Στις εκλογές του 2016, η νίκη του Ντόναλτ Τραμπ ενισχύθηκε απο εταιρίες ψυχολογικής ή ψυχικής επιρροής όπως λέγονται, με πρώην πράκτορες μυστικών υπηρεσιών απο το Ισραήλ και την Αγγλία που σκοπο είχαν την χειραγώγηση των social media στοχεύοντας σε ειδικές ομάδες ανθρώπων.
Κεντρικό ρόλο σε αυτές τις επιχειρήσεις παίζουν δύο εταιρείες: η ισραηλινή Psy-Group και η βρετανική Cambridge Analytica, καθώς και πρόσωπα όπως ο Ισραηλινός επιχειρηματίας Joel Zamel, ο Steve Bannon και η τραγική ειρωνία ο George Nader βασικός συντελεστής στην ψυχολογική επιχείρηση QAnon (ότι ο Τραμπ σώζει παιδιά), ο Nader καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλακή για επανελλειμένες κακοποιήσεις παιδιών. Υπήρξε δίαυλος επικοινωνίας (back-channel) μεταξύ υψηλόβαθμων αξιωματούχων και ξένων κυβερνήσεων.
Το QAnon (ξεκίνησε το 2017) παρουσιάζει τον Trump ως “σωτήρα παιδιών” από ελίτ παιδεραστών. Ωστόσο, αυτό το εγχείρημα ήρθε ως απάντηση για να ρίξει σκοτάδι στις κατηγορίες που υπήρχαν για τον ίδιο τον Τραμπ την εποχή εκείνη στα Social Media, σχετικά με τις πολλές συνδέσεις του με παιδεραστές όπως τον περιβόητο Επστάιν.

Στα social media της εποχής (π.χ. Twitter/X), μετα την ανακοίνωση του Τραμπ πως θα διεκδικίσει την προεδρία, κυκλοφόρησαν hashtag όπως “Trump pedophile” ή “Trump Epstein rape” από Ιούνιο 2015 έως Δεκέμβριο 2016 από anti-Trump λογαριασμούς (π.χ. @TrumpPedophile2) αλλά και απο τα μεγαλύτερα ΜΜΕ, όπως:
1. The Guardian – 4 Νοεμβρίου 2016 με τίτλο : “Woman who accused Donald Trump of raping her at 13 drops lawsuit”
2. Politico – 6 Νοεμβρίου 2016 με τίτλο : “Woman suing Trump over alleged teen rape drops suit, again”
3. Courthouse News Service – 30 Σεπτεμβρίου 2016 με τίτλο: “Rape Allegations Refiled Against Trump”
Οι φήμες στα social media και τα άρθρα που κατηγορούσαν τον Τραμπ ως παιδεραστή, ήταν κάτι που έπληξαν πολύ την εικόνα του ως υποψήφιου προέδρου.
Ο Τραμπ έπρεπε με κάποιον τροπο να “γυρίσει” το παιχνίδι υπέρ του
Τότε είναι που ανέλαβε ο George Nader, Λιβανέζος-Αμερικανός σύμβουλος Σαουδικής Αραβίας, και οργάνωσε τη συνάντηση με την Psy-Group στο Trump Tower και πλήρωσε ~2 εκατομμύρια στον Zamel μετά τις εκλογές και ο οποίος Nader αργότερα καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 ετών το 2020 για διακίνηση παιδιών, εμπόριο οργάνων και παιδική πορνογραφία –
Γιατί η ποινή του αφορά μόνο 10 έτη… μάλλον είναι γενικό το φαινόμενο ατιμωρησίας σε τέτοιους κύκλους!

Θα δούμε επίσης πως αυτές οι εταιρίες “έχτισαν” τον ρόλο της μεσσιανικής εικόνας του Trump και φαινομένων όπως το QAnon.
Η Psy-Group αντιπροσώπευε την άνοδο “ιδιωτικών Mossad” – Ισραηλινών εταιρειών απο συνταξιούχους πράκτορες που πουλούσαν τις τακτικές τους σε πολιτικούς/επιχειρηματίες, χωρίς καμιά νομιμότητα. Το ότι θα έβρισκά (ξανά) εμπλεκόμενη την Κύπρο, ακόμα και στην υπόθεση ψυχολογικών επιχειρήσεων του Τραμπ δεν το περίμενα…
Πως εμπλέκεται η Κύπρος με αυτές τις εταιρίες
Οι εταιρείες Psy-Group και Cambridge Analytica λόγω μη νόμιμης δραστηριότητας τους εμπλέκονται με ένα Κυπριακό δίκτυο shell companies που χρησιμοποιούν οι Κύπριοι για απόκρυψη ιδιοκτησίας και ροών χρημάτων, με την Psy-Group και για να έχει πιο άμεσες και εκτεταμένες συνδέσεις λόγω της δομής της.
Η δομή της βασίζεται σε κυπριακές οντότητες όπως η IOCO Limited στη Λεμεσό, η οποία λειτουργεί ως μητρική και συνδέεται με ρωσικά funds και ολιγάρχες μέσω αλυσίδας εταιρειών όπως η Protexer Limited στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους και η MGTM Financial Services που ελέγχεται επίσης από Ρώσους δισεκατομυριούχους.
Οι Κύπριοι διευθυντές της IOCO Ρία Χριστοφίδου (ή Ρία Χριστοφίδη) και Γιαννάκης Ερμογένους συνδέονται με ρωσικές τράπεζες όπως Vozrozhdenie Bank, Promsvyazbank και Avtovazbank. Πηγή medium.com
Project Rome – το πρόγραμμα που υποσχόταν 100% την νίκη του Τραμπ στις εκλογές
Το Project Rome ήταν η κωδική ονομασία της πρότασης που υπέβαλε η ισραηλινή εταιρεία ιδιωτικών πληροφοριών Psy-Group στην προεκλογική καμπάνια του Donald Trump το 2016. Το πρόγραμμα ήταν ειδικά φτιαγμένο για να “αντιστρέψει την πραγματικότητα” και υποσχόταν 100% επιτυχία!

Βασικά στοιχεία (από έγγραφα που διέρρευσαν και δημοσιεύματα NYT, New Yorker)
- Περίοδος: Απρίλιος-Ιούνιος 2016 (πρωτογενείς εκλογές Ρεπουμπλικανών).
- Πελάτης-στόχος: Η καμπάνια Trump, μέσω του Rick Gates (υψηλόβαθμο στέλεχος).
- Κόστος προγράμματος: Περίπου 3,125 δισεκατομμύρια δολάρια.
- Στόχος: Να κερδίσει ο Τραμπ τις εκλογές.
Κωδικά ονόματα:
- Donald Trump = Lion (λιοντάρι)
- Ted Cruz = Bear (αρκούδα)
- Hillary Clinton = Black Forest (μάυρο δάσος)
Ο Donald Trump ονομαζόταν Lion επειδή το λιοντάρι αντιπροσωπεύει δύναμη, ηγεσία και βασιλεία, ταιριάζοντας απόλυτα με την εικόνα του ως δυνατού ηγέτη, ο Ted Cruz ονομαζόταν Bear γιατί η αρκούδα συμβολίζει επιθετικότητα δύναμη αλλά και απειλή, με πιθανό υπαινιγμό σε ρωσικές επιρροές αφού η αρκούδα είναι σύμβολο της Ρωσίας και υπήρχαν φήμες εκείνη την εποχή για δεσμούς του Cruz, ενώ η Hillary Clinton ονομαζόταν Forest επειδή το δάσος είναι σκοτεινό, πυκνό και κρύβει μυστικά, αναφορά στα emails και τις αποκρυπτογραφημένες συνομιλίες, έτσι η όλη αφήγηση γίνεται σαν παραμύθι όπου το λιοντάρι πολεμά την αρκούδα μέσα στο σκοτεινό δάσος, μια κλασική τεχνική psyops για να απλοποιηθεί η πολιτική μάχη σε αρχετυπική σύγκρουση καλού και κακού.
Περιλάμβανε ιδέες όπως:
- Δημιουργία ψεύτικων personas στα social media για να επηρεάσουν συγκεκριμένους ανθρώπους ή ομάδες – πίσω απο τους λογαριασμούς, συνήθως ήταν πράκτορες της mossad.
- Εκστρατείες μέσω ψεύτικων ειδησεογραφικών sites και λογαριασμών για να «πείσουν» ή να αλλάξουν γνώμες ψηφοφόρων.
- Συλλογή και χρήση πληροφοριών για αντιπάλους (π.χ. ανταγωνιστές στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών όπως ο Τεντ Κρουζ και οι Δημοκρατικοί).
- Δημοσιοποίηση «dossiers» (φακέλων) για στόχους με σκοπό να επηρεαστεί η εικόνα τους.
Οι επιχειρήσεις τύπου Project Rome δεν λειτουργούν σαν μια κλασική προεκλογική καμπάνια όπου κάποιος στέλνει ένα μήνυμα σε πολλούς. Λειτουργούν σαν ένα σύστημα που μπαίνει μέσα στα ήδη υπάρχοντα κοινωνικά και ψηφιακά δίκτυα και προσπαθεί να τα εκμεταλλευτεί εκ των έσω. Η βασική τους λογική είναι ότι οι άνθρωποι δεν πείθονται από επιχειρήματα αλλά από περιβάλλοντα. Αν το περιβάλλον γύρω σου φαίνεται να σκέφτεται κάτι, τότε αυτό το κάτι αρχίζει να μοιάζει λογικό, φυσιολογικό ή έστω άξιο προσοχής, ακόμα κι αν πριν σου φαινόταν ακραίο ή αδιανόητο.
Για να γίνει αυτό, πρώτα συγκεντρώνονται πληροφορίες όχι γενικά αλλά συγκεκριμένα: ποιοι άνθρωποι επηρεάζουν άλλους, ποιοι μιλάνε και ποιοι ακούγονται, ποιοι είναι θυμωμένοι, ποιοι απογοητευμένοι, ποιοι αναποφάσιστοι. Δεν τους ενδιαφέρει τόσο τι δηλώνει κάποιος ότι πιστεύει, όσο τι τον φοβίζει, τι τον προσβάλλει, τι τον κάνει να νιώθει ότι αδικείται ή ότι τον κοροϊδεύουν. Από εκεί φτιάχνονται ψυχολογικά προφίλ, όχι για εκατομμύρια, αλλά για συγκεκριμένες ομάδες μέσα στο δίκτυο.

Μετά δημιουργούνται ψηφιακές ταυτότητες που δεν μοιάζουν με εργαλεία αλλά με ανθρώπους. Έχουν ιστορία, παρελθόν, καθημερινότητα, ασχολίες, βαρετές στιγμές. Δεν μιλάνε συνέχεια για πολιτική. Αντίθετα, η πολιτική μπαίνει σποραδικά, σαν σχόλιο, σαν απορία, σαν προσωπική εμπειρία. Αυτές οι ταυτότητες δεν υπάρχουν μόνες τους αλλά σε ομάδες που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, συμφωνούν, διαφωνούν, αστειεύονται, δημιουργώντας την αίσθηση ενός φυσικού κοινωνικού χώρου. Όταν ένας πραγματικός άνθρωπος μπαίνει σε αυτόν τον χώρο, δεν νιώθει ότι του μιλάνε· νιώθει ότι παρακολουθεί μια συζήτηση.
Το περιεχόμενο δεν είναι κραυγαλέο. Συνήθως δεν λέει «αυτό είναι αλήθεια». Λέει «δεν ξέρω αν ισχύει, αλλά», «κάτι περίεργο δεν σου φαίνεται;», «εμένα μου θυμίζει…». Ο στόχος δεν είναι να δώσει απαντήσεις αλλά να σπείρει αμφιβολία και να κατευθύνει τη σκέψη προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Όταν ο άνθρωπος φτάσει μόνος του στο συμπέρασμα, το υπερασπίζεται πιο έντονα, γιατί δεν το έλαβε απ’ έξω αλλά το παρήγαγε ο ίδιος.
Οι πληροφορίες σπάνια εμφανίζονται κατευθείαν σε μεγάλα μέσα. Ξεκινούν χαμηλά, από ασήμαντες πηγές, σχόλια, μικρά blogs, screenshots, υπονοούμενα. Στη συνέχεια επαναλαμβάνονται από διαφορετικά άσχετα μεταξύ τους προφίλ μέχρι να φαίνεται ότι «κυκλοφορούν». Όταν τελικά εμφανιστούν σε πιο κεντρικά σημεία, η αρχική πηγή έχει χαθεί και το αφήγημα μοιάζει οργανικό, σαν κάτι που προέκυψε από τη βάση.
Συχνά ο στόχος δεν είναι καν να πειστεί κάποιος να υποστηρίξει κάτι, αλλά να χάσει την εμπιστοσύνη του σε όλα. Να πιστέψει ότι όλοι λένε ψέματα, ότι όλα είναι στημένα, ότι δεν υπάρχει νόημα στη συμμετοχή. Η σύγχυση, η κόπωση και ο κυνισμός είναι αποτελέσματα εξίσου χρήσιμα με την καθαρή πειθώ. Ένας απογοητευμένος άνθρωπος ήδη έχει καταλήξει σε αυτά τα συμπεράσματα και είναι πιο προβλέψιμος από έναν ενεργό.
Όλο αυτό δεν είναι στατικό. Παρακολουθείται συνεχώς. Βλέπουν ποιο μήνυμα πιάνει, ποιο προκαλεί θυμό, ποιο αγνοείται, ποιο αναπαράγεται. Και προσαρμόζουν τη γλώσσα, τον τόνο, ακόμη και το αφήγημα σε πραγματικό χρόνο. Δεν υπάρχει ένα σχέδιο από την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά ένα σύστημα που μαθαίνει όσο λειτουργεί.
Στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι ένα συγκεκριμένο ψέμα που μπορείς εύκολα να αποκαλύψεις, αλλά μια αλλαγή στο πώς αντιλαμβάνεσαι την πραγματικότητα, στο ποιον εμπιστεύεσαι και στο πώς ερμηνεύεις αυτά που βλέπεις. Και αυτό είναι και το πιο δύσκολο να αποδειχθεί και το πιο δύσκολο να ξεριζωθεί.
Τώρα πάμε στο πιο βαθύ επίπεδο, εκεί που δεν φαίνεται καθόλου σαν «χειραγώγηση».
Αυτές οι επιχειρήσεις πατάνε πάνω σε μηχανισμούς που όλοι έχουμε και που εξελίχθηκαν πολύ πριν υπάρξει ίντερνετ. Ο εγκέφαλος δεν ψάχνει αλήθεια· ψάχνει συνοχή και ασφάλεια. Όταν κάτι ταιριάζει με το πώς ήδη νιώθεις, περνάει χωρίς αντίσταση. Όταν κάτι το απειλεί, απορρίπτεται ακόμα κι αν είναι τεκμηριωμένο. Γι’ αυτό και δεν προσπαθούν να αλλάξουν απόψεις. Προσπαθούν να αλλάξουν το συναισθηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιούνται οι απόψεις.
Ένας βασικός μοχλός είναι η αίσθηση ότι «εγώ το βλέπω, οι άλλοι κοιμούνται». Αυτό δημιουργεί ταυτότητα. Όταν κάποιος αρχίσει να νιώθει ότι ανήκει στους λίγους που καταλαβαίνουν τι πραγματικά συμβαίνει, η πληροφορία παύει να είναι δεδομένο και γίνεται μέρος του εαυτού του. Από εκεί και μετά, αν του επιτεθείς στο αφήγημα, δεν νιώθει ότι του διορθώνεις λάθος, αλλά ότι του επιτίθεσαι προσωπικά.
Ένας άλλος μηχανισμός είναι η ηθική αγανάκτηση. Ο θυμός είναι εξαιρετικά χρήσιμος γιατί απλοποιεί τον κόσμο. Όταν θυμώνεις, δεν ψάχνεις αποδείξεις, ψάχνεις δικαίωση. Οι καμπάνιες αυτού του τύπου συχνά δεν λένε «αυτό είναι κακό», αλλά παρουσιάζουν μια ιστορία που σε κάνει να το νιώσεις άδικο. Ο εγκέφαλος μετά κάνει μόνος του τη δουλειά της καταδίκης.

Υπάρχει επίσης η δύναμη της επανάληψης χωρίς ταύτιση. Αν δεις το ίδιο μοτίβο από διαφορετικούς ανθρώπους που δεν φαίνεται να συνδέονται, το μυαλό σου το καταγράφει ως «κάτι υπάρχει εκεί». Δεν χρειάζεται να συμφωνήσεις πλήρως. Αρκεί να αρχίσεις να το κουβαλάς σαν πιθανότητα. Με τον καιρό, αυτή η πιθανότητα γίνεται υπόθεση, και μετά πεποίθηση.
Ένα κρίσιμο σημείο είναι ότι οι άνθρωποι εμπιστεύονται πολύ περισσότερο κάποιον που μοιάζει «σαν κι αυτούς» παρά κάποιον που φαίνεται αυθεντία. Γι’ αυτό τα avatars δεν μιλάνε σαν ειδικοί. Μιλάνε σαν κουρασμένοι πολίτες, σαν γονείς, σαν εργαζόμενοι που «κάτι δεν τους κολλάει». Η ταύτιση προηγείται της πειθούς.
Επίσης, η αβεβαιότητα είναι πιο αποτελεσματική από το ψέμα. Αν σου πουν κάτι ξεκάθαρα λάθος, μπορείς να το απορρίψεις. Αν όμως σου πουν «δεν ξέρω τι ισχύει πια», αρχίζεις να αμφισβητείς τα πάντα. Και όταν όλα φαίνονται εξίσου αβέβαια, τότε κερδίζει αυτό που σου προσφέρει συναισθηματική ανακούφιση ή αίσθηση ελέγχου.
Το πιο ύπουλο στοιχείο είναι ότι όλα αυτά σπάνια λειτουργούν μεμονωμένα. Δρουν σωρευτικά, σε βάθος χρόνου. Μικρές μετατοπίσεις, μικρές ενισχύσεις, μικρές ρωγμές εμπιστοσύνης. Κανείς δεν ξυπνάει ένα πρωί και λέει «με χειραγώγησαν». Ξυπνάει και λέει «κάτι δεν πάει καλά εδώ και καιρό».
Και γι’ αυτό, όταν κάποιος επηρεαστεί, δεν το βιώνει ως εξωτερική επιβολή αλλά ως εσωτερική διαύγεια. Νιώθει ότι επιτέλους βλέπει καθαρά. Αυτό είναι και το πιο επικίνδυνο σημείο: όταν η χειραγώγηση συγχέεται με αφύπνιση.
Ποιοι άνθρωποι είναι πιο ανθεκτικοί και ποιοι πιο ευάλωτοι, δεν πρόκειται για «έξυπνους–χαζούς», αλλά με βάση ψυχολογικές και κοινωνικές συνθήκες.
Η ευαλωτότητα δεν έχει να κάνει με νοημοσύνη αλλά με κατάσταση. Οι άνθρωποι που είναι πιο δεκτικοί σε τέτοιου τύπου επιρροή είναι συνήθως σε μια φάση όπου κάτι έχει σπάσει: εμπιστοσύνη, ταυτότητα, προσδοκία. Κάποιος που νιώθει ότι το σύστημα τον πρόδωσε, ότι οι κόποι του δεν ανταμείφθηκαν, ότι οι «από πάνω» δεν ζουν με τους ίδιους κανόνες, είναι ήδη μισό βήμα μέσα. Όχι γιατί είναι θυμωμένος απλώς, αλλά γιατί ψάχνει νόημα σε αυτή την αδικία.
Και εδώ είναι το πιο ύπουλο παιχνίδι, αυτός ο άνθρωπος γίνεται χειραγωγίσημος απο αυτούς που τον πρόδωσαν και του δημιούργησαν αυτά τα συναίσθήματα. Οι ίδιοι άνθρωποι οι οποίοι ευθύνονται για την ψυχολογική του κατάσταση έρχονται να τον εκμεταλευτούν για δεύτερη φορά.
Επίσης, πολύ ευάλωτοι είναι άνθρωποι με ισχυρή ανάγκη συνοχής. Όταν ο κόσμος μοιάζει χαοτικός, αντιφατικός, γεμάτος γκρίζες ζώνες, κάποιοι αντέχουν την αβεβαιότητα. Άλλοι όχι. Οι δεύτεροι έλκονται από αφηγήματα που «δένουν» τα πάντα, ακόμα κι αν είναι σκοτεινά ή απλουστευτικά. Ένα κακό σχέδιο είναι ψυχολογικά πιο ανεκτό από ένα χάος χωρίς νόημα.
Παράδοξα, συχνά πιο ευάλωτοι είναι και άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους ανεξάρτητο στοχαστή. Όχι επειδή δεν σκέφτονται, αλλά επειδή έχουν ισχυρή δυσπιστία προς θεσμούς, ΜΜΕ και αυθεντίες. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτή η δυσπιστία δεν συνοδεύεται από εξίσου αυστηρή δυσπιστία προς τις «εναλλακτικές» πηγές. Αν απορρίπτεις τους πάντες αλλά εμπιστεύεσαι αυτούς που μιλάνε τη γλώσσα σου, τότε είσαι ευάλωτος χωρίς να το ξέρεις.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η κοινωνική απομόνωση. Όχι απαραίτητα η φυσική, αλλά η αίσθηση ότι δεν ακούγεσαι. Τα online περιβάλλοντα επιρροής προσφέρουν κάτι πολύ ελκυστικό: αναγνώριση. Likes, απαντήσεις, συμφωνία. Όταν κάποιος νιώθει ότι επιτέλους «τον καταλαβαίνουν», η λογική χαλαρώνει. Η σχέση προηγείται της αλήθειας.
Από την άλλη πλευρά, οι πιο ανθεκτικοί άνθρωποι δεν είναι αυτοί που «ξέρουν περισσότερα», αλλά αυτοί που αντέχουν την πολυπλοκότητα και την αμφιβολία. Άνθρωποι που μπορούν να πουν «δεν ξέρω», χωρίς να πανικοβληθούν. Που μπορούν να κρατήσουν δύο αντικρουόμενες ιδέες στο μυαλό τους χωρίς να χρειαστεί να διαλέξουν αμέσως στρατόπεδο. Που δεν χρειάζονται να αισθάνονται ηθικά ανώτεροι για να νιώσουν ασφαλείς.
Επίσης ανθεκτικοί είναι όσοι έχουν πολλαπλές ταυτότητες. Αν κάποιος ορίζει τον εαυτό του μόνο μέσα από μία ιδιότητα (π.χ. πολιτική, ιδεολογική, εθνική), τότε μια επίθεση σε αυτή την ταυτότητα βιώνεται ως υπαρξιακή απειλή. Αν όμως κάποιος είναι ταυτόχρονα πολλά πράγματα, καμία αφήγηση δεν μπορεί εύκολα να τον αιχμαλωτίσει πλήρως.
Το πιο ενδιαφέρον ίσως είναι ότι κανείς δεν είναι μόνιμα ανθεκτικός. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί σε μια φάση ζωής να είναι σχεδόν άτρωτος και σε μια άλλη εξαιρετικά ευάλωτος. Κούραση, απώλειες, οικονομική πίεση, κοινωνική σύγκρουση, όλα αυτά μειώνουν την ψυχική «άμυνα». Οι επιχειρήσεις επιρροής το ξέρουν και γι’ αυτό δουλεύουν με διάρκεια. Περιμένουν τις ρωγμές.
Και εδώ είναι το πιο άβολο συμπέρασμα: το να πιστεύεις ότι «εγώ δεν θα την πατούσα» είναι από μόνο του παράγοντας κινδύνου. Η πραγματική άμυνα δεν είναι η βεβαιότητα, αλλά η επίγνωση ότι όλοι επηρεαζόμαστε — απλώς όχι με τον ίδιο τρόπο και όχι την ίδια στιγμή.

Αυτά τα ήδη τακτικής δεν αφορούν μόνο το Project Rome της Psy-Group του Τραμπ, προϋπήρχαν των social media και όλοι λίγοι πολύ έχουμε πέσει θύματα
Αυτό που περιγράφουμε δεν είναι ένα «πρόγραμμα» με την έννοια ενός μεμονωμένου project, αλλά μια ολόκληρη σχολή σκέψης γύρω από την επιρροή που ασκούν οι μυστικές υπηρεσίες. Ξεκινά από την ψυχολογική επιχειρησιακή θεωρία του 20ού αιώνα και εξελίσσεται σταδιακά. Παλιά γινόταν μέσω εφημερίδων, ραδιοφώνου, φυλλαδίων, φημών, ακόμη και στόμα-με-στόμα. Σήμερα γίνεται μέσω αλγορίθμων, δικτύων και προσωποποιημένης πληροφορίας.
Ο πυρήνας παραμένει ο ίδιος: δεν ελέγχεις τους ανθρώπους, ελέγχεις το πλαίσιο μέσα στο οποίο σκέφτονται. Δεν τους λες τι να πιστέψουν· φροντίζεις ώστε κάποια συμπεράσματα να φαίνονται αυτονόητα και άλλα αδιανόητα. Αυτό εφαρμόζεται πολλές δεκαετίες από κράτη, στρατούς, υπηρεσίες πληροφοριών, εταιρείες PR, ακόμη και μεγάλες επιχειρήσεις. Τα σύγχρονα «projects» απλώς ιδιωτικοποίησαν και αυτοματοποίησαν τεχνικές που ήταν ήδη γνωστές.

Σε γενικές γραμμές, τέτοιες επιχειρήσεις δεν στοχεύουν την αλήθεια ή το ψέμα αλλά τη νομιμοφάνεια. Αν κάτι μοιάζει φυσικό μέσα στη ροή της πληροφορίας, γίνεται αποδεκτό χωρίς μεγάλη αντίσταση. Γι’ αυτό και η επιρροή σπάνια εμφανίζεται ως κεντρική αφήγηση. Εμφανίζεται ως διάχυτη ατμόσφαιρα: επαναλαμβανόμενα μοτίβα, κοινές λέξεις, παρόμοια συναισθήματα που εμφανίζονται ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτών των συστημάτων είναι ότι δεν χρειάζονται απόλυτο έλεγχο. Δεν τους ενδιαφέρει να συμφωνήσουν όλοι. Τους αρκεί να μετακινηθεί λίγο το «κέντρο βάρους» της συζήτησης. Αν αλλάξει το τι θεωρείται λογικό, αποδεκτό ή «ρεαλιστικό», τότε όλες οι επόμενες συζητήσεις γίνονται πάνω σε νέο έδαφος. Αυτό είναι πολύ πιο αποτελεσματικό από το να προσπαθείς να πείσεις άμεσα.
Επίσης, αυτά τα μοντέλα δουλεύουν πολύ με τον χρόνο. Δεν έχουν ανάγκη άμεσο αποτέλεσμα. Σπέρνουν ιδέες που μπορεί να φαίνονται αδύναμες, υπερβολικές ή περιθωριακές, αλλά παραμένουν εκεί. Με επανάληψη και συγκυρίες, αυτό που κάποτε φαινόταν ακραίο αρχίζει να μοιάζει απλώς «μία άποψη». Και αργότερα, «μια σοβαρή ανησυχία». Η κανονικοποίηση είναι βασικό εργαλείο.
Σημαντικό επίσης είναι ότι αυτά τα συστήματα δεν είναι μονολιθικά. Δεν υπάρχει πάντα ένας «εγκέφαλος» που τα ελέγχει όλα. Συχνά συνδυάζονται κρατικά ή εθνικά συμφέροντα, ιδιωτικές εταιρείες, πολιτικές ατζέντες και οικονομικά κίνητρα. Ο καθένας ωφελείται από μια συγκεκριμένη κατεύθυνση της κοινής αντίληψης, ακόμη κι αν δεν συμφωνούν σε όλα μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα οικοσύστημα επιρροής, όχι μια ενιαία συνωμοσία.
Σε αυτό το γενικό πλαίσιο, η μεγάλη αλλαγή των τελευταίων δεκαετιών δεν είναι ότι «μας χειραγωγούν περισσότερο», αλλά ότι η επιρροή έγινε αόρατη και εξατομικευμένη. Δύο άνθρωποι μπορούν να ζουν στην ίδια πόλη και να εκτίθενται σε εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες, χωρίς να το συνειδητοποιούν. Αυτό δυσκολεύει όχι μόνο την αντίσταση, αλλά και την ίδια τη συζήτηση για το τι συμβαίνει.
Και ίσως το πιο κρίσιμο στοιχείο: αυτά τα μοντέλα δεν βασίζονται στο να κάνουν τους ανθρώπους να πιστέψουν ψέματα, αλλά στο να διαβρώσουν την κοινή βάση της πραγματικότητας. Όταν δεν συμφωνούμε ούτε στα βασικά, τότε η ισχύς μετατοπίζεται σε όποιον μπορεί να κατευθύνει το συναίσθημα, όχι το επιχείρημα.
Το πιο σημαντικό: Οι άνθρωποι που επηρεάζονται δεν είναι χαζοί, αφελείς ή κατώτεροι.
Αν ήταν, τέτοιες επιχειρήσεις δεν θα χρειάζονταν ούτε πόρους, ούτε χρόνο, ούτε ψυχολογία, ούτε τεχνολογία. Θα αρκούσε ένα σύνθημα. Το γεγονός ότι επενδύονται τεράστια ποσά και χρόνια δουλειάς δείχνει ακριβώς το αντίθετο: ότι απευθύνονται σε ανθρώπους που σκέφτονται, αισθάνονται και ερμηνεύουν τον κόσμο ενεργά. Το κομμάτι αυτών των ανθρώπων θα μπορούσε να είναι μια πραγματική δύναμη απέναντι στο σύστημα – κι οι εταιρίες αυτό το γνωρίζουν.
Καταρχάς, αυτές οι μέθοδοι δεν παρακάμπτουν τη σκέψη· τη χρησιμοποιούν. Πατάνε πάνω στη λογική, απλώς την κατευθύνουν. Δεν σου λένε «πίστεψέ με». Σου λένε «σκέψου το λίγο». Και ο άνθρωπος σκέφτεται — με τα δικά του εργαλεία, τις εμπειρίες του, τις αξίες του. Το αποτέλεσμα δεν βιώνεται ως επιβολή, αλλά ως προσωπικό συμπέρασμα. Αυτό είναι ορθή ανθρώπινη λειτουργία.
Δεύτερον, οι άνθρωποι που επηρεάζονται συχνά είναι οι πιο ενεργοί, όχι οι πιο παθητικοί. Διαβάζουν, ψάχνουν, αμφισβητούν, δεν καταπίνουν εύκολα επίσημες αφηγήσεις. Αυτό από μόνο του είναι δύναμη. Το πρόβλημα δεν είναι η αμφισβήτηση· είναι ότι η αμφισβήτηση μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης, όταν κάποιος ξέρει πώς να τη θρέψει επιλεκτικά.

Τρίτον, κανείς δεν λειτουργεί σε κενό. Οι πεποιθήσεις δεν γεννιούνται μόνο από πληροφορίες, αλλά από εμπειρίες ζωής. Αν κάποιος νιώθει ότι αγνοήθηκε, ότι αδικήθηκε, ότι οι θεσμοί δεν τον εκπροσωπούν, τότε ένα αφήγημα που δίνει νόημα σε αυτό το βίωμα δεν είναι παράλογο. Μπορεί να είναι ελλιπές ή στρεβλό, αλλά ψυχολογικά είναι συνεπές. Το να αποκαλείς αυτόν τον άνθρωπο «εξαπατημένο» — είναι στρατηγικά καταστροφικό.
Και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο: η περιφρόνηση είναι σύμμαχος της χειραγώγησης. Όταν κάποιος νιώθει ότι τον κοροϊδεύουν ή τον υποτιμούν, κλείνει. Οποιοδήποτε επιχείρημα, όσο σωστό κι αν είναι, ακούγεται σαν επίθεση. Αντίθετα, όταν νιώθει ότι τον αντιμετωπίζουν με σεβασμό, είναι πολύ πιο πιθανό να ακούσει, ακόμη κι αν διαφωνεί.
Αν ο στόχος είναι να πείσεις και όχι να εχθρέψεις, τότε το πρώτο βήμα δεν είναι τα δεδομένα αλλά η αναγνώριση. Να αναγνωρίσεις ότι ο άλλος έφτασε εκεί που έφτασε για λόγους που, από τη δική του οπτική, έχουν λογική. Όχι γιατί «του έβαλαν κάτι στο κεφάλι», αλλά γιατί προσπάθησε να καταλάβει έναν κόσμο που του φαινόταν αντιφατικός ή άδικος.
Επίσης, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι κανείς δεν αλλάζει άποψη επειδή του απέδειξαν ότι είναι λάθος. Οι άνθρωποι αλλάζουν άποψη όταν νιώσουν ότι μπορούν να το κάνουν χωρίς να χάσουν την αξιοπρέπειά τους, την ταυτότητά τους ή την ομάδα τους. Αν η αλλαγή παρουσιαστεί ως ταπείνωση, θα αντισταθούν μέχρι τέλους.
Οπότε, αν το δούμε ψύχραιμα: το να πεις «οι άλλοι είναι χαζοί» δεν είναι απλώς ηθικά λάθος. Είναι ακριβώς το αφήγημα που θέλουν να εδραιωθεί αυτοί που το δημιούργησαν, γιατί παγώνει τα στρατόπεδα και κάνει τον διάλογο αδύνατο. Και όταν ο διάλογος πεθαίνει, η επιρροή δουλεύει ανενόχλητη.
Η αλήθινη αφύπνιση είναι να κατανοήσουμε πως λειτουργούν οι μυστικές υπηρεσίες, και οι εταιρίες ψυχολογικής χειραγώγισης – αρκεί να οδηγεί σε περισσότερη συνείδηση, όχι σε νέο δόγμα.
Η μεγαλύτερη «αφύπνιση» δεν είναι να αντικαταστήσεις ένα αφήγημα με ένα άλλο, ούτε να διαλέξεις τη «σωστή πλευρά». Είναι να συνειδητοποιήσεις ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό οι πλευρές κατασκευάζονται. Από συστήματα που έχουν μάθει να δουλεύουν με τον ανθρώπινο ψυχισμό καλύτερα απ’ ό,τι εμείς οι ίδιοι.
Οι μυστικές υπηρεσίες και οι εταιρείες ψυχολογικής επιρροής δεν ενδιαφέρονται πρωτίστως για το τι πιστεύεις, αλλά για το πώς φτάνεις να πιστεύεις κάτι. Μελετούν ρυθμούς, φόβους, ταυτότητες, ανάγκες για νόημα και ανήκειν. Δεν σου λένε «σκέψου αυτό». Φροντίζουν ώστε, μέσα στο περιβάλλον που ζεις, αυτό να είναι το μόνο συμπέρασμα που μπορείς να βγάλεις. Όταν το καταλάβεις αυτό, σταματάς να τσακώνεσαι μόνο για το περιεχόμενο και αρχίζεις να βλέπεις τη μηχανή από πίσω.
Η πραγματική αφύπνηση είναι ότι η χειραγώγηση δεν στοχεύει τους χαζούς, αλλά τους ανθρώπους. Στοχεύει τη φυσιολογική ανάγκη για τάξη μέσα στο χάος, για αξιοπρέπεια, για φωνή, για δικαιοσύνη. Όσο πιστεύουμε ότι «εμάς δεν μας πιάνει», τόσο πιο εκτεθειμένοι είμαστε. Η γνώση του μηχανισμού δεν σε κάνει άτρωτο, αλλά σε κάνει λιγότερο προβλέψιμο — και αυτό είναι κρίσιμο.
Μαθαίνοντας πώς λειτουργούν αυτά τα συστήματα, αποκτάς κάτι πολύ πιο σημαντικό από πληροφορία: αποκτάς μετα-επίγνωση. Αρχίζεις να ρωτάς όχι μόνο «είναι αλήθεια;», αλλά «γιατί αυτό το βλέπω τώρα;», «ποιος ωφελείται αν νιώσω έτσι;», «γιατί αυτό το μήνυμα απευθύνεται ακριβώς σε μένα;». Αυτές οι ερωτήσεις δεν σε οδηγούν σε κυνισμό, αλλά σε ελευθερία σκέψης.
Αυτή η κατανόηση δεν σε απομακρύνει από τους άλλους — σε φέρνει πιο κοντά. Γιατί όταν βλέπεις πώς δουλεύει η επιρροή, σταματάς να βλέπεις «πρόβατα» ή «εχθρούς» και αρχίζεις να βλέπεις ανθρώπους που κινήθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον σχεδιασμένο να τους κατευθύνει. Αυτό ανοίγει χώρο για διάλογο, όχι για περιφρόνηση.
Ίσως αυτός να είναι και ο πιο ουσιαστικός ορισμός της αφύπνισης: όχι να πιστεύεις ότι βλέπεις την αλήθεια, αλλά να καταλαβαίνεις πότε και πώς κάποιος προσπαθεί να σου πει ποια αλήθεια να δεις. Και από εκεί και πέρα, να επιλέγεις συνειδητά — μαζί με άλλους, όχι εναντίον τους.
Συνοψίχοντας η μεγαλύτερη αφύπνηση δεν είναι να μάθεις «ποια μυστική υπηρεσία κάνει τι» ή «ποια εταιρία τράβηξε τα νήματα». Αυτό εύκολα γίνεται άλλο ένα αφήγημα. Η μεγαλύτερη αφύπνηση είναι να καταλάβεις ότι η επιρροή είναι σύστημα, όχι εξαίρεση, και ότι όλοι —χωρίς εξαίρεση— ζούμε μέσα του.
Η διαφορά ανάμεσα στην αληθινή αφύπνιση και στην ψευδο-αφύπνιση είναι:
- η ψευδο-αφύπνιση λέει «εγώ κατάλαβα, οι άλλοι όχι»
- η αληθινή αφύπνιση λέει «όλοι επηρεαζόμαστε, κι εγώ μαζί»
Αν το πρώτο σε κάνει να νιώθεις ανώτερος, το δεύτερο σε κάνει πιο ταπεινό αλλά πιο ελεύθερο.
Η μεγαλύτερη αφύπνηση σήμερα δεν είναι να διαλέξεις στρατόπεδο, αλλά να μάθεις πώς κατασκευάζονται τα στρατόπεδα, πώς διαμορφώνεται το συναισθηματικό έδαφος, πώς μετατοπίζεται το «λογικό» και το «ακραίο».
Η αλήθεια δεν κρύβεται στην πληροφορία αλλά στο συναίσθημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου