Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Οριστική απόφαση ΣτΕ: «Ντε Γκρες» η Tέως βασιλική οικογένεια με πλήρη πολιτικά δικαιώματα

 


Με τη σφραγίδα του Συμβουλίου της Επικρατείας κλείνει οριστικά το ζήτημα της ονομασίας και της ιθαγένειας των μελών της τέως βασιλικής οικογένειας της Ελλάδας, τα οποία πλέον αναγνωρίζονται και επίσημα ως «Ντε Γκρες». Η απόφαση αφορά συνολικά δέκα πρόσωπα που συνδέονται με τον τέως βασιλιά Κωνσταντίνο.

Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκρινε νόμιμη τόσο την απόδοση ελληνικής ιθαγένειας, όσο και τη χρήση του συγκεκριμένου επωνύμου από τον Παύλο, τον Νικόλαο, τον Φίλιππο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Η κρίση αυτή διαμορφώθηκε έπειτα από κλειστή διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε τις προηγούμενες ημέρες.

Στο ίδιο πλαίσιο, απορρίφθηκε η αίτηση που είχε καταθέσει ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Παναγιώτης Λαζαράτος, ο οποίος αμφισβητούσε τη νομιμότητα των σχετικών διοικητικών πράξεων.

Οι δέκα που αποκτούν επίσημα το επώνυμο «Ντε Γκρες»

Η απόφαση καλύπτει τα πέντε παιδιά του τέως βασιλιά -Παύλο, Νικόλαο, Φίλιππο, Θεοδώρα και Αλεξία- καθώς και απογόνους του πρώτου. Όλοι πλέον φέρουν και τυπικά το επώνυμο «Ντε Γκρες», όπως έχει αναγνωριστεί από την ελληνική διοίκηση.

Η δημοσιοποίηση της απόφασης του ΣτΕ αναμένεται άμεσα και θα επιβεβαιώνει ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα απολαμβάνουν πλήρως τα δικαιώματα που απορρέουν από το Σύνταγμα και την Ελληνική Δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένου του «εκλέγειν και εκλέγεσθαι».

Το νομικό σκεπτικό της προσφυγής

Υπενθυμίζεται ότι η αίτηση ακύρωσης στρεφόταν κατά αποφάσεων του υπουργού Εσωτερικών, με τις οποίες είχε διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του νόμου 2215/1994 για την αναγνώριση ελληνικής ιθαγένειας στα μέλη της πρώην βασιλικής οικογένειας.

Ο προσφεύγων καθηγητής, επικαλούμενος την ιδιότητά του ως πολίτη, εκλογέα και πανεπιστημιακού, υποστήριξε ότι δεν συντρέχει μία βασική προϋπόθεση: Η απόκτηση νόμιμου επωνύμου.

Κατά την επιχειρηματολογία του, η χρήση του επιθέτου «Ντε Γκρες» παραβιάζει το άρθρο 4 παρ. 7 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι «τίτλοι ευγενείας ή διάκρισης ούτε απονέμονται, ούτε αναγνωρίζονται σε Έλληνες πολίτες». Παράλληλα, υποστήριξε ότι η επιλογή αυτή προσκρούει στην αρχή της ισότητας και στη δημοκρατική λειτουργία, καθώς συνδέεται με κοινωνική καταγωγή και ιστορικά προνόμια.

Ο ίδιος ανέφερε ακόμη ότι το έννομο συμφέρον του προκύπτει «στο ότι είναι εγγεγραμμένα στο δημοτολόγιο του Δήμου Αθηναίων, άρα και στους εκλογικούς καταλόγους, άτομα τα οποία παρανόμως διαθέτουν Ελληνική Ιθαγένεια λόγω του παράνομου επιθέτου».

Συμπλήρωσε δε ότι «αξιοποιώντας την Ελληνική Ιθαγένεια, δύνανται να συμμετάσχουν ως εκλογείς συγκαθορίζοντας – επηρεάζοντας  το εκλογικό αποτέλεσμα των βουλευτικών ή των δημοτικών – περιφερειακών εκλογών και κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως νοθεύεται η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία ως προς το δικαίωμα του εκλέγειν απαιτεί νόμιμη κτήση ιθαγένειας η οποία δεν υφίσταται στην επίμαχη περίπτωση».

Οι όροι για την αναγνώριση της ιθαγένειας

Καθοριστικής σημασίας για την απόδοση ελληνικής ιθαγένειας αποτέλεσε η ρητή αποδοχή του ισχύοντος πολιτειακού καθεστώτος από τα μέλη της οικογένειας. Συγκεκριμένα, όφειλαν να αναγνωρίσουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του 1974, με το οποίο καταργήθηκε η βασιλεία, και να δηλώσουν «σεβασμό στο Σύνταγμα και την Κοινοβουλευτική Δημοκρατία».

Παράλληλα, απαιτήθηκε να αποποιηθούν οποιαδήποτε αξίωση που συνδέεται με το παλαιό καθεστώς, εγκαταλείποντας τίτλους και προνόμια, καθώς και να ολοκληρώσουν τη διαδικασία εγγραφής τους στο Μητρώο Πολιτών.

Ανάλογη διαδικασία είχε ακολουθηθεί και το 2004, όταν ακόμη ένα μέλος της τέως βασιλικής οικογένειας, ο Μιχαήλ Ντε Γκρες, απέκτησε ελληνική υπηκοότητα και διαβατήριο. Είχε προηγουμένως παραιτηθεί από κάθε τίτλο και είχε δηλώσει πίστη στο δημοκρατικό πολίτευμα.

Ο Μιχαήλ Ντε Γκρες, εξάδελφος του τέως βασιλιά, υπήρξε το μοναδικό μέλος της οικογένειας που παρέμεινε στην Ελλάδα έως τον θάνατό του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

.

.

Δημοφιλείς αναρτήσεις