Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Μαγνήτης η Ελλάδα για data centers - Γιατί οι επενδυτές στρέφονται στη χώρα μας – Οφέλη και προκλήσεις


 Στο επίκεντρο ενός νέου επενδυτικού κύματος, που φιλοδοξεί να αναδιαμορφώσει τον ευρωπαϊκό χάρτη των ψηφιακών υποδομών, βρίσκεται η Ελλάδα, προσελκύοντας ισχυρό ενδιαφέρον για την ανάπτυξη data centers. Οι αιτήσεις για ηλεκτρική ισχύ ξεπερνούν αθροιστικά τα 12 GW, μέγεθος εντυπωσιακό σε σχέση με τις δυνατότητες του εγχώριου ηλεκτρικού συστήματος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του διαχειριστή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας (ΑΔΜΗΕ), η ισχύς των έργων με υπογεγραμμένες συμβάσεις σύνδεσης και οριστικές προσφορές σύνδεσης στο σύστημα ανέρχεται σε 517 ΜW. H απόκλιση σε σχέση με τα αιτήματα που έχουν υποβληθεί είναι τεράστια, με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να επιδιώκει μέσω του θεσμικού πλαισίου που έχει θέσει σε διαβούλευση να βάλει τάξη, δίνοντας προτεραιότητα σε ώριμα έργα ώστε να μη δεσμεύεται πολύτιμος ηλεκτρικός χώρος από έργα που μπορεί να μη φτάσουν ποτέ στο στάδιο υλοποίησης.

Το ενεργειακό κόστος

Η Ελλάδα διεκδικεί μερίδιο από μια αγορά που αναπτύσσεται με εκρηκτικούς ρυθμούς, καθώς η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης εκτοξεύει τη ζήτηση για υπολογιστική ισχύ και ενώ στο μεταξύ η διεθνής εμπειρία αναδεικνύει και την άλλη όψη αυτής της ανάπτυξης. Μια λιγότερο φωτεινή πραγματικότητα που συνδέεται με την τεράστια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, την πίεση που ασκείται στα δίκτυα και στους υδάτινους πόρους, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και κυρίως τον κίνδυνο μετακύλισης του πρόσθετου ενεργειακού κόστους στους υπόλοιπους καταναλωτές.

Στις ΗΠΑ, τα κέντρα δεδομένων μετατρέπονται σταδιακά από σύμβολα της τεχνολογικής προόδου σε εστίες κοινωνικών αντιδράσεων και πολιτικών αντιπαραθέσεων, με το ζήτημα να αποκτά κεντρική θέση στην προεκλογική ατζέντα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του CNN τον Σεπτέμβριο, το 90% των Αμερικανών εκφράζει ανησυχία για τα κέντρα δεδομένων. Στην Ευρώπη, οι παραδοσιακοί κόμβοι της Φρανκφούρτης, του Λονδίνου, του Αμστερνταμ, του Παρισιού και του Δουβλίνου βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλά ποσοστά πληρότητας και σοβαρούς περιορισμούς στα ηλεκτρικά δίκτυα, στρέφοντας το επενδυτικό ενδιαφέρον προς νέες αγορές. Σε αυτή τη συγκυρία, η Ελλάδα φιλοδοξεί να αναδειχθεί σε έναν από τους ανερχόμενους κόμβους της ευρωπαϊκής ψηφιακής οικονομίας.


Στις ΗΠΑ τα κέντρα δεδομένων μετατρέπονται σταδιακά από σύμβολα της τεχνολογικής προόδου σε εστίες κοινωνικών αντιδράσεων και πολιτικών αντιπαραθέσεων.


Η γεωγραφική της θέση, η ανάπτυξη των διεθνών τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων και η ανάγκη γεωγραφικής διασποράς των ψηφιακών υποδομών έχουν τοποθετήσει την Αθήνα στο ραντάρ μεγάλων διεθνών επενδυτών. Στις εταιρείες που έχουν ήδη παρουσία ή διερευνούν νέες επενδυτικές ευκαιρίες περιλαμβάνονται η Digital Realty μέσω της Lamda Hellix, η Sparkle, η Lancom, η Microsoft, η Data4, η Data In Scale των ΔΕΗ–DAMAC και η AWS, η οποία υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας με τη ΔΕΗ για την κατασκευή του mega data center στην Κοζάνη. Στον κατάλογο προστέθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες και οι εταιρείες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων Khazna Data Centers και Core42, οι οποίες υπέγραψαν συμφωνίες για την ανάπτυξη data centers στην Ελλάδα με τη Masdar και τον όμιλο Κοπελούζου.


Είναι όμως το ηλεκτρικό σύστημα και οι υποδομές της χώρας έτοιμα να υποδεχθούν το νέο επενδυτικό κύμα της βαριάς ενεργοβόρου ψηφιακής βιομηχανίας;


Οι μεγάλες προκλήσεις

Τρεις είναι οι βασικές προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει το ηλεκτρικό σύστημα, εφόσον υλοποιηθούν τα σχέδια για την ανάπτυξη πολύ μεγάλων data centers, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του ΑΔΜΗΕ Γιάννη Μάργαρη: «Επάρκεια ενέργειας, δίκτυα ώστε να μην υπάρχει θέμα κορεσμού και προφανώς οι τιμές, δηλαδή το πώς αυτά τα έργα θα ενσωματωθούν στο σύστημα χωρίς να αυξηθούν οι τιμές ηλεκτρικού ρεύματος». Πρόκειται για προκλήσεις με τις οποίες έχουν ήδη βρεθεί αντιμέτωπες χώρες όπου η μεγάλη συγκέντρωση data centers έχει δημιουργήσει κινδύνους τόσο για την επάρκεια ηλεκτρικής ενέργειας όσο και για την αντοχή των δικτύων. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον κ. Μάργαρη, έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει αυτή τη διεθνή εμπειρία και να σχεδιάσει εγκαίρως τους όρους ανάπτυξης της νέας αγοράς, αποφεύγοντας προβλήματα που αλλού επιχειρείται να αντιμετωπιστούν εκ των υστέρων.


Σε αυτή τη λογική κινείται το νέο θεσμικό πλαίσιο του ΥΠΕΝ, το οποίο επιχειρεί να διαχωρίσει τις πραγματικές επενδύσεις από τα έργα που παραμένουν στα χαρτιά. Μεταξύ άλλων, προβλέπει προτεραιότητα στην εξέταση αιτημάτων για έργα ισχύος άνω των 200 MW, ενώ υποχρεώνει τους επενδυτές να έχουν εξασφαλίσει για τουλάχιστον δέκα χρόνια την έκταση στην οποία σχεδιάζεται να εγκατασταθεί το data center. Παράλληλα, προβλέπει την κάλυψη τουλάχιστον του 60% της ετήσιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, καθώς και αυστηρότερα κριτήρια οικονομικής φερεγγυότητας. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι η ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων δεν θα δεσμεύσει δυσανάλογους πόρους του ηλεκτρικού συστήματος, ούτε θα μεταφέρει το κόστος των αναγκαίων υποδομών στους υφιστάμενους καταναλωτές.

Αβεβαιότητα

Παρά το πρωτοφανές επενδυτικό ενδιαφέρον, παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο πόσα από τα σχεδιαζόμενα data centers θα κατασκευαστούν τελικά. Η αβεβαιότητα αυτή δυσκολεύει τον ενεργειακό σχεδιασμό, καθώς τα data centers αποτελούν μεγάλα και σχεδόν συνεχή ηλεκτρικά φορτία, με διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα της παραδοσιακής κατανάλωσης.

Ο ΑΔΜΗΕ εκπονεί ήδη μελέτες με διαφορετικά σενάρια ανάπτυξης της αγοράς, προκειμένου να αποτιμήσει τις επιπτώσεις των νέων φορτίων στην επάρκεια και στη λειτουργία του συστήματος. Σύμφωνα με τον κ. Μάργαρη, τα data centers αποτελούν τον βασικό νέο παράγοντα που αναμένεται να ενισχύσει τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας τα επόμενα χρόνια, εξέλιξη που ενσωματώνεται στον σχεδιασμό του διαχειριστή.

Μελέτη της PwC για τη χωροθέτηση των data centers στην Ελλάδα, η οποία παρουσιάστηκε την άνοιξη, αναφέρει ότι τα μεγαλύτερα περιθώρια διαθέσιμης ηλεκτρικής ισχύος εντοπίζονται στη Δυτική Μακεδονία, με 630 MW, και στη Θεσσαλία, με 605 MW. Αντίθετα, η Αττική διαθέτει μόλις 180 MW και η Κρήτη 140 MW, παρά το γεγονός ότι συγκαταλέγονται στις περιοχές που προσελκύουν έντονο ενδιαφέρον για την εγκατάσταση νέων ψηφιακών υποδομών.

Το κατά πόσον θα απαιτηθούν πρόσθετες επενδύσεις στα δίκτυα μεταφοράς θα εξαρτηθεί από τη γεωγραφική θέση, τον αριθμό και την τελική ισχύ των έργων που θα προχωρήσουν.

Ο κίνδυνος αύξησης των τιμών ρεύματος

Πέρα από την επάρκεια ισχύος και τις αντοχές των δικτύων, ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα είναι οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει η μαζική ανάπτυξη data centers στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Το ζήτημα έχει αναδείξει ο πρόεδρος της ΔΕΗ Γιώργος Στάσσης, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο μεταφοράς του πρόσθετου κόστους στους υπόλοιπους καταναλωτές. «Προφανώς, σε οποιοδήποτε ηλεκτρικό σύστημα, όταν προστίθεται ξαφνικά μια πολύ μεγάλη νέα ζήτηση και το σύστημα δεν προσαρμόζεται αναλόγως, τότε ο μεγάλος καταναλωτής επωφελείται από τις καλύτερες τιμές, ενώ το επιπλέον κόστος μεταφέρεται στους υπόλοιπους καταναλωτές. Γι’ αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό –και γι’ αυτό το υποστηρίζουμε τόσο έντονα– να κατασκευάζεται νέα παραγωγική δυναμικότητα προκειμένου να εξυπηρετείται αυτή η πρόσθετη ζήτηση», έχει τονίσει.

Η επίδραση στις τιμές από τη συνεχή ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας ενός μεγάλου data center είναι διπλή, λέει στην «Κ» ο Παντελής Μπίσκας, καθηγητής στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του ΑΠΘ και υπεύθυνος μελέτης που αναμένεται να εκπονήσει το ΙΕΝΕ για τις προοπτικές ανάπτυξης data centers και τις επιπτώσεις τους στη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Oπως εξηγεί, για να καλυφθεί η πρόσθετη ζήτηση κυρίως με ΑΠΕ από ένα data center 1.000 MW, θα χρειαστούν 3-4 GW νέων φωτοβολταϊκών. Τις μεσημεριανές ώρες, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών είναι υψηλή, το πρόσθετο φορτίο θα μπορεί να απορροφά μέρος της πλεονάζουσας ενέργειας, περιορίζοντας τις μηδενικές ή αρνητικές τιμές και τις περικοπές παραγωγής ΑΠΕ. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά για τη βιωσιμότητα νέων επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές. Η εικόνα διαφοροποιείται, ωστόσο, τις νυχτερινές και βραδινές ώρες, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών μηδενίζεται αλλά η ζήτηση των data centers παραμένει υψηλή. Τις βραδινές ώρες μπορεί να υπάρξει μικρή ανοδική πίεση αν δεν προστεθεί νέα ευέλικτη ισχύς.


Eνα σύγχρονο AI data center ισχύος 100 MW καταναλώνει περίπου 750-850 GWh ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως, ποσότητα αντίστοιχη με την κατανάλωση περίπου 200.000 νοικοκυριών.

Εντονο προβληματισμό για τις επιπτώσεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας εκφράζει και η ελληνική βιομηχανία, η οποία ανησυχεί ότι η είσοδος νέων μεγάλων καταναλωτών μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω το ήδη υψηλό ενεργειακό της κόστος. «Η σύνδεση νέων κέντρων δεδομένων μεγάλης κλίμακας μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο εφόσον εξασφαλίζεται πραγματική κάλυψη της ζήτησης από νέα παραγωγή, φυσική παράδοση και πλήρης ιχνηλασιμότητα της ενέργειας, ανάληψη του κόστους από τους επενδυτές και προστασία των υφιστάμενων καταναλωτών, ιδιαίτερα της ελληνικής βιομηχανίας», δηλώνει ο πρόεδρος των ενεργοβόρων βιομηχανιών (ΕΒΙΚΕΝ) Αντώνης Κοντολέων.

Η κλίμακα των ενεργειακών αναγκών της νέας ψηφιακής βιομηχανίας γίνεται περισσότερο κατανοητή μέσα από ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σύμφωνα με τον κ. Μπίσκα, ένα σύγχρονο hyperscale ή AI data center ισχύος 100 MW καταναλώνει περίπου 750-850 GWh ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως, ποσότητα αντίστοιχη με την κατανάλωση περίπου 200.000 νοικοκυριών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

.

.

Δημοφιλείς αναρτήσεις