Ο Άγγελος Γιαννακόπουλος ήταν ο «αόρατος» επιχειρηματίας, ένας άνθρωπος που απέφευγε τις φωτογραφίες, προσπαθούσε όσο το δυνατόν να μην φαίνεται και κινούνταν σχεδόν πάντα στο παρασκήνιο και είχε μία μεγάλη αντιπαλότητα με τον «Έντικ», ο οποίος είχε βγάλει συμβόλαιο θανάτου εναντίον του!
Ο Γιαννακόπουλος έγινε ευρύτερα γνωστός το 2007, όταν συνελήφθη και κατηγορήθηκε ως ο εγκέφαλος του μεγαλύτερου ροζ κυκλώματος που έδρασε στην Ελλάδα.
Ο βίος και η πολιτεία του περιλαμβάνει πολλά κεφάλαια, ενίοτε «σκοτεινά», από τα οποία κατάφερε αρκετές φορές να βγει αλώβητος μέχρι τώρα, παρά τα όσα γράφτηκαν και ακούστηκαν για τον φερόμενο «βασιλιά του στριπτίζ».
Το προσωνύμιο του δόθηκε όταν διαφέντευε – πάντα αόρατα – δεκάδες τέτοια κλαμπ στην Αθήνα. Χρόνια μετά, στη Μύκονο ήταν πανταχού παρών χωρίς να φαίνεται, έριχνε άφθονο χρήμα σε εξαγορές μαγαζιών και πλήρωνε σχεδόν πάντα μόνο με μετρητά.
Η πρόσφατη σύλληψή του και τα όσα έρχονται στο φως για τις εκατοντάδες εταιρείες με τα επίσης εκατοντάδες ΑΦΜ ρίχνουν κάποιο φως σε αυτή την «σκοτεινή» για πολλούς φιγούρα του επιχειρείν.
Μια φιγούρα που μπήκε στο στόχαστρο της συμμορίας των τσιγαράδων του Έντικ, εξαιτίας της Μυκόνου, σύμφωνα με τη δικογραφία για τη συγκεκριμένη εγκληματική οργάνωση, η οποία αποκαλύπτει ότι εναντίον του είχε βγει συμβόλαιο θανάτου.
Η αινιγματική περσόνα
Σχεδόν όλοι όσοι γνωρίζουν τον Άγγελο Γιαννακόπουλο τον χαρακτηρίζουν ως μια αινιγματική περσόνα που μέχρι πρότινος ήταν ο αφανής ιδιοκτήτης των φούρνων «Χωριάτικο» – κάποια στιγμή τον τίτλο φέρεται να είχε μεταβιβάσει στη μητέρα του.
Έγινε ιδιαίτερα γνωστός όταν κατηγορήθηκε ως ο εγκέφαλος του μεγαλύτερου ροζ κυκλώματος που έδρασε στη χώρα.
Το προσωνύμιό του ήταν ο «βασιλιάς του στριπτίζ» ή ο «Φούρναρης της Συγγρού», αφού φερόταν να ελέγχει δεκάδες τέτοια κλαμπ στην Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του 2000.
Συνελήφθη δύο φορές, την πρώτη το 2007 και τη δεύτερη το 2010, και καταδικάστηκε πρωτόδικα σε δέκα χρόνια φυλάκιση για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και σωματεμπορίας.
Όπως είχε πει τότε στο δικαστήριο, ερωτεύτηκε μια χορεύτρια από τη Ρουμανία και για το χατήρι της άνοιξε τα συγκεκριμένα μαγαζιά με ονόματα όπως «Moulin Bleu» και «Grand Rittorno».
Αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, καταθέτοντας 200.000 ευρώ εγγύηση, και αργότερα αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες για τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Η πολυσχιδής επαγγελματική του δραστηριότητα, ειδικά στον χώρο της εστίασης και σε νησιά όπως η Ρόδος και η Μύκονος, δεν άλλαξε πολύ τα όσα πρέσβευε.
Εξακολουθούσε να παραμένει ένας πολύ κλειστός άνθρωπος, που απεχθάνεται τις δημόσιες σχέσεις και προτιμά να μένει αφανής χρηματοδότης επιχειρήσεων, όπως αυτή που έστησε με τον Ντένη Παπαγεωργίου – γόνο της επιχειρηματικής οικογένειας που αντιπροσώπευε την Sanyo στην Ελλάδα – στο νησί των ανέμων.
Μόνο μια φορά δέχτηκε να ποζάρει σχετικά περιχαρής δίπλα στη Λίντσεϊ Λόχαν, σε φωτογραφία από τα εγκαίνια του Lohan Club που ανέβασε η ίδια την περίοδο του 2016 στο Instagram, ευχαριστώντας τον με την αγγλική φράση «thank you».
Η ηθοποιός το έπραξε προφανώς για τη συνεισφορά του Γιαννακόπουλου, μαζί με τον τότε σύντροφο-φίλο της Λόχαν, Ντένη Παπαγεωργίου, στο εγχείρημα για το club που έφερε το όνομά της στην Ιερά Οδό.
Όταν ο τελευταίος αποφάσισε το 2015 να μεταφέρει το Rakkan της Κηφισιάς στο Καλό Λιβάδι της Μυκόνου με μια πολύ ακριβή επένδυση, το νέο για το ποιος είναι ο «αόρατος» συνεταίρος του διαδόθηκε πολύ γρήγορα.
«Ο Ντένης μπορεί να φαίνεται, αλλά πίσω του έχει τον Γιαννακόπουλο με τους φούρνους», σχολίαζαν στο νησί των ανέμων, κάτι που φέρεται να ίσχυε και για το «Monarch», τον προκάτοχο του Rakkan στην ίδια παραλία.
Η διαμάχη για το εστιατόριο στη Μύκονο και η δικογραφία του Έντικ
Δέκα χρόνια μετά, ο Άγγελος Γιαννακόπουλος είχε πλέον ουκ ολίγα μαγαζιά στο νησί των ανέμων, από εστιατόρια και κλαμπ στον Γυαλό μέχρι παραλίες και φυσικά τη διάσημη Spilia.
Μόνο που για να αποκτήσει το γνωστό εστιατόριο έμπλεξε σε μια σκληρή διαμάχη με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη Ν.Χ. και το όνομά του εμφανίστηκε στην περσινή ογκώδη δικογραφία για τον Έντικ και την εγκληματική οργάνωση που έστησε ο συγκεκριμένος, την οποία συντόνιζε από το Ντουμπάι.
Στις σελίδες της δικογραφίας περιγράφεται αναλυτικά η δράση της ομάδας με αρχηγό τον Έντικ ή αλλιώς «Η Φωνή» και τονίζεται ότι «η εγκληματική οργάνωση υπό την ηγεσία του Έντικ εκτελούσε τις παράνομες δραστηριότητές της σε όλη την Ελλάδα, με τον ίδιο να διευθύνει και να συντονίζει τις ενέργειες της Οργάνωσης από το Ντουμπάι. Παρά την απόσταση διατηρούσε πλήρη έλεγχο και κατεύθυνση της εγκληματικής δράσης, δίνοντας συγκεκριμένες εντολές για την εκτέλεση σοβαρών εγκλημάτων όπως το λαθρεμπόριο καπνικών προϊόντων, εκβιάσεις, ανθρωποκτονίες και άλλες βίαιες επιθέσεις».
Όπως σημειώνεται στην 80σέλιδη δικογραφία, μέλος της Οργάνωσης σύμφωνα με τα έγγραφα προσέγγισε τον έναν εκ των δύο επιχειρηματιών, Άγγελο Γιαννακόπουλο – ο οποίος βρισκόταν σε δικαστική διαμάχη με τον συνεταίρο του Ν.Χ. για τη διαχείριση και τη λειτουργία εστιατορίου στον Καλαφάτη – με ραντεβού σε κατάστημα επί της Εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας.
Στα έγγραφα επισημαίνεται χαρακτηριστικά: «Ο Ν.Χ. προκειμένου να υπερτερήσει αθέμιτα στην ανωτέρω διαμάχη έναντι του Άγγελου Γιαννακόπουλου και να τον εξαναγκάσει να αποχωρήσει από την ιδιοκτησία του εστιατορίου εξαγοράζοντας το ποσοστό ιδιοκτησίας του, ανέθεσε στον Έντικ να απειλήσει τόσο τον ίδιο όσο και στενό συνεργάτη του.
Παράλληλα άγνωστα άτομα κατόπιν εντολής του Έντικ καθημερινά εμφανίζονταν στο κατάστημα και απειλούσαν υπαλλήλους…».
Ακολούθως τονίζεται ότι «προτού ο Ν.Χ. απευθυνθεί γι’ αυτό τον σκοπό στον Έντικ είχε απευθυνθεί για τον ίδιο σκοπό και στους Βλαστό Παναγιώτη και Μοσχούρη Γεώργιο, άτομα που επανειλημμένως έχουν κατηγορηθεί κατά το παρελθόν ως αρχηγοί εγκληματικών οργανώσεων».
Κατά τη διάρκεια συνομιλίας μέλους της εγκληματικής οργάνωσης των «τσιγαράδων» με τον Άγγελο Γιαννακόπουλο, το μέλος της οργάνωσης του εξήγησε ότι παίρνουν αυξημένα μέτρα ασφαλείας, τονίζοντας μάλιστα στον επιχειρηματία:
«Αυτοί προσέχουνε πάρα πολύ. Δεν μπορεί να τους βρει κανένας… Είναι φαντάσματα».
Η συνάντηση στη Μύκονο
Οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές που κοντράρονταν για το γνωστό εστιατόριο Spilia συναντήθηκαν στις 31 Αυγούστου του 2024 σε μια κάβα επί της επαρχιακής οδού Μυκόνου-Άνω Μερά και η συνομιλία τους καταγράφηκε νόμιμα με ειδικά τεχνικά μέσα ήχου.
Ο Ν.Χ., που προσήλθε μαζί με τον γιο του Κ.Χ. στη συνάντηση με τον Γιαννακόπουλο, τον άκουσε σύμφωνα με τη δικογραφία δυσαρεστημένο.
«Εξέφρασε παράπονα σε βάρος τους για τη συμπεριφορά τους απέναντι στον ίδιο και τους υπαλλήλους που είχε τοποθετήσει ο ίδιος στο εστιατόριο».
Από την πλευρά του ο Ν.Χ. «εξέφρασε παράπονα σε βάρος του Γιαννακόπουλου και μιας υπαλλήλου του, την οποία μεταξύ άλλων κατηγόρησε ότι παρακρατούσε παράνομα χρήματα της επιχείρησης καθώς και ότι τον επηρέαζε αρνητικά απέναντί τους».
Η συνέχεια της συνομιλίας είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική, αφού «ο Άγγελος Γιαννακόπουλος εξέφρασε παράπονα στον Ν.Χ. για τη συμπεριφορά του να απευθυνθεί» στον αρχηγό των «τσιγαράδων» από το Καζακστάν, «προσφέροντάς του αμοιβή 1.000.000 ευρώ για να τον απειλήσει και να του προκαλέσει βλάβη, ώστε αυτός να παραιτηθεί από τις αξιώσεις του από το εστιατόριο και να τον σκοτώσει σε περίπτωση άρνησής του».
Τα όσα είπε έφεραν την έντονη αντίδραση του Ν.Χ., ο οποίος «αρνήθηκε μια οποιαδήποτε τέτοια ανάθεση στον Έντικ, παραδεχόμενος ωστόσο ότι είχε όντως πραγματοποιήσει επαφή» με τον προαναφερόμενο αρχηγό της οργάνωσης.
Το έκανε «μέσω τρίτου ατόμου το οποίο δεν ονομάτισε, αλλά το είχε κάνει φοβούμενος ο ίδιος αντίστοιχες ενέργειες από τον Α.Γ.» μετά από ένα περιστατικό συμπλοκής του τελευταίου με τον άλλο γιο του Ε.Χ., όπως αποκαλύπτουν οι σελίδες της δικογραφίας.
Η συνάντηση δεν απέφερε καρπούς. Στην συνέχεια των εγγράφων αποκαλύπτεται ότι ο Γιαννακόπουλος από τον Ιούνιο του 2024 είχε προσέλθει αυτοβούλως στις αρχές και δήλωσε ότι απειλήθηκε από άγνωστο άτομο λόγω της αντιδικίας και της επαγγελματικής-οικονομικής διαφοράς που είχε με τον Ν.Χ.
«Την 19-06-24», επισημαίνεται, «έτερο ή το ίδιο άτομο κάλεσε εκ νέου τον Άγγελο Γιαννακόπουλο και απαίτησε από αυτόν να παραιτηθεί από όποια αξίωση έχει από το εστιατόριο και να δεχθεί το χρηματικό ποσό που του προσέφερε ο Ν.Χ. (20.000.000 ευρώ), λέγοντάς του χαρακτηριστικά: “…θα πάρεις ότι χρήματα σου έχει προτείνει ο Ν.Χ. και θα φύγεις θες δεν θες. Ακόμη και αν νομίζεις ότι θα κερδίσεις δικαστικά την διοίκηση, δεν πρόκειται να σε αφήσουμε να δουλέψεις”».
Όπως σημειώνεται στη συνέχεια της ογκώδους δικογραφίας, ο επιχειρηματίας ενημερώθηκε από υπαλλήλους του εστιατορίου ότι στο ανωτέρω χρονικό διάστημα παρατηρήθηκε η παρουσία αρχικά τεσσάρων και ακολούθως οκτώ ανδρών «αυξημένης σωματικής διάπλασης (φουσκωτών), εκ των οποίων οι δύο τουλάχιστον ήταν ένοπλοι και τον αναζητούσαν, αφού σχολίαζαν συνεχώς ενώπιον υπαλλήλων φράσεις όπως “Άντε, πότε θα έρθει ο Άγγελος;”».
Τελικά ο επιχειρηματίας δεν πήγε ποτέ εκείνο το διάστημα στο εστιατόριο, γλιτώνοντας προφανώς τα χειρότερα σε αυτή την υπόθεση, όχι όμως τελικά αυτό που φοβόταν περισσότερο τους τελευταίους μήνες: Τη σύλληψή του μαζί με άλλα περίπου 50 άτομα για μια υπόθεση τεράστιας φοροδιαφυγής ύψους 120.000.000 ευρώ, με πάνω από 534 εταιρείες και εκατοντάδες ΑΦΜ.
Ο ίδιος φερόταν να κινεί τα νήματα στο παρασκήνιο, όπως έκανε σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει γνωστά σχεδόν πάντα με ό,τι καταπιανόταν ο «αόρατος φούρναρης της Συγγρού».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου