Η αντίστροφη μέτρηση για το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας στην Άγκυρα έχει ξεκινήσει και μαζί της διαμορφώνεται ο επόμενος βηματισμός στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Σε μια περίοδο έντονων διεθνών αναταράξεων, Αθήνα και Άγκυρα επιχειρούν να διατηρήσουν σταθερούς διαύλους επικοινωνίας, επενδύοντας στη λογική του δομημένου διαλόγου και της σταδιακής οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Η προγραμματισμένη συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν εντός του πρώτου τριμήνου του 2026 αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς θα αποτελέσει το επόμενο κρίσιμο τεστ για το κατά πόσο το μοντέλο των «ήρεμων νερών» μπορεί να αντέξει στον χρόνο και στις πάγιες διαφορές των δύο πλευρών.
Στο περιθώριο της συνεδρίασης της λεγόμενης «συμμαχίας των προθύμων», την Τρίτη, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν είχαν ένα σύντομο τετ α τετ.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε χαλαρό κλίμα, χωρίς εντάσεις ή αιχμές.
Για την Αθήνα, το γεγονός και μόνο ότι Ελλάδα και Τουρκία έχουν καταφέρει να βρουν έναν σταθερό «βηματισμό» σε ένα ιδιαίτερα αντίξοο και ρευστό διεθνές περιβάλλον θεωρείται σημαντικό. Η γεωπολιτική αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή, οι πόλεμοι σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, αλλά και οι αυξημένες μεταναστευτικές πιέσεις, καθιστούν τη συνεννόηση με την Άγκυρα στρατηγική επιλογή.
Σταθερά της Αθήνας ο δομημένος διάλογος
Η ελληνική πλευρά επιμένει στη λογική του δομημένου διαλόγου. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης βρίσκεται σε τακτική επικοινωνία με τον Τούρκο ομόλογό του, ενώ οι ελληνοτουρκικές σχέσεις κινούνται στους τρεις γνωστούς πυλώνες: τον πολιτικό διάλογο, τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και τη θετική ατζέντα.
Στο επίκεντρο των επόμενων μηνών βρίσκεται η προετοιμασία του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας στην Άγκυρα. Οι εργασίες θα προετοιμαστούν και από τις συναντήσεις πολιτικού διαλόγου και θετικής ατζέντας που έχουν προγραμματιστεί για τις 20 και 21 Ιανουαρίου.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει περιγράψει επανειλημμένα τη στρατηγική της κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά ως συνειδητή πολιτική απόφαση. Όπως έχει δηλώσει, «τα ήρεμα νερά είναι μια επιλογή του Πρωθυπουργού», υπογραμμίζοντας ότι έδωσε στη χώρα τον απαραίτητο χρόνο για ανασύνταξη στην άμυνα, την οικονομία και τη διπλωματία.
«Δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμφωνούμε σε όλα», έχει τονίσει, επισημαίνοντας ότι οι θεμελιώδεις διαφορές παραμένουν, με κυριότερη την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ).
«Μόνη διαφορά μας η ΑΟΖ»
Παρά το βελτιωμένο κλίμα, το μεγάλο υποκείμενο ζήτημα παραμένει. Όπως υπογραμμίζει η ελληνική διπλωματία, η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας είναι η μοναδική διαφορά που αναγνωρίζει επισήμως η Αθήνα. Το κεφάλαιο αυτό δεν έχει ακόμη ανοίξει, δύο χρόνια μετά την εδραίωση του νέου μοντέλου σχέσεων.
Η Τουρκία, ωστόσο, υιοθετεί μια «ολιστική προσέγγιση», συνδέοντας την οριοθέτηση με ζητήματα κυριαρχίας, αποστρατιωτικοποίησης και γκρίζων ζωνών , θέσεις που η Ελλάδα απορρίπτει κατηγορηματικά. «Δεν υπάρχει περίπτωση να συζητήσουμε θέματα κυριαρχίας», διαμηνύει η Αθήνα, επιμένοντας ότι η σχέση μπορεί να χτιστεί πάνω σε σημεία σύγκλισης.
Όπως έχει δηλώσει ο Γιώργος Γεραπετρίτης, υπάρχει πολιτική βούληση για μια πιο οριστική λύση, αναγνωρίζοντας ότι όσο το ζήτημα της οριοθέτησης παραμένει άλυτο, οι εντάσεις θα επιστρέφουν. Σε μια μικρή αλλά πλούσια σε αξιώσεις Μεσόγειο, η συνεννόηση δεν είναι επιλογή πολυτέλειας, αλλά προϋπόθεση ειρήνης , εκτιμά η ελληνική πλευρά.
«Μειωμένες εντάσεις και απτά αποτελέσματα»
Η Αθήνα χαρακτηρίζει τη σχέση με την Άγκυρα ικανοποιητική και λειτουργική. Η διατήρηση της επικοινωνίας έχει οδηγήσει σε συγκεκριμένα και μετρήσιμα αποτελέσματα .Το διμερές εμπόριο έχει αυξηθεί σημαντικά, οι μεταναστευτικές ροές έχουν μειωθεί αισθητά, ενώ οι παραβιάσεις στο Αιγαίο έχουν περιοριστεί, αν και δεν έχουν μηδενιστεί.
Όπως έχει επισημάνει ο Γιώργος Γεραπετρίτης, όταν χρειάστηκε να υπάρξει αποσυμπίεση εντάσεων, αυτή επετεύχθη επιτυχώς, αποφεύγοντας μεγάλες κρίσεις. Κατά την ελληνική εκτίμηση, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο επίπεδο ειλικρίνειας που έχει αναπτυχθεί μεταξύ των δύο πλευρών.
Σημαντικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία για την τουριστική βίζα, η οποία υπογράφηκε τον Δεκέμβριο του 2023. Η συμφωνία επιτρέπει σε Τούρκους πολίτες και τις οικογένειές τους να επισκέπτονται συγκεκριμένα ελληνικά νησιά, ενισχύοντας τον τουρισμό και τη διασύνδεση των δύο κοινωνιών, σε μια περίοδο που Αθήνα και Άγκυρα επιχείρησαν να «γυρίσουν σελίδα» μετά από χρόνια εντάσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου