Όπως σημειώνει ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, η λέξη ανάγεται στο αρχαίο κόκκαλος, που δήλωνε όχι μόνο το οστό, αλλά και τον πυρήνα του στροβίλου της πίτυος, τον σκληρό κεντρικό σχηματισμό. Από εκεί η σημασία επεκτείνεται σε κάθε τι σκληρό, συμπαγές, στρογγυλό, πυρηνώδες. Η μορφή εξηγεί τη μεταφορά.
Αυτή η βασική έννοια, το συμπαγές, το «γεμάτο», το στρογγυλό, εξηγεί μια ολόκληρη οικογένεια λέξεων:
κακκαλέτες = ο γενναίος, ο «σκληρός», ο γερός χαρακτήρας.
Η σημασία εδώ δεν είναι βιολογική, είναι ηθική. Έχει «κάκκαλα», δηλαδή αντοχή.
κακκαλέα = απάτη.
ευτάγω κακκαλέα = εξαπατώ.
Εδώ η σημασία μετακινείται: από το σκληρό/συμπαγές στο «χοντρό κόλπο», στην παγίδα. Η λέξη παίρνει μεταφορική κοινωνική διάσταση.
κακκαλομάγουλος = αυτός με στρογγυλά, γεμάτα μάγουλα.
κακκαλόμηλο = μεγάλο, γεμάτο μήλο.
κακκαλούδικα = μεγάλα συκάμινα (μούρα).
Σε όλα αυτά το «κάκκαλο-» δηλώνει μέγεθος, στρογγυλότητα, πυκνότητα.
κακκαλοφάγος = είδος μεγάλης κάμπιας.
Η εικόνα πάλι είναι μορφολογική: παχύ, συμπαγές σώμα.
Η φράση «κακκαλί’ μαλλία» σημαίνει ανοησίες, ανέφικτα πράγματα. Σαν να λέμε «λόγια του αέρα», αλλά με πιο υλική ειρωνεία, λόγια που δεν στέκουν, δεν έχουν «κόκκαλο».
Και τέλος η τρυφερή φράση:
«Τρώγω τα κάκκαλα σ’».
Δεν είναι αθυροστομία. Είναι υπερβολική εκδήλωση αγάπης, κυρίως από γιαγιάδες προς εγγόνια. Σημαίνει «σε λατρεύω τόσο που θα σε φάω». Η υπερβολή είναι σωματική, αλλά η πρόθεση είναι καθαρά στοργική. Η λαϊκή γλώσσα δεν φοβάται το σώμα, το χρησιμοποιεί για να εκφράσει συναίσθημα.
Βλέπουμε λοιπόν ότι το κάκκαλον στην ποντιακή δεν είναι μια «χυδαία» λέξη. Είναι ρίζα παραγωγική, με αρχαίο υπόβαθρο και πλούσια σημασιολογική εξέλιξη. Από τον στρόβιλο της πίτυος ως το κακκαλόμηλο και από τον κακκαλέτε ως το «τρώγω τα κάκκαλα σ’», η λέξη διατηρεί τον πυρήνα της: το γεμάτο, το συμπαγές, το δυνατό.
Και κάπως έτσι, μια λέξη που σήμερα μπορεί να προκαλεί αμήχανο χαμόγελο, αποδεικνύεται ότι έχει βαθιά ιστορία και ακόμα βαθύτερη τρυφερότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου