Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Νέα πρόκληση της Άγκυρας για την Κύπρο: «Υποστήκαμε θηριωδίες - H Tουρκία έφερε την ειρήνη»

 


Σε μια σειρά από ανακρίβειες προβαίνει η Άγκυρα σε επιστολή της στα Ηνωμένα Έθνη για την Κύπρο η οποία εστάλη ως απάντηση της επιστολής που έστειλε στον ΟΗΕ η Λευκωσία καταγγέλλοντας ως παράνομη την κατασκευή του υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου μεταξύ Τουρκίας και των Κατεχόμενων.

Στην επιστολή της με ημερομηνία 9 Σεπτεμβρίου 2026 ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη, κατηγορεί την Κύπρο ότι «διαστρεβλώνει κατάφωρα» τα ιστορικά γεγονότα στο νησί και ισχυρίζεται ότι μεταξύ 1963 και 1974 «η ελληνοκυπριακή πλευρά διέπραξε θηριωδίες σε βάρος του Τουρκοκυπριακού λαού» και ότι η Τουρκία ως εγγυήτρια δύναμη «υποχρεώθηκε να παρέμβει σύμφωνα με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της βάσει της Συνθήκης Εγγύησης του 1960» και να «φέρει ειρήνη στο νησί».

Όσον αφορά τον υποθαλάσσιο αγωγό κατηγορεί την ελληνοκυπριακή διοίκηση για «αδιάλλακτη στάση» σχετικά με τις «ζωτικές ανάγκες του νησιού, και ειδικότερα την ενεργειακή ασφάλεια».

Επιπλέον κλείνοντας το μάτι στην ΕΕ, αναφέρει ότι ο αγωγός θα επιτρέψεο τη «μεταφορά φυσικού αερίου από κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου —εφόσον το επιτρέψουν οι μελλοντικές συνθήκες— μέσω του νησιού προς την Τουρκία και την Ευρώπη.»

Αναλυτικά η επιστολή της Τουρκίας:

Επιστολή με ημερομηνία 9 Σεπτεμβρίου 2026 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη, απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα και τον Πρόεδρο της Γενικής Συνέλευσης Έχω την τιμή να σας διαβιβάσω με την παρούσα επιστολή με ημερομηνία 9 Σεπτεμβρίου 2026, την οποία σας απηύθυνε ο Μουράτ Σοϊσάλ, Αντιπρόσωπος της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (βλ. παράρτημα).

Θα σας ήμουν ευγνώμων εάν η παρούσα επιστολή και το παράρτημά της μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, στα θέματα 38 και 74 της ημερήσιας διάταξης.

Παράρτημα στην επιστολή με ημερομηνία 9 Σεπτεμβρίου 2026 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη προς τον Γενικό Γραμματέα και τον Πρόεδρο της Γενικής Συνέλευσης Κατόπιν οδηγιών της Κυβέρνησής μου, σας γράφω σε απάντηση στην επιστολή με ημερομηνία 7 Αυγούστου 2026 που σας απηύθυνε ο Ελληνοκύπριος αντιπρόσωπος στη Νέα Υόρκη, η οποία κυκλοφόρησε ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης (A/80/809).

Η επιστολή όχι μόνο διαστρεβλώνει κατάφωρα τα γνωστά ιστορικά και νομικά γεγονότα που αφορούν το νησί της Κύπρου, αλλά και επιχειρεί να παραπληροφορήσει τη διεθνή κοινότητα σχετικά με το μνημόνιο κατανόησης που υπογράφηκε μεταξύ Τουρκίας και Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου για την κατασκευή ενός υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου μεταξύ των δύο χωρών. Ως εκ τούτου, είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω γραπτώς για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα.

Εκκινώντας, επιτρέψτε μου να υπογραμμίσω, για άλλη μια φορά, ότι δεν υπάρχει ενιαία αρχή στο νησί της Κύπρου ικανή να εκπροσωπήσει τόσο τον Τουρκοκυπριακό λαό όσο και τον Ελληνοκυπριακό λαό ή το νησί στο σύνολό του. Από το 1963, όταν οι Τουρκοκύπριοι εκδιώχθηκαν βίαια και παράνομα από όλα τα κρατικά όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960, δεν υπήρξε κοινή κεντρική διοίκηση ικανή να εκπροσωπήσει ολόκληρο το νησί.

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δύο ξεχωριστοί λαοί και δύο ξεχωριστά κράτη στο νησί. Έτσι, οι δηλώσεις που γίνονται από Ελληνοκύπριους εκπροσώπους υπό τον φερόμενο τίτλο τους ως εκπρόσωποι της «λεγόμενης «Κυπριακής Δημοκρατίας» είναι νομικά άκυρες όσον αφορά τον Τουρκοκύπριο λαό.

Όπως είναι γνωστό, μετά την 11ετή περίοδο δεινών που υπέστη ο τουρκοκυπριακός λαός μεταξύ 1963 και 1974 στα χέρια της ελληνοκυπριακής πολιτοφυλακής, η οποία κορυφώθηκε με το πραξικόπημα του 1974, το οποίο υποστηρίχθηκε από την ελληνική χούντα, η Εγγυήτρια Τουρκία υποχρεώθηκε να παρέμβει σύμφωνα με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της βάσει της Συνθήκης Εγγύησης του 1960, φέρνοντας ειρήνη στο νησί θέτοντας τέλος όχι μόνο στη βία που ασκήθηκε εναντίον του τουρκοκυπριακού λαού, αλλά και στη βία που διέπραξε η ελληνοκυπριακή πολιτοφυλακή εναντίον του ίδιου του λαού της.

Παρά τα γεγονότα αυτά, οι Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι προσπαθούν εδώ και καιρό να παρουσιάσουν το κυπριακό ζήτημα ως ζήτημα «εισβολής» και «κατοχής».

Στην πραγματικότητα, κανένα από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την Κύπρο δεν περιγράφει τη νόμιμη και δικαιολογημένη παρέμβαση της Τουρκίας στο νησί ως «εισβολή» ή την επακόλουθη παρουσία της στο νησί ως «κατοχή».

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα ψηφίσματα που ανέφερε ο Ελληνοκύπριος εκπρόσωπος, δηλαδή τα ψηφίσματα 541 (1983) και 550 (1984), αποτελούν τη βάση της ανισότητας ως προς το καθεστώς μεταξύ του Τουρκοκυπριακού λαού και του Ελληνοκυπριακού λαού και παραμένουν μεταξύ των κύριων αιτιών του αδιεξόδου στο Κυπριακό.

Ομοίως, οι επανειλημμένες αβάσιμες αναφορές του Ελληνοκύπριου αντιπροσώπου σε μια λεγόμενη «παράνομη αποσχιστική οντότητα» δεν αποτελούν παρά καθαρή ελληνοκυπριακή προπαγάνδα, η οποία αποσκοπεί στη διαστρέβλωση της πραγματικότητας στο νησί.

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι δεν υφίσταται γενικός κανόνας στο διεθνές δίκαιο που να απαγορεύει κατηγορηματικά ή να ποινικοποιεί ενέργειες που αποσκοπούν στην εγκαθίδρυση ξεχωριστής κρατικής οντότητας, ιδίως όταν ένας λαός έχει υποστεί σοβαρές θηριωδίες, όπως συνέβη με τον Τουρκοκυπριακό λαό.

Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου το 1983 δεν αποτέλεσε αιφνίδια εξέλιξη. Αναγκασμένος να διαχειριστεί τις υποθέσεις του μετά από χρόνια κακουχιών, καταπίεσης και αναγκαστικού εκτοπισμού, ο Τουρκοκυπριακός λαός ανέπτυξε τις δικές του δομές διακυβέρνησης, οι οποίες οδήγησαν αρχικά στην ίδρυση της Προσωρινής Διοίκησης της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας (1967–1974), ακολούθως στην Αυτόνομη Τουρκοκυπριακή Διοίκηση (1974–1975), στη συνέχεια στο Τουρκικό Ομόσπονδο Κράτος της Κύπρου (1975–1983) και, τελικά, στην ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου.

Όσον αφορά το ζήτημα της υπογραφής του προαναφερθέντος μνημονίου συνεννόησης μεταξύ της Τουρκίας και της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε την κριτική του Ελληνοκύπριου αντιπροσώπου. Υφίστανται σοβαρά και χρόνια προβλήματα σχετικά με τον ενεργειακό εφοδιασμό και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στο νησί, τα οποία επηρεάζουν τόσο την Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου όσο και την ελληνοκυπριακή διοίκηση της νότιας Κύπρου.

Τα προβλήματα αυτά επιδεινώνονται περαιτέρω από την αδιάλλακτη στάση της ελληνοκυπριακής διοίκησης σχετικά με τις ζωτικές ανάγκες του νησιού, και ειδικότερα την ενεργειακή ασφάλεια.

Το νέο αυτό έργο αγωγού αποσκοπεί στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών —και ειδικότερα των αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια— του νησιού με τρόπο πολύ πιο καθαρό και βιώσιμο, δεδομένου ότι τόσο το βόρειο όσο και το νότιο τμήμα του νησιού εξακολουθούν να χρησιμοποιούν μαζούτ για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας· πρακτική η οποία, περιττό να αναφερθεί, δεν είναι φιλική προς το περιβάλλον και έρχεται σε σύγκρουση με τους στόχους για τη μείωση των εκπομπών άνθρακα.

Στο πλαίσιο αυτό, η αρχική ιδέα ήταν να καλυφθούν οι ανάγκες ηλεκτροδότησης της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου μέσω μιας ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Τουρκία· ωστόσο, αυτό δεν κατέστη δυνατό μέχρι στιγμής λόγω εμποδίων που προέβαλε η ελληνοκυπριακή διοίκηση. Εάν είχε σημειωθεί πρόοδος στο ζήτημα αυτό, θα μπορούσε να είχε θεσπιστεί μια αμοιβαία επωφελής ρύθμιση για την τροφοδοσία και των δύο πλευρών του νησιού μέσω ξεχωριστών διασυνδέσεων. Επιπλέον, στο μέλλον, η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές και στις δύο πλευρές του νησιού θα μπορούσε να εξάγεται προς την Τουρκία και πέραν αυτής.

Δυστυχώς, η ελληνοκυπριακή διοίκηση συνεχίζει να κρατά όμηρο την Ευρωπαϊκή Ένωση σε αυτό το ζήτημα, όπως και σε άλλα θέματα, εις βάρος ολόκληρου του νησιού.

Όπως γνωρίζετε, η ελληνοκυπριακή διοίκηση παρεμποδίζει επίσης τη συμφωνία σε έναν από τους τομείς συνεργασίας που αποσκοπούν στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο λαών, στο πλαίσιο της διαδικασίας που ξεκινήσατε το 2025, και συγκεκριμένα στην παραγωγή ηλιακής ενέργειας στη νεκρή ζώνη.

Υπό το πρίσμα αυτό, δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη σε κανέναν το γεγονός ότι η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου και η Τουρκία προβαίνουν πλέον σε ενέργειες για την αντιμετώπιση του ζητήματος της ηλεκτροδότησης με άλλα μέσα.

Επιπλέον, δεδομένου ότι οι δύο πλευρές στο νησί διαθέτουν διασυνδεδεμένο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, η υλοποίηση του νέου έργου υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου θα επιτρέψει επίσης στην Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου να προμηθεύει την ελληνοκυπριακή διοίκηση με καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, εφόσον η τελευταία επιλέξει να συνεργαστεί και να αξιοποιήσει αυτή την ευκαιρία.

Επιπροσθέτως, ο αγωγός μεταξύ της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου και της Τουρκίας θα είναι αμφίδρομος, γεγονός που θα επιτρέψει τη μεταφορά φυσικού αερίου από κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου —εφόσον το επιτρέψουν οι μελλοντικές συνθήκες— μέσω του νησιού προς την Τουρκία και την Ευρώπη.

Όπως είναι ευρέως γνωστό, αυτή είναι μακράν η πιο εφικτή και οικονομικά αποδοτική εναλλακτική λύση. Υπό το πρίσμα αυτών των δεδομένων, η ελληνοκυπριακή διοίκηση θα έπρεπε να χαιρετίσει αυτό το έργο υποδομής αντί να προβάλλει αβάσιμες αντιρρήσεις.

Επιθυμώ επίσης να επισημάνω ότι η κριτική σχετικά με τη χρονική συγκυρία αυτού του έργου είναι αβάσιμη. Προς το παρόν, δεν υπάρχει κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών στο νησί όσον αφορά την επίτευξη συμφωνίας για το Κυπριακό ζήτημα.

Η ελληνοκυπριακή διοίκηση έχει επίσης αρνηθεί να προχωρήσει σε σημαντικούς τομείς συνεργασίας, όπως το άνοιγμα νέων σημείων διέλευσης ή η προαναφερθείσα παραγωγή ηλιακής ενέργειας στη νεκρή ζώνη.

Παράλληλα, η ελληνοκυπριακή διοίκηση προβαίνει σε μονομερείς δραστηριότητες γεώτρησης στην Ανατολική Μεσόγειο, αγνοώντας πλήρως τα νόμιμα, ισότιμα ​​και εγγενή δικαιώματα του τουρκοκυπριακού λαού —ο οποίος είναι συνιδιοκτήτης του νησιού της Κύπρου— επί του συνόλου των φυσικών πόρων που βρίσκονται εντός και γύρω από το νησί.

Επιπλέον, η ελληνοκυπριακή διοίκηση διεξάγει εκστρατεία με στόχο την υπονόμευση του καθεστώτος ιδιοκτησίας στην Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, το οποίο διαμορφώθηκε υπό την καθοδήγηση και με την επικύρωση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Θα ήθελα να τονίσω με έμφαση ότι όλες οι προαναφερθείσες ενέργειες λαμβάνουν χώρα τη στιγμή που η ελληνοκυπριακή διοίκηση εντείνει τις προσπάθειές της για περαιτέρω εξοπλισμό και στρατιωτικοποίηση του νησιού, μέσω νέων συμφωνιών με τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εν ολίγοις, καθώς η ελληνοκυπριακή διοίκηση καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να κλονίσει την εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών και να υπονομεύσει κάθε προοπτική για μια μελλοντική διευθέτηση, δεν θα πρέπει να αναμένεται ότι η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου θα επωμιστεί τις συνέπειες της στέρησης πρόσβασης στην ενέργεια, η οποία αποτελεί ζωτική αναγκαιότητα για την ευημερία και την ανάπτυξη του λαού της.

Η ελληνοκυπριακή διοίκηση οφείλει να προβεί σε μια ειλικρινή αξιολόγηση κόστους-οφέλους και να παραδεχθεί επιτέλους ότι μια διευθέτηση του Κυπριακού ζητήματος, βασισμένη στην πραγματικότητα επί του εδάφους, θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα όλων.

Αντί να καταφεύγει σε αβάσιμες επικρίσεις, η ελληνοκυπριακή διοίκηση θα πρέπει να αναγνωρίσει τα οφέλη του έργου του αγωγού φυσικού αερίου για ολόκληρο το νησί και για την περιοχή.

Κλείνοντας, θα ήθελα επίσης να υπογραμμίσω ότι ο αποκλεισμός της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου από τη διεθνή κοινότητα δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι όλες οι πράξεις των τουρκοκυπριακών αρχών στερούνται νομικής ισχύος ή ότι κάθε ρύθμιση που συνάπτεται από την Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου είναι άκυρη εξαρχής (ab initio).

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η διεθνής πρακτική και νομολογία, συμπεριλαμβανομένης εκείνης του Διεθνούς Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αναγνωρίζουν ότι κράτη που στερούνται ευρείας αναγνώρισης ενδέχεται, εντούτοις, να προβαίνουν σε πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα σε ορισμένα πλαίσια, ιδίως όταν αυτό απαιτείται για τη διαχείριση της καθημερινής ζωής, την προστασία των δικαιωμάτων και τη διασφάλιση της νομικής βεβαιότητας.

Με την ευκαιρία αυτή, θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω στην ελληνοκυπριακή διοίκηση ότι το αντισυμβαλλόμενο μέρος της είναι, και ανέκαθεν ήταν, η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου και όχι η Τουρκία.

Θα ήμουν ευγνώμων εάν η παρούσα επιστολή κυκλοφορούσε ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, στο πλαίσιο των σημείων 38 και 74 της προσωρινής ημερήσιας διάταξης, και δημοσιευόταν στον ιστότοπο του Τμήματος Ωκεάνιων Υποθέσεων και Δικαίου της Θάλασσας, καθώς και στην επόμενη έκδοση του Δελτίου για το Δίκαιο της Θάλασσας (Law of the Sea Bulletin).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

.

.

Δημοφιλείς αναρτήσεις