμπιστοσύνης και από τις δύο πλευρές. Το συνδυασμένο και ταυτισμένο χρονικά έντονο ενδιαφέρον των δύο αναμφισβήτητων παγκόσμιων υπερδυνάμεων γύρω από το πρόσωπο του Κώστα Καραμανλή, καθιστούν το όλο θέμα εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας
Η μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας θέση της χώρας μας είναι γνωστή και της προσδίδει μοναδική δυνατότητα ελέγχου ολόκληρης της λεγόμενης «Παγκόσμιας Νήσου», δηλαδή τι τρεις ενωμένες ηπείρους: την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική.
Από τους θαλάσσιους ελληνικούς χώρους, το Αιγαίο ελέγχει ουσιαστικά τα Στενά Ελλησπόντου – Βοσπόρου. Το Κρητικό Πέλαγος εξασφαλίζει τον έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ και γενικότερα της Ανατολικής Μεσογείου. Το Ιόνιο Πέλαγος σχετίζεται με το μεγάλης στρατηγικής αξίας στενό του Οτράντο. Ενώ το τόξο Πύλου – Κρήτης – Δωδεκανήσου αναγνωρίζεται ως τεράστιας στρατηγικής σπουδαιότητας περιοχή, αφού αποτελεί μοναδικό σημείο δυνατότητας ελέγχου ή απαγόρευσης εξόδου της Ρωσίας προς τη Μεσόγειο, προκειμένου να αμφισβητήσει την κυριαρχία των Αμερικανών και των Άγγλων, ή, αντιστρόφως, μπορεί να εμποδίσει την κίνηση των τελευταίων προς το Βόρειο Αιγαίο και τα Στενά.
Με βάση αυτά τα αναμφισβήτητα στοιχεία, εύκολα αντιλαμβάνεται ο καθένας το μέγεθος της αξίας που θα είχε για τη Ρωσία μια συμμαχία της και σύμπλευση με την Ελλάδα, η οποία θα της επέτρεπε να αμφισβητήσει τη θαλάσσια κυριαρχία των Δυτικών στη Μεσόγειο, αφού θα μπορούσε να διεισδύσει σε αυτήν, ελέγχοντας καθοριστικά τις κινήσεις μεταξύ της Δυτικής και Ανατολικής Μεσογείου και προσδίδοντάς της, έτσι, καθολική ναυτική ισχύ σε ολόκληρη την Μεσόγειο. Φυσικά, αυτή η πιθανότητα δεν παραβλέπεται από τους Δυτικούς, οι οποίοι έχουν διαχρονικά φροντίσει να δημιουργήσουν και να συντηρούν πολιτικούς και άλλους πυρήνες και κέντρα επιρροής στη χώρα μας, σε τέτοιο βαθμό, που πολύ δύσκολα θα παρακαμφθούν από άλλες δυναμικές, ώστε να απειληθούν τα συγκεκριμένα καίρια και μεγάλης γεωστρατηγικής αξίας συμφέροντά τους.
Ακόμα και η παραμικρή ένδειξη παρέκκλισης από κάποιους βασικούς και μάλλον άγραφους κανόνες και όρους άρνησης υποταγής ή ανυπακοής, εκλαμβάνεται ως μεγάλη αντίδραση στα συμμαχικά και κοινοτικά «κεκτημένα» και σχεδόν αυτόματα ενεργοποιούνται οι ανάλογοι μηχανισμοί, οπότε σύντομα αποκαθίσταται η προγραμματισμένη και επιδιωκόμενη «ομαλότητα» και οι όποιοι απείθαρχοι τιμωρούνται ή περιθωριοποιούνται ενώ, συνήθως, δυσάρεστες επιπτώσεις επέρχονται και στον ελληνικό λαό.
Η περίοδος πρωθυπουργίας του Κώστα Καραμανλή σίγουρα μπορεί να θεωρηθεί ως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, αφού αποδεδειγμένα δέχθηκε, με πρωτοφανή σφοδρότητα και ένταση, συντονισμένες και πολυμέτωπες επιθέσεις και προσβολές, τόσο από τους συμμαχικούς και εταιρικούς κόλπους όσο και από τους εσωτερικούς ποικίλους και πολλαπλώς αντιδρώντες (ελεγχόμενους από ξένα κέντρα) μηχανισμούς. Ο Καραμανλής προκάλεσε την Υπερδύναμη. Χωρίς να αμφισβητήσει τις πάγιες στρατηγικές της χώρας και τον γεωπολιτικό της προσανατολισμό, επιχείρησε μια προσέγγιση με τη Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Αδιανόητη. Και δεν δίστασε να θέσει «βέτο» απέναντι σε συγκεκριμένη θέση και επιθυμία της Υπερδύναμης, αποβλέποντας στην προστασία των Ελληνικών οικονομικών και κυρίως εθνικών συμφερόντων.
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που σήμερα πιστεύουν ότι η επελθούσα δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας μας σχετίζεται αρκετά και με τις επιλογές, τις συμφωνίες και γενικά τα ανοίγματα του Κώστα Καραμανλή προς τη Μόσχα, ενώ συγχρόνως θεωρούν ότι τα μνημόνια και οι εξευτελιστικές συμφωνίες με τους δανειστές μας εντάσσονται στο πλαίσιο της παραδειγματικής τιμωρίας του ελληνικού λαού, αφού έχει δρομολογηθεί και ολοκληρώνεται η απόλυτη και καθολική υποταγή της χώρας μας.
Οι ελληνορωσικές σχέσεις διαχρονικά
Οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Ρωσία και προηγουμένως με τη Σοβιετική Ένωση ήταν πάντοτε ξεχωριστές, αλλά όχι σταθερές και μόνιμες, αφού διέρχονταν και διέπονταν, συνεχώς, από πολλά και σύνθετα γεγονότα και καταστάσεις.
Με την λήξη του Παγκόσμιου και του Εμφυλίου πολέμου, οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Σοβιετική Ένωση ήταν εξαιρετικά περιορισμένες και τυπικές.
Ωστόσο, οι σχέσεις τους στον τομέα των εμπορικών και οικονομικών ανταλλαγών αναπτύχθηκαν γρήγορα, κυρίως λόγω της ανάγκης εξαγωγής των ελληνικών προϊόντων, αλλά και της προσπάθειας της χώρας μας να εξασφαλίσει διπλωματική υποστήριξη στο θέμα της Κύπρου.
Έτσι, σταδιακά, η συμμετοχή στις ελληνικές εξαγωγές όλων των ελεγχόμενων από τη Σοβιετική Ένωση, Ανατολικών χωρών, ξεπέρασε το 21%, ποσοστό που αποτελούσε σημαντική ένδειξη οικονομικής εξάρτησης και πιθανής πολιτικής επιρροής. Με αυτό το στοιχείο και προβάλλοντας την αποφυγή του οικονομικού εναγκαλισμού με τη Μόσχα, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατέθεσε το επίσημο ελληνικό αίτημα για έναρξη διαπραγματεύσεων και σύνδεση με την (τότε) ΕΟΚ.
Συγχρόνως, όμως, η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών ήταν συνεχής και στο αποκορύφωμά της έφτασε με τον λεγόμενο «πόλεμο των γραμματοσήμων», ο οποίος ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1959, όταν οι Σοβιετικοί εξέδωσαν σειρά γραμματοσήμων με προσωπογραφία του Μανώλη Γλέζου, που είχε καταδικαστεί από την ελληνική Δικαιοσύνη ως γνώστης κατασκοπευτικών ενεργειών υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης. Κίνηση που προκάλεσε την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία, με τη σειρά της, εξέδωσε γραμματόσημα με την προσωπογραφία του απαγχονισθέντος από τους σοβιετικούς Ούγγρου πρωθυπουργού, Ίμρε Νάγκι.
Η απειλή του Νικίτα Χρουστσόφ για βομβαρδισμό ακόμα και της Ακρόπολης, ως αντίδραση στην ανάπτυξη νατοϊκού πυραυλικού οπλοστασίου στην Ελλάδα, μάλλον σήμανε και το τέλος της ψυχροπολεμικής κορύφωσης της έντασης μεταξύ των δύο χωρών.
Πάντως, χρειάστηκε να φτάσουμε στον Οκτώβριο του 1979 για να επισκεφθεί τη Μόσχα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ως ο πρώτος Έλληνας πρωθυπουργός που θα το έκανε αυτό, από την Οκτωβριανή επανάσταση.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης και της συνεργασίας του με τον ομόλογό του, Αλεξέι Κορίγκιν, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής διαπραγματεύθηκε σκληρά επί ενεργειακών θεμάτων, που αποτελούν και σήμερα τις παγκοσμίως κρίσιμες και καθοριστικές προτεραιότητες, κατορθώνοντας, μεταξύ άλλων, να εξασφαλίσει την πώληση στην Ελλάδα δύο εκατομμυρίων τόνων πετρελαίου ετησίως για τρία χρόνια.
Ανδρέας Παπανδρέου
Επί πρωθυπουργίας του Ανδρέα Παπανδρέου εντοπίστηκαν αμοιβαία ανοίγματα και μάλλον υπερβολικές προσεγγίσεις, που δεν διέφυγαν της κριτικής και των ακραίων υποθέσεων εκ μέρους δυτικών πολιτικών, αναλυτών και μυστικών υπηρεσιών. Δεν αποτελεί υπερβολή να ειπωθεί ότι, ακόμα και σήμερα, αρκετοί είναι εκείνοι στους κόλπους συγκεκριμένων μεγάλων υπηρεσιών πληροφοριών που ισχυρίζονται (χωρίς να μπορούν και να το αποδείξουν) ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου ίσως φαινομενικά να αποτελούσε έναν υπερασπιστή ή πράκτορα των αμερικανικών συμφερόντων, όμως, οι αποφάσεις και οι πράξεις του καθοριστικά προστάτευσαν και ευνόησαν τα συμφέροντα των Σοβιετικών. Καταλήγοντας στην ισχυρή πιθανότητα να ήταν στρατολογημένος και να ενεργούσε υπέρ αυτών, κάτω από μια βαθιά και τέλεια κάλυψη, στοιχείο που διέκρινε τις δράσεις της περιβόητης KGB.
Όλα αυτά μέχρι στιγμής είναι φήμες και σενάρια. Πάντως, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί ενισχύονται από τις άκρως περίεργες δηλώσεις και προσπάθειές του να υποβαθμίσει τα γεγονότα και τις προεκτάσεις της υπόθεσης του στρατολογημένου από τη CIA σοβιετικού αξιωματούχου της GRU (το 1985), Σεργκέι Μποχάν. Με αποτέλεσμα να επηρεαστεί (αν όχι να κατευθυνθεί αναλόγως) η απόφαση της ελληνικής Δικαιοσύνης, η οποία ήταν αθωωτική για όλους τους κατηγορούμενους. Παρ’ όλο που υπήρχαν πολλά στοιχεία και αποδείξεις ενοχής τους για κατασκοπεία υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης.
Κώστας Μητσοτάκης
Η πρωθυπουργία του Κώστα Μητσοτάκη συνέπεσε με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και ουσιαστικά δεν καταγράφεται κάτι ουσιαστικό στις σχέσεις των δύο χωρών για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, πλην, ενδεχομένως, της αποδοχής εκ μέρους των Σοβιετικών, συμμετοχής τους στην επένδυση της Αλουμίνας. Η αστάθεια που επικράτησε στη Ρωσία κατά τη δεκαετία του ’90, σε συνδυασμό με την αλλοπρόσαλλη πολιτική και την κατάσταση της υγείας του Μπόρις Γιέλτσιν, κράτησαν τις σχέσεις των δύο χωρών σε ένα τυπικό και ανούσιο επίπεδο, με δεδομένα και τα πολλά ρωσικά οικονομικά προβλήματα.
Φυσικά, όλα άλλαξαν με την προώθηση στην εξουσία και την εκλογή του Βλαντιμίρ Πούτιν ως προέδρου της Ρωσίας. Από την πλευρά του τελευταίου εκδηλώθηκε διάθεση ανάπτυξης σχέσεων με την Ελλάδα, αλλά ουσιαστικά δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος. Με τους Ρώσους να αποδίδουν αυτή την κατάσταση στην αδιαφορία και στην επιφυλακτικότητα της ελληνικής πλευράς και ιδιαίτερα στους δισταγμούς και την ατολμία του Κώστα Σημίτη.
Η πρώτη επίσκεψη Κώστα Καραμανλή
Η μεγάλη αλλαγή στις ελληνορωσικές σχέσεις και γενικότερα η αναθέρμανσή τους άρχισε τον Δεκέμβριο του 2004, όταν και πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίσκεψη του τότε πρωθυπουργού, Κώστα Καραμανλή, στη Μόσχα. Η όλη υποδοχή του, από τον μόνιμα ψυχρό και ανέκφραστο Βλαντιμίρ Πούτιν, ήταν ιδιαίτερα θερμή και τα αποτελέσματα των συνομιλιών εντυπωσιακά, αφού οι δύο πλευρές υπέγραψαν κοινή δήλωση για περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων και της πολυμερούς συνεργασίας των δύο χωρών.
Τότε διεγέρθηκαν οι Αμερικανοί. Στο επίκεντρο των συζητήσεων Καραμανλή – Πούτιν βρέθηκε η προώθηση της κατασκευής του αγωγού Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη, οι προμήθειες αμυντικών οπλικών συστημάτων, οι σχέσεις της Ρωσίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, το Κυπριακό και άλλα θέματα της διεθνούς σκηνής, ενώ συμφώνησαν στην ανάγκη για αυστηρή τήρηση των δεσμεύσεων και των σχετικών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Το όλο κλίμα της συγκεκριμένης συνάντησης μεταξύ Καραμανλή και Πούτιν αποτυπώθηκε στις δηλώσεις του πάντοτε μετρημένου, πανούργου και φειδωλού σε τέτοιου είδους χαρακτηρισμούς Ρώσου προέδρου: «Από τότε που εκλεγήκατε πρωθυπουργός οι σχέσεις μας καλυτερεύουν και μερικά θέματα, που δεν μπορούσαμε να προωθήσουμε τα τελευταία χρόνια, τώρα παρουσιάζουν κινητικότητα».
Σύμφωνα με Ρώσους αξιωματούχους, ο Πούτιν είχε σχηματίσει την πρώτη θετική και καθοριστική εντύπωση για τον Κώστα Καραμανλή κατά την πρώτη συνάντηση και γνωριμία μαζί του, τον Δεκέμβριο του 2001, όταν επισκέφθηκε την Αθήνα και ενώ ήταν ακόμα στην αντιπολίτευση, ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας.
Ακολούθησαν και άλλες συναντήσεις των Καραμανλή και Πούτιν, όπου επιβεβαιωνόταν το σταθερό και άριστο κλίμα στις σχέσεις τους, το οποίο κορυφώθηκε τον Απρίλιο του 2008, με τη μετάβαση του Κώστα Καραμανλή στη Μόσχα και την υπογραφή συμφωνίας κατασκευής του South Stream, προκαλώντας την απροκάλυπτη και ασυγκράτητη οργή των Αμερικανών, σε συνδυασμό με το μόλις πριν λίγες ημέρες προβληθέν «βέτο» στο Βουκουρέστι, με γνωστές τις περαιτέρω συνέπειες για τον Κώστα Καραμανλή και την κυβέρνησή του. Είχε υπερβεί τις κόκκινες γραμμές.
Γιώργος Παπανδρέου
Η μετέπειτα ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Γιώργο Παπανδρέου, τον Οκτώβριο του 2009, απογοήτευσε μάλλον τους Ρώσους, κυρίως επειδή θα έχαναν έναν ειλικρινή και αξιόπιστο συνομιλητή τους, αλλά έτρεφαν και μια ελπίδα ότι θα υπήρχε μια ανάλογη συνέχεια για διατήρηση και προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, παρά το γεγονός ότι τον θεωρούσαν εκτελεστική μαριονέτα των Αμερικανών, εκτίμηση που επαληθεύτηκε σχεδόν αμέσως, με τις αποκαλυφθείσες, μέσω του Wikileaks, υποτακτικές αναφορές και δεσμεύσεις τόσο του ίδιου όσο και υπουργών της κυβέρνησής τους στον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα.
Η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στη Μόσχα, τον Φεβρουάριο του 2010, ήταν καθοριστική για τις μετέπειτα ελληνορωσικές σχέσεις, αφού οι Ρώσοι ήταν προετοιμασμένοι απέναντι σε κάποιο ελληνικό οικονομικό αίτημα και ο Πούτιν προσήλθε στη συνάντηση γνωρίζοντας με ποιόν θα μιλήσει και τι θα ακούσει. Γι αυτό και δύσκολα συγκράτησε την αρνητική αντίδρασή του όταν ο Γιώργος Παπανδρέου δεν υπέβαλε κανένα αίτημα και ούτε έθεσε προς συζήτηση οποιοδήποτε θέμα, αρκούμενος σε γενικές αναφορές στην «πράσινη ανάπτυξη».
Από την πλευρά των Ρώσων αντιμετωπίστηκε ως φυσιολογική εξέλιξη η ακύρωσης της συμφωνίας για τον αγωγό Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη και της διακρατικής συμφωνίας για τα BMP-3, με αποτέλεσμα οι ελληνορωσικές σχέσεις να περιπέσουν σε σοβαρή κρίση και σταδιακά εκείνες οι μεταξύ Παπανδρέου και Πούτιν να καταστούν εχθρικές, οπότε εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτή η άρνηση του Ρώσου προέδρου στο τηλεφωνικό αίτημα του Γιώργου Παπανδρέου να συναντηθεί μαζί του, ως προέδρου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Μάλιστα, λέγεται ότι η άρνηση συνοδεύτηκε από βαριές εκφράσεις.
Αντώνης Σαμαράς
Την πρωθυπουργοποίηση του Αντώνη Σαμαρά και κάτω από την ασφυκτική πίεση των οικονομικών δεδομένων, ακολούθησε σχεδόν αμέσως ο εναγκαλισμός και η απόλυτη ταύτισή του με τις θέσεις της Άνγκελας Μέρκελ, στοιχείο που σίγουρα απογοήτευσε τη ρωσική πλευρά, που θα ανέμενε μια περισσότερο διακριτική στάση του Έλληνα πρωθυπουργού απέναντι στους ισχυρούς Ευρωπαίους ηγέτες και μια από μέρους του πρωτοβουλία για αναθέρμανση των ελληνορωσικών σχέσεων, ως συνέχεια της πολιτικής του Κώστα Καραμανλή.
Η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά, επηρεαζόμενη προφανώς από τον Ευάγγελο Βενιζέλο, αδιαφόρησε τελείως για οποιαδήποτε προσέγγιση ή επαφή με τους Ρώσους, ακολουθώντας ουσιαστικά τις αντίστοιχες θέσεις του Γιώργου Παπανδρέου, ενώ η κρίση στην Ουκρανία και η απόλυτη ταύτιση της ελληνικής πολιτικής με τις σχετικές ευρωπαϊκές θέσεις και κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας, απομάκρυναν περισσότερο τις δύο πλευρές.
Γενικά, η επιλογή Σαμαρά να μην κάνει ανοίγματα με τη Μόσχα δημιούργησε στους Ρώσους μια αρνητική εικόνα για την κυβέρνησή του και προσωπικά για τον ίδιο, σε τέτοιο βαθμό, που να αποτελεί τον μοναδικό Έλληνα πρωθυπουργό που δεν κατάφερε να επισκεφθεί επίσημα τη Μόσχα κατά τις τελευταίες δεκαετίες.
Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάνος Καμμένος
Με την πρωθυπουργοποίηση του Αλέξη Τσίπρα άρχισε να διαφαίνεται η διάθεσή του για προσέγγιση με τη Ρωσία του Βλαδίμηρου Πούτιν, πάνω σε βάσεις κοινών συμφερόντων και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Είχε προηγηθεί η επίσκεψη στη Μόσχα του Αλέξη Τσίπρα και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ λίγο πριν από τις ευρωεκλογές του 2014 και όταν το σημερινό κυβερνών κόμμα βρισκόταν στην αντιπολίτευση. Στη διάρκεια αυτής της επίσκεψης, φαίνεται ότι τέθηκαν οι βάσεις και δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις αποκατάστασης των ελληνορωσικών σχέσεων. Δεν πραγματοποιήθηκε, βέβαια, συνάντηση με τον Πούτιν, αλλά οι δύο βασικοί συνομιλητές του Τσίπρα και της αντιπροσωπείας του ΣΥΡΙΖΑ ήταν δύο σημαντικές προσωπικότητες της σημερινής Ρωσίας. Δηλαδή η κατέχουσα την τρίτη κατά σειρά θέση στη ρωσική ιεραρχία, πρόεδρος του Συμβουλίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Βαλεντίνα Ματβιένκο και ο διευθυντής του Ρωσικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών και άριστος γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας, λόγω της προϋπηρεσίας του στην Αθήνα και στη θέση του σταθμάρχη της Ρωσικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Εξωτερικού (SVR), Λεονίντ Ρεσέτνικοφ, ο οποίος διαβεβαίωνε τους παριστάμενους στη συνάντηση ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα ήταν ο επόμενος Έλληνας πρωθυπουργός.
Η αντίδραση της υπό τον Τσίπρα νέας κυβέρνησης απέναντι στις πρόσθετες κυρώσεις της Ε.Ε. εναντίον της Ρωσίας θορύβησε και απασχόλησε πολλούς δυτικούς αξιωματούχους, ενώ αντίθετα χαροποίησε τους Ρώσους, που έβλεπαν ένα σύμμαχό τους στους κόλπους των Βρυξελλών. Το πολύ καλό κλίμα συνεχίστηκε και κορυφώθηκε με την επίσημη επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στη Μόσχα, που φαίνεται να επισπεύσθηκε εκ μέρους της ελληνικής πλευράς, γεγονός που ενόχλησε ιδιαίτερα τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους, αλλά περισσότερο από όλους τους Γερμανούς. Το Βερολίνο πιθανολογούσε ότι η όποια σύναψη στρατηγικών συμμαχιών μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας, θα δημιουργούσε ρήγμα στους κόλπους της Ε.Ε.
Από εκείνο το σημείο και μετά, οι σχέσεις των δύο πλευρών αρχίζουν να ακολουθούν μια εντελώς αντίθετη πορεία, που μπορεί να οφείλεται σε γερμανικές ενέργειες, πιέζοντας και απειλώντας την ελληνική κυβέρνηση από τη μια μεριά, ενώ από την άλλη αδιαφορούν απέναντι στις ενέργειες απόσχισης στην Ανατολική Ουκρανία, γεγονός που μάλλον παραπέμπει σε κάποια υπόγεια συμφωνία Ρώσων και Γερμανών, που προφανώς θα επιτεύχθηκε μέσω των παραδοσιακά εχθρικών, αλλά μόνιμα και ανεξηγήτως συνεργαζόμενων, Υπηρεσιών Πληροφοριών τους, SVR και BND.
Έκτοτε, οι αρμόδιοι ρώσοι αξιωματούχοι ισχυρίζονται ότι από ένα σημείο και μετά ο Πούτιν, Λαβρόφ και Ρεσέτνικοφ αντιλήφθηκαν ότι οι Έλληνες συνομιλητές τους και κυρίως ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάνος Καμμένος, δεν ήξεραν τι ζητούσαν και στερούνταν σοβαρότητας και σταθερότητας, ενώ από τις ίδιες ρωσικές πηγές χαρακτηρίζονται ως «άσχετοι, ερασιτέχνες, ανερμάτιστοι, προβληματικοί, οπορτουνιστές και πολιτικοί τυχοδιώκτες». Με δεδομένους αυτούς τους χαρακτηρισμούς, τους οποίους πλέον χρησιμοποιούν και πολλοί δυτικοί για τα ίδια πρόσωπα, θεωρείται ως φυσιολογική εξέλιξη το σημερινό επίπεδο και η ποιότητα των ελληνορωσικών σχέσεων. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ένα πλήθος πληροφοριών ότι Τσίπρας και Καμμένος αποφάσισαν να βάλουν την πλάτη τους να ακουμπά πλήρως στον αμερικανικό παράγοντα.
Ο ρόλος των ρωσικών Υπηρεσιών Πληροφοριών
Παραδοσιακά, η Σοβιετική Ένωση και στη συνέχεια η Ρωσία, βασίστηκαν και βασίζονται για την άσκηση της πολιτικής τους και τη διαχείριση των ποικίλων θεμάτων ασφαλείας, στις αναμφισβήτητης αξίας πληροφορίες και αναλύσεις των εξαιρετικά δραστήριων, ικανών και αποτελεσματικών μυστικών υπηρεσιών τους (KGB – GRU / SVR – FSB – GRU). Ειδικότερα, ο Βλαντιμίρ Πούτιν, από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε στο τιμόνι της Ρωσίας αναδιοργάνωσε τις ρωσικές Υπηρεσίες Πληροφοριών, τις στελέχωσε υποδειγματικά και επικεφαλής τους ή στις καίριες θέσεις τοποθέτησε παλιούς φίλους και συνεργάτες του, κυρίως από τους κόλπους της KGB, στην οποία και ο ίδιος υπηρέτησε για αρκετά χρόνια.
Η σημασία της Ελλάδας για τη Ρωσία αναφέρθηκε παραπάνω και αυτό επιβεβαιώνεται και από τη στελέχη των κλιμακίων των ρωσικών Υπηρεσιών Πληροφοριών στη χώρα μας και ιδιαίτερα της SVR, η οποία αποτελεί συνέχεια της KGB στο εξωτερικό και θεωρείται από τις μεγαλύτερες και πλέον αποτελεσματικές υπηρεσίες κατασκοπείας στον κόσμο. Η παρουσία των στελεχών των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών στην Ελλάδα παρέμεινε στα ίδια ποσοστά με εκείνα επί Σοβιετικής Ένωσης. Δηλαδή περίπου 30% επί του συνολικού αριθμού των υπηρετούντων στη διπλωματική εκπροσώπηση της Ρωσίας στην Ελλάδα. Το μεγάλο πλεονέκτημα για τις ρωσικές Υπηρεσίες Πληροφοριών είναι ότι πλέον και στην Ελλάδα διαθέτουν επίσημους συνδέσμους οι οποίοι έρχονται σε επαφή και συνεργάζονται με την ΕΥΠ. Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, ο Πούτιν τη γεωστρατηγική σημασία της χώρας μας στην περιοχή, επέλεξε δύο από τους φίλους και παλιούς του συνεργάτες στην KGB για σταθμάρχες της SVR στην Αθήνα, αντικαθιστώντας ο ένας τον άλλο, μέχρι το 2010. Πρόκειται για τον Λεονίντ Ρεσέτνικοφ και τον Ανατόλι Τκ… για τους οποίους θα πρέπει να γίνει ειδικότερη αναφορά.
Ο Λεονίντ Ρεσέτνικοφ
Ο Λεονίντ Ρεσέτνικοφ είναι ένας από τους πλέον στενούς, έμπειρους και εφυέστερους συνεργάτες του Βλαντιμίρ Πούτιν στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, ενώ οι σχετικές εισηγήσεις του επηρεάζουν την όλη στρατηγική και πολιτική του Κρεμλίνου, με αποτέλεσμα πολλοί να τον θεωρούν ως τον επόμενο πρωθυπουργό.
Από τις αρχές του 1970 εντάχθηκε στις τάξεις της σοβιετικής KGB και της μετέπειτα ρωσικής SVR, όπου διακρίθηκε, αναδείχθηκε και έγινε στρατηγός, καταλαμβάνοντας καίριες θέσεις στους κόλπους των δύο υπηρεσιών, ενώ για κάποιο διάστημα υπήρξε προϊστάμενος του Πούτιν, όταν υπηρετούσε κι εκείνος στις τάξεις της KGB.
Γνωρίζει και ομιλεί την ελληνική, βουλγαρική και σερβική γλώσσα, ενώ ξεχωρίζει και από τις πολλές γνώσεις και εμπειρίες του επί του βαλκανικού χώρου. Ειδικότερα, θεωρείται άριστος γνώστης των ελληνικών θεμάτων, αφού υπηρέτησε για δύο χρονικά διαστήματα στην Αθήνα, την πρώτη φορά κάτω από την ιδιότητα – κάλυψη του διπλωματικού υπαλλήλου και τη δεύτερη φορά (Ιούνιος 2000 – Νοέμβριος 2004) ως σταθμάρχης και επίσημος σύνδεσμος της SVR με την αντίστοιχη ελληνική ΕΥΠ, με προσωπική επιθυμία – εντολή του Βλαντιμίρ Πούτιν και για τις ανάγκες διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, κάτω από απόλυτη και εγγυημένη ασφάλεια.
Η από την πρώτη στιγμή θερμή προσέγγιση του Κώστα Καραμανλή από τον Βλαντιμίρ Πούτιν οφείλεται στις πληροφορίες για την προσωπικότητα, τα χαρακτηριστικά στοιχεία και τις πολιτικές επιδιώξεις του που του μετέφερε ο Ρεσέτνικοφ, όταν ο Ρώσος πρόεδρος επισκέφθηκε την Αθήνα τον Δεκέμβριο του 2001 και όταν ο Κώστας Καραμανλής ήταν ακόμα στην αντιπολίτευση και ο Ρεσέτνικοφ υπηρετούσε στην Αθήνα.
Αντικαταστάθηκε από τον Ανατόλι Τκ… και επιστρέφοντας στη Μόσχα, το 2004, τέθηκε επικεφαλής της νευραλγικής Διεύθυνσης Πληροφοριών και Ανάλυσης της SVR, παραμένοντας στη θέση αυτή μέχρι το 2009, όταν ο Πούτιν τον επέλεξε για διευθυντή του νεοσύστατου Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, το οποίο αρχικά αποτελούσε τμήμα προέκτασης και συνδέσμου των τριών ρωσικών Υπηρεσιών Πληροφοριών (SVR, FSB, GRU). Στη συνέχεια οργανώθηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτελεί τον κύριο σύμβουλο του ρώσου προέδρου στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, ενώ συγχρόνως λειτουργεί και ως δεξαμενή σκέψης, στα πρότυπα των think tanks RAND και STRATFOR.
Γενικότερα, ο Λεονίντ Ρεσέτνικοφ θεωρείται ο «ρώσος Κίσινγκερ» και εμπνευστής του σχεδίου απόσχισης των φιλορωσικών περιοχών της Ανατολικής Ουκρανίας, χωρίς να προκληθεί ουδεμία αντίδραση από τη Μέρκελ και τον Ολάντ, αφού ο πανέξυπνος και πολύπειρος Ρεσέτνικοφ εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο τις παραδοσιακές υπόγειες και σταθερές σχέσεις μεταξύ των αρμοδίων Υπηρεσιών Πληροφοριών της Ρωσίας και της Γερμανίας (SVR και BND).
Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα εμφανιζόταν ως ένα βαθιά θρησκευόμενο άτομο και σε περιόδους που η Εκκλησία δεν ήταν τόσο προσιτή στους Ρώσους, γεγονός που έβαζε σε υποψίες την ΕΥΠ για τον πραγματικό του ρόλο στις σχέσεις του με χώρους ελληνικών εκκλησιών και μονών. Τελικά, αποδείχθηκε ότι ήταν ένας πραγματικός Ορθόδοξος Χριστιανός, ενώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι μέχρι πριν από δύο χρόνια επισκεπτόταν κάθε χρόνο τη Λήμνο κατά τους ρωσικούς εορτασμούς στο εκεί ρωσικό νεκροταφείο, ως επικεφαλής μεγάλης επίσημης ρωσικής αντιπροσωπείας.
Ο Ανατόλι Τκ…
Οι διαδοχικές θητείες του Ανατόλι Τκ… στην Ελλάδα, αρχικά με την καλυπτική ιδιότητα του ανταποκριτή του ΤΑΣ και στη συνέχεια με την επίσημη ιδιότητα του σταθμάρχη της SVR και συνδέσμου της με την ΕΥΠ, συνδυάστηκαν με έντονη δράση του, πληροφοριακές διεισδύσεις και ειδικές αποστολές.
Από όλες σχεδόν τις δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών αναγνωριζόταν ως ένας από τους πλέον ειδικούς και αποτελεσματικούς στρατολόγους της KGB και της μετέπειτα SVR, ενώ δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι αποτελούσε το «φόβητρο» πολλών επιχειρησιακών στελεχών, δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών. Μάλιστα, δύο μεγάλες ευρωπαϊκές υπηρεσίες τον θεωρούσαν ως το πλέον ικανό και αποτελεσματικό επιχειρησιακό στέλεχος της KGB στη στρατολόγηση ατόμων που κατείχαν καίριες και νευραλγικές θέσεις, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Μιλούσε άπταιστα την ελληνική και σε όποιο επίπεδο επιθυμούσε ή ήταν αναγκαίο, χρησιμοποιώντας λέξεις και φράσεις που συνηθίζονται σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας. Στην Ελλάδα και κυρίως κατά τη δεκαετία του ’80, φέρεται να έχει στρατολογήσει δεκάδες δυτικούς αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και δύο στελέχη μεγάλων δυτικών υπηρεσιών.
Οι Έλληνες αξιωματούχοι δεν πρέπει να βρίσκονταν στους στόχους του, αλλά εκείνο που είναι σίγουρο είναι ότι δεν κατάφερε, όπως και κανένας άλλος Ρώσος πράκτορας, να διεισδύσει στην ΚΥΠ – ΕΥΠ, στη μοναδική συμμαχική υπηρεσία που απέτυχαν να εισέλθουν οι ρώσοι, όπως βεβαιώνουν αρμόδιοι αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ και εμμέσως παραδέχτηκαν κάποια στιγμή και οι ίδιοι οι ρώσοι. Ακόμα, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ουδέποτε ανέπτυξε σχέσεις και επαφές με στελέχη του ΚΚΕ, ίσως και για λόγους αποφυγής κινδύνου έκθεσής του.
Σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες δεν του επιτρέπεται ακόμα η είσοδός του σε αυτές, αν και έχει συνταξιοδοτηθεί, λόγω «επικινδυνότητας» και κυρίως λόγω της σχέσης του με τον Πούτιν, ενώ, με εισηγήσεις συγκεκριμένων ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών, έχει συμπεριληφθεί, από τη δεκαετία του ’90, στις λίστες των ατόμων που απαγορεύεται η είσοδός τους σε χώρες του Shengen, με συνέπεια για την όποια επίσκεψή του και είσοδο στην Ελλάδα να απαιτείται εθνική θεώρηση. Η αντιπάθεια, αν όχι το μίσος του απέναντι στους αμερικανικούς δεν συγκρατούνταν, σε σημείο που, σε εκδήλωση στη ρωσική πρεσβεία, παραλίγο να χειροδικήσει στον σταθμάρχη της CIA επειδή δεν μιλούσε ελληνικά ή ρωσικά. Σοβιετικός αξιωματούχος, που υπηρετούσε στη σοβιετική πρεσβεία, όταν ο Σεργκέι Μποχάν κατέφυγε στους Αμερικανούς, ισχυριζόταν ότι ο Ανατόλι Τκ… τον υποπτευόταν και είχε ζητήσει τον επαναπατρισμό του, αλλά δεν εισακούστηκε.
Μπορεί να μην είναι άθεος, αλλά ουδέποτε παρατηρήθηκε να κάνει τον σταυρό του, διαφέροντας έτσι, τόσο από τον Πούτιν όσο και από τον Ρεσέτνικοφ, οι οποίοι πάντως τον αναγνώριζαν ως ικανότερό τους επιχειρησιακά. Ειδικότερα, ο Ρεσέτνικοφ ζητούσε συχνά τη γνώμη και τη συμβουλή του σε διάφορες επιχειρήσεις, ενώ στις τάξεις της KGB και της μετέπειτα SVR έχαιρε απόλυτου σεβασμού, αλλά υπήρξαν στιγμές που είχε έντονες διαμάχες με τους διαφωνούντες μαζί του.
Η σωματική του διάπλαση και γενικά η εμφάνισή του ήταν περισσότερο συμβατή με πυγμάχο βαρέων βαρών, ενώ διέθετε μια ξεχωριστή ικανότητα να εντοπίζει την παρακολούθηση και να αποφεύγει την φωτογράφισή του.
Μπορεί ο Ρεσέτνικοφ να μετέφερε την καλύτερη εικόνα για τον Κώστα Καραμανλή στον Βλαντιμίρ Πούτιν, αλλά την πρώτη και πληρέστερη ενημέρωση γύρω από τον χαρακτήρα, τις ικανότητες και τον πατριωτισμό του πρώην Έλληνα πρωθυπουργού, την είχε από τον καλό του φίλο Ανατόλι Τκ…, λίγο πριν επισκεφθεί, τον Δεκέμβριο του 2001, την Αθήνα και συναντήσει τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο Ανατόλι, αν και φειδωλός στα λόγια, μιλούσε πάντα με τα καλύτερα λόγια για τον Κώστα Καραμανλή και την ανάγκη ανάπτυξης στενών σχέσεών του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων, τα οποία συνεχώς επικαλείτο στις όποιες συζητήσεις του, αποδίδοντας τις τυχόν αρνητικές εκβάσεις τους σε αμερικανικές παρεμβάσεις.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ανατόλι Τκ… έτρεφε, επίσης, μεγάλη εκτίμηση και σεβασμό προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με τον οποίο είχε γνωριστεί κατά την επίσημη επίσκεψη του τελευταίου, ως πρωθυπουργού, στη Μόσχα, τον Οκτώβριο του 1979, όταν και έκανε χρέη διερμηνέα στις συνομιλίες και στη συνεργασία μεταξύ του τότε Έλληνα πρωθυπουργού και του Ρώσου ομολόγου του Αλεξέι Κοσίγκιν.
Κατά τη διάρκεια της τελευταίας θητείας του στην Αθήνα, ως σταθμάρχης της SVR, εντόπισε αρκετές προσπάθειες επιχειρησιακών στελεχών της CIA και της MI6, για προσέγγιση αξιωματούχων της ρωσικής πρεσβείας, αλλά απέτρεπε τον Ρώσο πρέσβη να προχωρήσει σε σχετική διαμαρτυρία προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, επειδή στην πρωθυπουργία βρισκόταν ο Κώστας Καραμανλής, ενώ έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια προς τον Μιλτιάδη Έβερτ, τον οποίο φαίνεται να είχε γνωρίσει.
Από το 2010 και μετά, το κλιμάκιο της SVR στην Ελλάδα αποδυναμώθηκε και υποβαθμίστηκαν οι σχέσεις του με την ΕΥΠ, ως ανάλογη συνέπεια και εικόνα με τις τότε υφιστάμενες ελληνορωσικές σχέσεις, που χαρακτηρίζονται μέσα από τη φράση του Ανατόλι σε Έλληνα φίλο του, απερχόμενος και απογοητευμένος από την Ελλάδα: «Τώρα θα παγώσουν εντελώς οι σχέσεις μας».
Η επόμενη ημέρα στις ελληνορωσικές σχέσεις
Με βάση όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα, δεν διαφαίνεται περίπτωση βελτίωσης και αναθέρμανσης των πολύ καθοριστικών για την οικονομία της χώρας μας ελληνορωσικών σχέσεων, αφού η όλη πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων εφαρμόζει πιστά τα κελεύσματα και τις αξιώσεις των ισχυρών συμμάχων και εταίρων μας.
Πάντως, η τυχόν δημιουργηθείσα σημερινή επαφή του Βλαντιμίρ Πούτιν με τον Κώστα Καραμανλή, ακόμα και αν υφίσταται, δεν μπορεί να ερμηνευθεί με ποιο τρόπο και για ποιόν λόγο συνέπεσε και με την αντίστοιχη δυνατή επιθυμία των Αμερικανών για προσέγγιση του πρώην πρωθυπουργού, οπότε προκύπτει μια άκρως ενδιαφέρουσα και διερευνήσιμη υπόθεση. Θα επανέλθει ο Καραμανλής με «πράσινο φως» της Ουάσιγκτον; Θέλει να γυρίσει κάποια στιγμή που θα τον χρειαστεί η ΝΔ ή θα γυρίσει ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με ευρύτερες αρμοδιότητες, ένα σενάριο που βλέπουν μάλλον με καλό μάτι ο Τσίπρας και ο Καμμένος;
Γιώργος Τράγκας
Περιοδικό Crash

Δεν υπάρχουν σχόλια:

.

.

Δημοφιλείς αναρτήσεις