Γύρισα στην ταβέρνα με ένα τελάρο φρέσκα ψάρια και βρήκα το ξύλινο μενού μου σπασμένο στα δύο δίπλα στον κάδο. Κάποιος είχε γράψει πάνω του: «Σήμερα κλειστά. Ο ιδιοκτήτης μέθυσε πάλι». Πριν προλάβω να πλησιάσω, άκουσα την κόρη μου να λέει στους τουρίστες: «Συγχωρέστε τον πατέρα μου. Δεν καταλαβαίνει ακόμη ότι η ταβέρνα δεν μπορεί να περιμένει μέχρι να αποφασίσει ο ίδιος να φύγει».
Η ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΠΙΝΑΚΙΔΑ ΜΕ ΤΟ ΜΕΝΟΥ
Το πρώτο που είδα ήταν τα ψάρια να λιώνουν μέσα στον πάγο.
Το δεύτερο ήταν η πινακίδα.
Την είχα φτιάξει μόνος μου πριν από δεκαπέντε χρόνια, από ένα κομμάτι θαλασσόξυλο. Κάθε πρωί έγραφα με κιμωλία τι υπήρχε: σαρδέλες, γαύρος, καλαμάρι, χωριάτικη, κρασί του σπιτιού. Αν δεν έβρισκα καλό ψάρι, δεν έγραφα ψάρι. Αυτό ήταν όλο το σύστημα της ταβέρνας μου.
Εκείνο το πρωί η πινακίδα ήταν σπασμένη στη μέση και ακουμπισμένη δίπλα στον κάδο.
Πάνω της έγραφε:
«Σήμερα κλειστά. Ο ιδιοκτήτης μέθυσε πάλι».
Δεν είχα πιει ούτε νερό από το προηγούμενο βράδυ.
Κρατούσα ένα τελάρο με φρέσκα ψάρια και στεκόμουν απέναντι, όταν άκουσα τη φωνή της κόρης μου.
Η Ειρήνη μιλούσε σε ένα ζευγάρι τουριστών έξω από την πόρτα.
«Συγγνώμη για την αναστάτωση. Ο πατέρας μου δεν είναι καλά τελευταία. Οι μεγάλοι άνθρωποι δυσκολεύονται να καταλάβουν πότε πρέπει να σταματήσουν».
Ο άντρας κοίταξε εμένα, μετά την πινακίδα.
Η Ειρήνη δεν είχε δει ότι είχα φτάσει.
«Ειρήνη», είπα.
Γύρισε απότομα.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε. Μετά κοίταξε το τελάρο στα χέρια μου και μου είπε το πιο άχρηστο πράγμα που μπορούσε να πει εκείνη τη στιγμή.
«Πού ήσουν;»
«Στον ψαρά. Όπως κάθε πρωί».
Ο Νίκος, ο άντρας της, βγήκε από την ταβέρνα κρατώντας το κινητό του. Δεν φάνηκε έκπληκτος. Μόνο ενοχλημένος.
«Μην κάνουμε σκηνή μπροστά στον κόσμο», είπε.
Εγώ κρατάω αυτή την ταβέρνα σχεδόν τριάντα χρόνια. Δεν είναι κομψή. Έχει πλαστικές καρέκλες, χάρτινα τραπεζομάντιλα και έναν ανεμιστήρα που τρίζει όταν δουλεύει στη δεύτερη ταχύτητα. Στον τοίχο υπάρχει ακόμα ένα σημάδι από τότε που έπεσε ένα μπουκάλι κρασί και έσπασε το ράφι.
Έρχονται ντόπιοι, ψαράδες, οικογένειες και μερικοί τουρίστες που επιστρέφουν κάθε καλοκαίρι. Δεν έχω κοκτέιλ με ονόματα ούτε μουσική που ακούγεται μέχρι το λιμάνι.
Η κόρη μου λέει ότι αυτό είναι το πρόβλημα.
«Πατέρα, οι άνθρωποι θέλουν κράτηση από το κινητό».
«Να κάνουμε».
«Θέλουν καλύτερες φωτογραφίες».
«Να βγάλουμε».
«Θέλουν εμπειρία».
Εκεί σταματούσαμε πάντα.
Η δική της εμπειρία είχε χαμηλά φώτα, ποτά σε μεγάλα ποτήρια και έναν κατάλογο χωρίς τιμές ψαριών, επειδή η λέξη «ψάρι ημέρας» ακουγόταν πιο ακριβή.
Δεν ήμουν αντίθετος σε όλα. Δέχτηκα καινούριο ψυγείο, μηχάνημα για κάρτες και σελίδα στο διαδίκτυο. Δεν δέχτηκα να φύγουν οι παλιοί πελάτες από τα μπροστινά τραπέζια επειδή δεν παρήγγελναν αρκετά.
Ούτε να χρησιμοποιούν το όνομά μου σαν διακόσμηση.
«Η ταβέρνα του Στέλιου από το 1996», είχε γράψει ο Νίκος σε μια παρουσίαση.
Κάτω από το όνομά μου υπήρχαν φωτογραφίες από κοκτέιλ που δεν είχα δει ποτέ.
Μετά άρχισαν οι ακυρώσεις.
Ο προμηθευτής με πήρε ένα πρωί και μου είπε ότι δεν θα έφερνε ψάρια, επειδή «ο ιδιοκτήτης ακύρωσε».
«Εγώ είμαι ο ιδιοκτήτης».
«Μίλησα με τον γαμπρό σου».
Την επόμενη εβδομάδα χάθηκαν δύο κιβώτια κρασί από την αποθήκη. Ο Νίκος είπε ότι μάλλον τα είχα μεταφέρει και δεν θυμόμουν.
Άλλη φορά βρήκα στην κουζίνα ψάρια που μύριζαν άσχημα.
«Αυτά δεν τα παρέλαβα εγώ».
«Τα υπέγραψες», είπε η Ειρήνη.
Μου έδειξε ένα χαρτί με κάτι που έμοιαζε με την υπογραφή μου. Ήταν μόνο το μικρό μου όνομα γραμμένο γρήγορα. Θα μπορούσε να το έχει γράψει ο καθένας.
Όταν θύμωσα και είπα να πεταχτούν όλα, ο Νίκος με τράβηξε βίντεο.
Το βίντεο κυκλοφόρησε χωρίς το σημείο όπου φαινόταν η χαλασμένη ψαριά. Έδειχνε μόνο εμένα να φωνάζω:
«Βγάλτε τα από την κουζίνα μου!»
Ο τίτλος που έβαλε ήταν:
«Άλλη μια δύσκολη μέρα».
Δεν ξέρω πόσοι το είδαν. Αρκετοί πάντως άρχισαν να με ρωτούν αν είμαι κουρασμένος, αν παίρνω φάρμακα, αν θυμάμαι σωστά τις παραγγελίες.
Η κόρη μου απαντούσε πριν από μένα.
«Ο πατέρας είναι πεισματάρης. Δεν θέλει να παραδεχτεί ότι δεν αντέχει όπως παλιά».
Μετά βρήκα τη σημείωση στην πόρτα.
«Κλειστά λόγω προβλήματος υγείας».
Την έσκισα.
Την επόμενη μέρα βρήκα την πινακίδα με το μενού σπασμένη και τη λέξη «μέθυσε» γραμμένη πάνω της.
Άφησα το τελάρο στον πάγο και σήκωσα το ένα κομμάτι.
Στην πίσω πλευρά υπήρχε μια λευκή λωρίδα μπογιάς.
Δεν ήταν κιμωλία.
Ήταν χρώμα από τη μικρή βάρκα του Νίκου. Την είχε βάψει πριν από δύο εβδομάδες και είχε αφήσει μισό κουτί πίσω από την αποθήκη. Η απόχρωση ήταν ίδια, αλλά αυτό μόνο του δεν αποδείκνυε πολλά.
Μετά κοίταξα την πόρτα.
Στο κάτω μέρος υπήρχε ένα βαθούλωμα. Η πινακίδα είχε χρησιμοποιηθεί σαν σφήνα για να μείνει κλειστή από έξω.
Ο ηλικιωμένος ψαράς που έχει αποθήκη απέναντι στεκόταν δίπλα στο καΐκι του.
«Θανάση», του είπα. «Χθες το βράδυ είδες τίποτα;»
Με κοίταξε αρκετή ώρα.
«Έχω κάμερα».
Ο Νίκος γέλασε από την πόρτα.
«Αυτός έχει κάμερα για τα δίχτυα του, όχι για την ταβέρνα».
Ο Θανάσης δεν του απάντησε.
Μου είπε μόνο:
«Έλα το απόγευμα».
Μέχρι τότε η Ειρήνη είχε ήδη αρχίσει να καλεί συγγενείς. Έλεγε ότι ήθελε να γίνει μια ήρεμη συζήτηση για το μέλλον της ταβέρνας.
Όταν πήγα απέναντι, ο Θανάσης μού έδειξε ένα βίντεο στο παλιό του λάπτοπ.
Η εικόνα δεν ήταν καλή. Η ώρα φαινόταν λάθος κατά είκοσι λεπτά. Όμως ο άνθρωπος που πλησίασε την ταβέρνα ήταν ο Νίκος. Κρατούσε την πινακίδα, την έβαλε ανάμεσα στην πόρτα και στο πλαίσιο και πίεσε μέχρι να σπάσει.
Μετά έσκυψε και έγραψε κάτι.
Το πρόσωπό του φαινόταν μόνο για δύο δευτερόλεπτα, όταν κοίταξε προς τον δρόμο.
«Μπορείς να μου το δώσεις;» ρώτησα.
Ο Θανάσης έβγαλε ένα μικρό στικάκι από ένα συρτάρι.
«Δεν ξέρω να κόβω βίντεο», είπε. «Ό,τι έγραψε, αυτό έχει».
Το βράδυ η ταβέρνα ήταν γεμάτη όχι με πελάτες, αλλά με συγγενείς, γείτονες και έναν άντρα με λινό πουκάμισο που δεν είχα ξαναδεί.
Η Ειρήνη τον σύστησε ως επενδυτή.
«Πατέρα», είπε μπροστά σε όλους, «θέλουμε να σώσουμε την ταβέρνα. Όλοι βλέπουν ότι δεν μπορείς πια να τη διαχειριστείς».
Έβαλα τα δύο κομμάτια της πινακίδας πάνω στο κεντρικό τραπέζι.
«Τότε ας αρχίσουμε από το σημερινό πιάτο», είπα. «Αυτό εδώ».
Ο Νίκος κοίταξε τη λευκή μπογιά στην πίσω πλευρά.
Μετά είδε το στικάκι στο χέρι μου.
Πόσο εύκολο είναι να λες έναν πατέρα μεθύστακα, όταν έχεις ήδη βρει αγοραστή για το τραπέζι του;...↓

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου