Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις είναι από την Ελληνική γλώσσα. Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της Πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σε αυτήν δεν υπάρχουν όρια. Η Ελληνική κι η Κινέζικη είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους Λαούς και στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από την μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική.....
Tο πρώτο μεγάλο πλήγμα που δέχθηκε η Ελληνική γλώσσα ήταν η Μεταρρύθμιση του 1976 με την κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών κι η διά Νόμου καθιέρωση της Δημοτικής και του μονοτονικού, γιατί κατάντησε ατονικό. Άλλο μεγάλο πλήγμα είναι ότι η Οικογένεια, ο Δάσκαλος κι ο Ιερέας αντικαταστάθηκαν από την Τηλεόραση, που ασκεί ολέθρια επίδραση όχι μόνο στη γλώσσα, αλλά και στον χαρακτήρα και στο ήθος.
Το CNN σε συνεργασία με την εταιρεία υπολογιστών apple ετοίμασαν ένα εύκολο Πρόγραμμα εκμάθησης ελληνικών προς τους αγγλόφωνους κ’ ισπανόφωνους των ΗΠΑ. Το σκεπτικό αυτής της πρωτοβουλίας ήταν ότι η Ελληνική εντείνει τ’ ορθολογικό πνεύμα, ξύνει το επιχειρηματικό πνεύμα και προτρέπει τους Πολίτες προς την δημιουργικότητα. Μετρώντας τις διαφορετικές λέξεις που έχει η κάθε γλώσσα βλέπουμε ότι όλες έχουν από αρκετές χιλιάδες, άρα είναι αδύνατο να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσες κι οι λέξεις μίας γλώσσας, γιατί κανένας δεν θα θυμόταν τόσα πολλά σύμβολα.
Το ίδιο ισχύει και με τις διαφορετικές συλλαβές των λέξεων (π.χ. τις: α, αβ, βα, βρα, βε, ου) που έχει η κάθε γλώσσα. Μετρώντας επίσης τους διαφορετικούς φθόγγους των λέξεων (τους: α, β, γ) που έχει η κάθε γλώσσα βλέπουμε ότι αυτοί είναι σχετικά λίγοι, είναι μόλις 20, δηλαδή οι εξής: α, ε, ο, ου, ι, κ, γ, χ, τ, δ, θ, π, β, φ, μ, ν, λ, ρ, σ, ζ , όμως, αν καταγράφουμε τις λέξεις μόνο ως έχουν φθογγικά, δε διακρίνονται οι ομόηχες, π.χ.: τίχι = τείχη – τοίχοι – τύχη – τύχει, καλί = καλοί – καλή – καλεί. Επομένως, δεν είναι δυνατό να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσοι κι οι διαφορετικοί φθόγγοι των λέξεων. Προ αυτού του προβλήματος οι άνθρωποι κατάφυγαν σε διάφορα τεχνάσματα, γιά να επιτύχουν την καταγραφή του προφορικού λόγου, κυριότερα των οποίων είναι το Αιγυπτιακό και το Ελληνικό.
Το τέχνασμα που επινόησαν οι Αρχαίοι Έλληνες, προκειμένου να καταφέρουν να καταγράφουν φωνητικά τις λέξεις, ήταν η χρησιμοποίηση από τη μιά τόσων γραμμάτων όσοι κι οι φθόγγοι των λέξεων, φωνηέντων και συμφώνων, δηλαδή των γραμμάτων: Α(α), Β(β), Γ(γ) κι από την άλλη κάποιων ομόφωνων γραμμάτων, δηλαδή των: Ω(ο) – Ο(ο), Η(η) – Υ(υ) – Ι(ι), με τα οποία, βάσει Κανόνων, αφενός υποδείχνεται η Ετυμολογία (= το μέρος λόγου ή ο τύπος κ.τ.λ.), άρα το ακριβές νόημα των λέξεων κι αφετέρου διακρίνονται οι ομόηχες λέξεις, π.χ.: τύχη – τείχη – τύχει – τοίχοι, λίπη – λείπει – λύπη. Παράβαλε π.χ. ότι στην ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε το τελευταίο φωνήεν των ρημάτων με τα γράμματα – ω, ει και των πτωτικών με τα – ο,ι,η, ώστε να διακρίνονται οι ομόηχοι τύποι: καλώ – καλό, καλεί – καλή, σύκο – σήκω, φιλί – φυλή, φιλώ – φύλο. Παράβαλε ομοίως ότι στην ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε τα κύρια ονόματα με κεφαλαίο γράμμα και τα κοινά με μικρό, γιά διάκριση των ομόφωνων λέξεων: νίκη – Νίκη, αγαθή – Αγαθή.
Τα Ελληνικά είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που ομιλείται και γράφεται συνεχώς επί 4.000 τουλάχιστον συναπτά έτη, καθώς ο Arthur Evans διέκρινε 3 Φάσεις στην Ιστορία της Μηνωικής Γραφής, εκ των οποίων η πρώτη από το 2000 π.Χ. ώς το 1650 π.Χ. Μπορεί κάποιος να διαφωνήσει και να πει ότι τ’ Αρχαία και τα Νέα Ελληνικά είναι διαφορετικές γλώσσες, αλλά κάτι τέτοιο είναι τελείως αναληθές.
Ο Οδυσσέας Ελύτης είπε: «Εγώ δεν ξέρω να υπάρχει παρά μία γλώσσα, η ενιαία Ελληνική γλώσσα. Το να λέει ο Έλληνας ποιητής, ακόμα και σήμερα, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη, ο άνεμος, όπως το έλεγαν η Σαπφώ κι ο Αρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πολύ σπουδαίο. Επικοινωνούμε κάθε στιγμή μιλώντας με τις ρίζες που βρίσκονται εκεί. Στ’ Αρχαία». Ο μεγάλος Διδάσκαλος του Γένους Αδαμάντιος Κοραής είχε πει: «Όποιος χωρίς την γνώση της Αρχαίας επιχειρεί να μελετήσει και να ερμηνεύσει την Νέαν ή απατάται ή απατά». Παρ’ ότι πέρασαν χιλιάδες χρόνια, όλες οι Ομηρικές λέξεις έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα. Μπορεί να μην διατηρήθηκαν ατόφιες, άλλα έχουν μείνει στην γλώσσα μας μέσω των Παραγώγων τους. Μπορεί να λέμε νερό αντί για ύδωρ αλλά λέμε υδροφόρα, υδραγωγείο κι αφυδάτωση.
Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε το ρήμα δέρκομαι (βλέπω) αλλά χρησιμοποιούμε τη λέξη οξυδερκής. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε την λέξη αυδή (φωνή) αλλά λέμε άναυδος κι απηύδησα. Επίσης, σήμερα δεν λέμε λωπούς τα ρούχα, αλλά λέμε την λέξη λωποδύτης, που σημαίνει αυτός που βυθίζει (δύει) το χέρι του μέσα στο ρούχο σου (λωπή) γιά να σε κλέψει.
Η Γραμμική Β’ είναι κι αυτή καθαρά Ελληνική, γνήσιος πρόγονος της Αρχαίας Ελληνικής. Ο Άγγλος Αρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις, αποκρυπτογράφησε βάση κάποιων ευρημάτων αυτή τη Γραφή κι απέδειξε την Ελληνικότητά της. Μέχρι τότε όλοι αγνοούσαν πεισματικά έστω και το ενδεχόμενο να ήταν Ελληνική. Το γεγονός αυτό έχει τεράστια σημασία καθώς πάει τα Ελληνικά αρκετούς αιώνες ακόμα πιό πίσω στα βάθη της ιστορίας. Αυτή η γραφή σίγουρα ξενίζει, καθώς τα σύμβολα που χρησιμοποιεί είναι πολύ διαφορετικά από το σημερινό Αλφάβητο. Παρ’ όλα αυτά, η προφορά είναι παραπλήσια, ακόμα και με τα Νέα Ελληνικά. Γιά παράδειγμα, η λέξη TOKOSOTA σημαίνει Τοξότα (κλητική).
Είναι γνωστό ότι κ και σ στα Ελληνικά μας κάνει ξ και με μιά απλή επιμεριστική ιδιότητα, όπως κάνουμε και στα Μαθηματικά, βλέπουμε ότι η λέξη αυτή εδώ και τόσες χιλιετίες δεν άλλαξε καθόλου. Ακόμα πιό κοντά στην Νεοελληνική, ο άνεμος, που στη Γραμμική Β’ γράφεται ANEMO, καθώς και ράπτης, έρημος και τέμενος, που είναι αντίστοιχα στην Γραμμική Β’ RAPTE, EREMO, TEMENO και πολλά άλλα παραδείγματα. Υπολογίζοντας όμως, έστω και με τις συμβατικές χρονολογίες, οι οποίες τοποθετούν τον Όμηρο γύρω στο 1.000 π.Χ., έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε: Πόσες χιλιετίες χρειάστηκε η γλώσσα μας από την εποχή που οι άνθρωποι των σπηλαίων του Ελληνικού Χώρου την πρωτοάρθρωσαν με μονοσύλλαβους φθόγγους μέχρι να φτάσει στην εκπληκτική τελειότητα της Ομηρικής Επικής Διαλέκτου, με λέξεις όπως ροδοδάκτυλος, λευκώλενος, ωκύμορος κτλ;
Ο Πλούταρχος στο «Περί Σωκράτους δαιμονίου» μας πληροφορεί ότι ο Αγησίλαος ανακάλυψε στην Αλίαρτο τον τάφο της Αλκμήνης, της μητέρας του Ηρακλέους, ο οποίος τάφος είχε ως αφιέρωμα «πίνακα χαλκούν έχοντα γράμματα πολλά θαυμαστά, παμπάλαια…». Φανταστείτε περί πόσο παλαιάς γραφής πρόκειται, αφού οι ίδιοι οι Αρχαίοι Έλληνες την χαρακτηρίζουν αρχαία. Φυσικά, δεν γίνεται ξαφνικά, από το πουθενά, να εμφανιστεί ένας Όμηρος και να γράψει 2 λογοτεχνικά αριστουργήματα, είναι προφανές ότι από πολύ πιό πριν υπήρχε γλώσσα (και γραφή) υψηλού επιπέδου. Πράγματι, από την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία γνωρίζουμε ότι ο Όμηρος δεν υπήρξε ο πρώτος, αλλά ο τελευταίος και διασημότερος μίας μεγάλης σειράς Επικών Ποιητών, των οποίων τα ονόματα έχουν διασωθεί (Κρεώφυλος, Πρόδικος, Αρκτίνος, Αντίμαχος, Κιναίθων, Καλλίμαχος), καθώς και τα ονόματα των έργων τους (Φορωνίς, Φωκαΐς, Δαναΐς, Αιθιοπίς, Επίγονοι, Οιδιπόδεια, Θήβαις…), δεν έχουν όμως διασωθεί τα ίδια τα έργα τους.
Η δύναμη της Ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στην ικανότητά της να πλάθεται, όχι μόνο προθεματικά ή καταληκτικά, αλλά διαφοροποιώντας, σε μερικές περιπτώσεις, μέχρι και τη ρίζα της λέξης (π.χ. τρέχω και τροχός, παρ’ ότι είναι από την ίδια Οικογένεια αποκλίνουν ελαφρώς στη ρίζα). Η Ελληνική γλώσσα είναι ειδική στο να δημιουργεί σύνθετες λέξεις με απίστευτων δυνατοτήτων χρήσεις, πολλαπλασιάζοντας το λεξιλόγιο. Το Διεθνές Λεξικό Webster’s (Webster’s New International Dictionary) αναφέρει:
«Η Λατινική κι η Ελληνική, ιδίως η Ελληνική, αποτελούν ανεξάντλητη πηγή υλικών γιά τη δημιουργία Επιστημονικών Όρων, ενώ οι Γάλλοι Λεξικογράφοι Jean Bouffartigue κι Anne-Marie Delrieu τονίζουν: «Η Επιστήμη βρίσκει ασταμάτητα νέα αντικείμενα ή έννοιες. Πρέπει να τα ονομάσει. Ο θησαυρός των Ελληνικών ριζών βρίσκεται μπροστά της, αρκεί ν’ αντλήσει από εκεί. Θα ήταν πολύ περίεργο να μην βρει αυτές που χρειάζεται. Ο Γάλλος Συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ, έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της Ελληνικής, είχε δηλώσει σχετικώς:
«Η Ελληνική γλώσσα έχει το χαρακτηριστικό να προσφέρεται θαυμάσια γιά την έκφραση όλων των Ιεραρχιών με μιά απλή εναλλαγή του πρώτου συνθετικού. Αρκεί κανείς να βάλει ένα -παν -πρώτο -αρχί -υπέρ- ή μιά οποιαδήποτε άλλη πρόθεση μπροστά σ’ ένα θέμα. Αν συνδυαστούν μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνουμε μιά ατελείωτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν στα δε ως μία σημασιολογική κλίμακα, η οποία ορθώνεται προς τον ουρανό των λέξεων». Στην Ιλιάδα η Θέτις θρηνεί γιά ό,τι θα πάθει ο υιός της σκοτώνοντας τον Έκτωρα «διό και δυσαριστοτοκείαν αυτήν ονομάζει».
Η λέξη αυτή από μόνη της είναι ένα μοιρολόι, δυς + άριστος + τίκτω (=γεννώ) και σημαίνει, όπως αναλύει το Ετυμολογικόν το Μέγα, που για κακό γέννησα τον άριστο. Προ ολίγων ετών κυκλοφόρησε στην Ελβετία το Λεξικό ανύπαρκτων λέξεων (Dictionnaire Des Mots Inexistants) όπου προτείνεται ν’ αντικατασταθούν Γαλλικές περιφράσεις με μονολεκτικούς όρους από τα Ελληνικά. Π.χ. androprere, biopaleste, dysparegorete, ecogeniarche, elpidophore, glossoctonie, philomatheem tachymathie, theopempte κλπ., περίπου 2.000 λήμματα με προοπτική περαιτέρω εμπλουτισμού.
Είναι προφανές ότι, τουλάχιστον όσον αφορά την Ακριβολογία, γλώσσες όπως τα Ελληνικά υπερτερούν σαφώς σε σχέση με γλώσσες όπως τ’ Αγγλικά. Είναι λογικό ότι μπορεί πολύ πιό εύκολα να καθιερωθεί μία γλώσσα Διεθνής όταν είναι πιό εύκολη στην εκμάθηση, από τη άλλη. Όμως μία τέτοια γλώσσα εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι τόσο ποιοτική. Συνέπεια αυτών είναι ότι η Αγγλική γλώσσα δεν μπορεί να είναι λακωνική όπως είναι η Ελληνική, καθώς γιά να μην είναι διφορούμενο το νόημα της εκάστοτε φράσης, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον λέξεις. Γιά παράδειγμα, η λέξη drink, ως αυτοτελής φράση δεν υφίσταται στα Αγγλικά, καθώς μπορεί να σημαίνει ποτό, πίνω, πιές κτλ. Αντιθέτως στα Ελληνικά η φράση πιες βγάζει νόημα, χωρίς να χρειάζεται να βασιστείς στα συμφραζόμενα γιά να καταλάβεις το νόημά της [στ' Αρχαία Ελληνικά εκτός από Ενικός και Πληθυντικός αριθμός, υπήρχε και Δυϊκός αριθμός.
Υπάρχει στα Ελληνικά κι η Δοτική πτώση, εκτός από τις υπόλοιπες 4 πτώσεις ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλιτική. Η Δοτική χρησιμοποιείται συνεχώς στον καθημερινό μας λόγο (π.χ. Βάσει των μετρήσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι...) κι είναι πραγματικά άξιον λόγου το γιατί εκδιώχθηκε βίαια από τη νεοελληνική γλώσσα. Ακόμα παλαιότερα, εκτός από την εξορισμένη, αλλά ζωντανή, Δοτική υπήρχαν κι άλλες 3 επιπλέον πτώσεις οι οποίες όμως χάθηκαν]. Το ίδιο πρόβλημα, σε πολύ πιό έντονο βαθμό, έχει κι η Κινεζική γλώσσα. Όπως μας λέει κι ο Κρητικός Δημοσιογράφος Α. Κρασανάκης: «Επειδή οι απλές λέξεις είναι λίγες, έχουν αποκτήσει πάρα πολλές έννοιες, γιά να καλύψουν τις ανάγκες της έκφρασης, π.χ.: σι = γνωρίζω, είμαι, ισχύς, κόσμος, όρκος, αφήνω, θέτω, αγαπώ, βλέπω, φροντίζω, περπατώ, σπίτι κ.τ.λ., πα = μπαλέτο, οκτώ, κλέφτης, κλέβω, πάϊ = άσπρο, εκατό, εκατοστό, χάνω». Ίσως να υπάρχει ελαφρά διαφορά στον τονισμό, αλλά ακόμα και να υπάρχει, πώς είναι δυνατόν να καταστήσεις ένα σημαντικό κείμενο (π.χ. Συμβόλαιο) ξεκάθαρο;
Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους. Γιά παράδειγμα, η λέξη λωποδύτης χρησιμοποιείται γι’ αυτόν που βυθίζει το χέρι του στο ρούχο μας και μας κλέβει, κρυφά δηλαδή, ενώ ο ληστής είναι αυτός που μας κλέβει φανερά, μπροστά στα μάτια μας. Επίσης το άγειν και το φέρειν έχουν την ίδια έννοια. Όμως το πρώτο χρησιμοποιείται γιά έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο γι’ άψυχα.
Στα Ελληνικά έχουμε τις λέξεις κεράννυμι, μίγνυμι και φύρω, που όλες έχουν το νόημα του ανακατεύω. Όταν ανακατεύουμε δύο στερεά ή δυό υγρά μεταξύ τους, αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό), τότε χρησιμοποιούμε την λέξη μειγνύω, ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε φύρω. Εξ ού και η λέξη αιμόφυρτος, που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει. Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες πληγωνόντουσαν στην μάχη, έτρεχε τότε το αίμα κι ανακατευόταν με την σκόνη και το χώμα. Το κεράννυμι σημαίνει ανακατεύω δυό υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως γιά παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Εξ’ ού και ο άκρατος (δηλαδή καθαρός) οίνος που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό. Τέλος η λέξη παντρεμένος έχει διαφορετικό νόημα από την λέξη νυμφευμένος, διαφορά που περιγράφουν οι ίδιες οι λέξεις γιά όποιον τους δώσει λίγη σημασία: Η λέξη παντρεμένος προέρχεται από το ρήμα υπανδρεύομαι και σημαίνει τίθεμαι υπό την εξουσία του ανδρός, ενώ ο άνδρας νυμφεύεται, δηλαδή παίρνει νύφη. Γνωρίζοντας τέτοιου είδους λεπτές εννοιολογικές διαφορές, είναι πραγματικά πολύ αστεία μερικά από τα πράγματα που ακούμε στην καθημερινή, συχνά λαθεμένη, ομιλία (π.χ., ο Χ παντρεύτηκε).
Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις γιά έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.
Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πως να γράφουμε σωστά. Μέσω της Ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει. Το πειρούνι, για παράδειγμα, γιά κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με ει κι όχι με ι, όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα.
Το πειρούνι προέρχεται από το ρήμα πείρω, που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό γιά να το πιάσουμε. Επίσης η λέξη συγκεκριμένος δεν μπορεί να γραφτεί συγκεκρυμμένος, καθώς προέρχεται από το κριμένος, αυτός που έχει κριθεί κι όχι από το κρυμμένος, αυτός που έχει κρυφτεί. Άρα, το να υπάρχουν πολλά γράμματα γιά τον ίδιο ήχο (π.χ.: η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιό σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μία βασική κατανόηση της γλώσσας μας. Επιπλέον, η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας Νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λές, ενώ μιλάς κι εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι τη σημασία της. Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τ’ Αρχαία με τέτοιον φρικτό τρόπο στο Σχολείο, ώστε να σε κάνουν ν’ αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.
Στη γλώσσα έχουμε το σημαίνον (τη λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς, αντίθετα με τις άλλες γλώσσες, το σημαίνον δεν είναι μία τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μία συνηθισμένη γλώσσα, όπως τ’ Αγγλικά, μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud κι από την στιγμή που το συμφωνήσουμε κι εμπρός να είναι έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον.
Γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά ως εννοιολογική γλώσσα, από τις υπόλοιπες σημειολογικές γλώσσες. Μάλιστα ο μεγάλος Φιλόσοφος και Μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα γιά την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στη γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στη λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο». Όπως μας έλεγε κι ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις».
Γιά παράδειγμα, ο άρχων είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή +έχων). Πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη, δικό του σπίτι. Ο βοηθός σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι). Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή γιά τη σκέψη. Γιά παράδειγμα, ο φθόνος ετυμολογείται από το ρήμα φθίνω, που σημαίνει μειώνομαι. Πραγματικά ο φθόνος ως συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας φθίνει -ελαττώνει ως ανθρώπους- και φθίνει μέχρι και τη υγεία μας. Όταν κάτι είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει, το λέμε άφθονο.
Έχουμε την λέξη ωραίος, που προέρχεται από την ώρα. Διότι γιά να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο κι ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της, άλλα ούτε και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε. Ακόμα έχουμε τη λέξη ελευθερία= παρά το ελεύθειν όπου ερά = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά. Βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις την δυνατότητα να πας όπου αγαπάς. Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι= ευχαριστιέμαι, επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται κι από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση (=γιατρειά). Όταν λοιπόν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται κ’ ιατρευόμαστε [Η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο, από το στερητικό α και τη λέξη σχήμα.
Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη γιά το άγαλμα, που μόνο από Λατινική δεν είναι. Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό ίστημι και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε τη τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, γιά τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα]. Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με την σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο έργο του «1984″, απλή γλώσσα σημαίνει κι απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει τη γλώσσα γιΆ να περιορίσει τη σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις. «Η γλώσσα κι οι Κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραψε ο Μιχάι Εμινέσκου, Εθνικός Ποιητής των Ρουμάνων.
Μία πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά Πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο κι όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.
Η Ελληνική φωνή κατά την Αρχαιότητα ονομαζόταν αυδή. Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία, προέρχεται από το ρήμα άδω, που σημαίνει τραγουδώ. Όπως γράφει κι ο Ποιητής κι Ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος: «Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική».
Ο Γάλλος Συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα:
«Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μία γλώσσα που ήταν γιά μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα -μητέρα των εννοιών μας- μου απεκάλυπτε έναν άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μία γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει». Ο διεθνούς φήμης Μουσικός Ιάνης Ξενάκης είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της Συμπαντικής. Αλλά κι ο Γίββων μίλησε γιά μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στ’ αντικείμενα των αισθήσεων. Οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα γιά νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του Αλφαβήτου.
Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους Κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μία γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα Ωδεία ή οι διέσεις κι υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες. Όταν οι Ρωμαίοι Πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες Ρήτορες, συνέρρεαν ν’ αποθαυμάσουν, ακόμη κι όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που ελάλουν ώς αηδόνες. Η Ελληνική γλώσσα επεβλήθη αβίαστα στους Λατίνους και χάρη στην μουσικότητά της. Όπως γράφει κι ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική Φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα». Κάπου στην πορεία της Ελληνικής Φυλής, η μουσικότητα αυτή, την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν, χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
http://mynima-hellas.com/
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
.
Δημοφιλείς αναρτήσεις
-
Κωνσταντίνος Αγγέλικας ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ ΚΑΤΙ. ΟΣΟΙ ΕΧΟΥΜΕ ΛΑΒΕΙ ΠΛΕΟΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑ ΤΗΝ ΤΑΜΠΕΛΑ ΤΩΝ ΨΕΚ, ΣΥΝΟΜΩΣΙΟΛΟΓΩΝ,
-
Αυτά αναφέρει η ιστοσελίδα digι 24.ro η οποία επικαλείται τις επίσημες ιατροδικαστικές έρευνες - Πρέσβης της Ελλάδας: «Δεν έχω καμία επίση...
-
Βαρύ πένθος έχει προκαλέσει στη Φαρκαδόνα Τρικάλων η είδηση ότι 36χρονος άνδρας εντοπίστηκε χωρίς τις αισθήσεις του στο γήπεδο της περιοχή...
-
Γράφει ο Νικόλαος Παντελιός Λένε πως ζούμε μέρες ειρήνης. Κι όμως, οι νεκροί γύρω μας αυξάνονται. Άνθρωποι που ποτέ δεν επέστρεψαν στο σπί...
-
ΟΔΗΓΟΣ ΦΟΡΤΗΓΟΥ ΤΡΑΒΑΕΙ ΒΙΝΤΕΟ... ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΠΟΥ ΤΟ ΟΔΗΓΑ ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΝΩ ΤΟΥ ΚΑΝΕΙ Η ΓΚΟΜΕΝΑ ΣΤΟΜΑΤΙΚΟ...


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου