Ο Μιχάλης δώδεκα χρονών, ξυπόλητος πάνω στο καυτό τσιμέντο ενός καφενείου, με μια χοντρή λινή ποδιά που του έπεφτε μεγάλη και έναν ξύλινο δίσκο στα χέρια όπου ισορροπούσε ένα τσίγκινο καραφάκι και ένα ποτήρι για κρασι. Ορφανός από γονείς, με μια γρια θειά που τον είχε περιμαζέψει, είχε μάθει να ζει ανάμεσα στους ανθρώπους σαν σκιά που δουλεύει.
Από το πρωί πριν ακόμα χαράξει πήγαινε στο Δημοτικό της Κυδαθηναίων. Τα τετράδιά του ήταν δεμένα με σπάγκο, τα παπούτσια του ήταν πάντα σκισμένα με το μεγάλο δάχτυλο να είναι εξω, μα τις περισσότερες φορές ήταν ξυπόλυτος το μυαλό του όμως ήταν κοφτερό. Η δασκάλα του τον άφηνε να μένει λίγο μετά το σχόλασμα να ξεφυλλίζει την παλιά εγκυκλοπαίδεια. Το μεσημέρι κατέβαινε στην Μητροπόλεως, στο καφενείο του κυρ-Σταύρου, εκεί γινόταν μικρός καφετζής, έτρεχε παραγγελίες στα μαγαζιά και τις Κυριακές βοηθούσε σε ένα τυπογραφείο, τον συμπάθησε ο τυπογράφος όταν τον είδε να δουλεύει σαν παραγιός στο καφενείο και κατάλαβε ότι ο μικρός ήταν έξυπνος και ήθελε να του μάθει μια τέχνη. Τα περισσότερα λεφτά τα παρέδιδε στη γριά θειά μα κράταγε πάντα λίγες δραχμές διπλωμένες σε χαρτάκι μέσα στην ποδιά του. Δεν ήταν για γλυκά. Ήταν η απόδειξη ότι κάτι του ανήκε. Ένιωθε το κρύο του τσιμέντου κάτω από τις πατούσες του και μια ντροπή που έκαιγε όταν περνούσαν παιδιά με καινούργια ρούχα, αλλά ένιωθε και μια πείσμα που δεν του είχε μάθει κανείς, να στέκεται όρθιος χωρίς να τον κρατάει κανείς.
Η Αθήνα γύρω του έτρεχε με γρήγορους ρυθμούς. Ήταν η Ελλάδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, των μεγάλων δημόσιων έργων, της αντιπαροχής που σήκωνε πολυκατοικίες εκεί που χθες υπήρχαν μονοκατοικίες με αυλές, των εσωτερικών μεταναστών που κατέβαιναν από τα χωριά με μια βαλίτσα και γέμιζαν τα υπόγεια της Κυψέλης και του Βύρωνα. Στα θερινά σινεμά έπαιζε η Βουγιουκλάκη και ο Ηλιόπουλος, από τα τρανζίστορ ακουγόταν ο Θεοδωράκης και το 1963 όλη η πόλη ψιθύριζε για την δολοφονία του Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη.
Μέσα σε εκείνη την αναστάτωση, στο τυπογραφείο όπου βοηθούσε, ένας Πόντιος τυπογράφος ονόματι Λεωνίδας τον πρόσεξε. Είδε το παιδί να διορθώνει από μόνο του ένα ανάποδο στοιχείο σε μια αφίσα, χωρίς να του το πει κανείς. Από τότε τον τράβηξε κοντά του. Του έμαθε να διαβάζει ανάποδα, να μυρίζει το μελάνι, να σέβεται το λευκό χαρτί. Του είπε να γραφτεί στο Νυχτερινό Γυμνάσιο. Τα βράδια, μετά από δώδεκα ώρες δουλειάς, καθόταν σε θρανίο με άλλα παιδιά που το πρωί δούλευαν στις οικοδομές και στα συνεργεία, με τα χέρια τους γεμάτα κάλους. Η κούραση του έκοβε τα πόδια, μα όταν άνοιγε το βιβλίο της Ιστορίας, ένιωθε ένα φως να απλώνεται μέσα του, σαν να έβρισκε επιτέλους μια γλώσσα για την μοναξιά του.
Ήρθαν ταραγμένα χρόνια. Το 1964 η Αποστασία, το 1965 οι διαδηλώσεις που έκαναν την Πανεπιστημίου να βράζει, και το 1967 οι ερπύστριες στην Αθήνα. Ο Λεωνίδας που τύπωνε κρυφά μικρές προκηρύξεις, έκλεισε το μαγαζί για μέρες. Ο Μιχάλης, δεκαεννιά χρονών τότε, έκρυψε τα χαρτιά κάτω από το στρώμα του όχι από ηρωισμό αλλά από αγάπη για τον άνθρωπο που του είχε φερθεί σαν πατέρας. Τότε γνώρισε και την Ελένη, την κόρη του Λεωνίδα, που έφερνε φαγητό στον πατέρα της. Δεν του είπε ποτέ πολλά, μόνο του άφηνε ένα μήλο πάνω στα στοιχεία, ένα βιβλίο διπλωμένο. Το βλέμμα της ήταν το πρώτο που δεν τον κοίταξε με λύπηση, τον κοίταξε με αγάπη και αυτό του έλειπε περισσότερο από όλα.
Όταν γύρισε από το στρατό η θεια του είχε πεθάνει και δεν είχε που να πάει. Κοιμήθηκε για λίγο στο τυπογραφείο. Ο Λεωνίδας πέθανε λίγο αργότερα από καρδιά και του άφησε μια παλιά χειροκίνητη μηχανή και δυο κασέλες στοιχεία. Με αυτά άνοιξε ένα μικρό υπόγειο στα Εξάρχεια. Τύπωνε αποδείξεις, προσκλήσεις γάμων, αφίσες για ταβέρνες. Δούλευε μέχρι να μουδιάσουν τα χέρια του. Το 1973, όταν έγινε το Πολυτεχνείο, άκουγε τις φωνές από το υπόγειό του και τύπωνε ό,τι του ζητούσαν οι φοιτητές, με τον φόβο καρφωμένο στο στομάχι.
Το 1974, με την μεταπολίτευση, η πόλη γέμισε ξανά ελπίδα και το μικρό του μαγαζί γέμισε δουλειά. Το 1975 παντρεύτηκε την Ελένη σε μια μικρή εκκλησία στην Πλάκα, με μάρτυρες δυο παλιούς συμμαθητές του από το νυχτερινό. Για πρώτη φορά το όνομά του γράφτηκε σε ένα χαρτί δίπλα σε ένα άλλο όνομα όχι από ανάγκη, αλλά από επιλογή.
Η οικογένεια που έφτιαξε ήταν η απάντησή του σε όλη την εγκατάλειψη. Τρία παιδιά, δύο αγόρια και ένα κορίτσι, που μεγάλωσαν μέσα στο μελάνι και στο χαρτί, στο σπίτι του στον Βύρωνα που πάντα μύριζε φαγητό. Δεν τους έμαθε να φοβούνται, τους έμαθε να δουλεύουν και να διαβάζουν. Το μικρό τυπογραφείο έγινε με τα χρόνια εκδοτικός οίκος, όταν ήρθαν τα offset, και μετά ένα ζεστό βιβλιοπωλείο που το κρατούσε η Ελένη. Δεν έγινε ποτέ πλούσιος, μα δεν ξαναπείνασε, δεν ξανακοιμήθηκε στο κρύο. Πίσω από την ταμειακή μηχανή είχε πάντα καρφιτσωμένη εκείνη την ξεθωριασμένη φωτογραφία του, ξυπόλητος με τον δίσκο, για να θυμάται.
Πέρασε η δεκαετία του ογδόντα με το ΠΑΣΟΚ και τα μεγάλα όνειρα, η δεκαετία του ενενήντα με τα ιδιωτικά κανάλια, η κρίση του 2009 που του πήρε σχεδόν το μαγαζί μα όχι την αξιοπρέπεια. Τα παιδιά του σπούδασαν, του χάρισαν εγγόνια. Στα γεράματά του καθόταν στο μικρό μπαλκόνι και κοιτούσε την Αθήνα που δεν έμοιαζε πια με εκείνη του 1960, με το κόσμο να τρέχει να προλάβει το μετρό, την πολλή κίνηση στους δρόμους και την αδιάκοπη φασαρία.
Έφυγε ήσυχα στον ύπνο του, στο σπίτι του στον Βύρωνα, με την φωτογραφία της Ελένης δίπλα του που είχε φύγει πέντε χρόνια νωρίτερα και με τα παιδιά και τα εγγόνια του να παίζουν στο διπλανό δωμάτιο μετά το κυριακάτικο γεύμα. Το τελευταίο που ένιωσε δεν ήταν το κρύο του τσιμέντου στα πέλματα, αλλά η ζεστασιά ενός σπιτιού που είχε χτίσει ο ίδιος από το τίποτα, ξυπόλυτος με έναν δίσκο καφενείου.
Άννα Δανάλη μυθοπλασια

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου