Η τραγωδία στη Χίο δεν είναι απλώς ένα ακόμη ναυάγιο στο Αιγαίο. Δεν είναι ένα περιστατικό που θα προστεθεί ψυχρά σε έναν κατάλογο αριθμών και επίσημων ανακοινώσεων. Είναι ένα γεγονός που εκθέτει πολιτικές επιλογές, διοικητικές πρακτικές και κυρίως μια επικίνδυνη κουλτούρα διαχείρισης της πραγματικότητας.
Το ερώτημα που διατύπωσε δημόσια ο Υποδιευθυντής της Νοσηλευτικής Υπηρεσίας, Γιάννης Κουτσοδόντης, δεν αποτελεί απλώς μια αυθόρμητη απορία ενός ανθρώπου που βρέθηκε αντιμέτωπος με την ανθρώπινη τραγωδία. Είναι ένα ερώτημα που λειτουργεί ως πολιτικό κατηγορητήριο:
Γιατί η κάμερα στο σκάφος του Λιμενικού ήταν κλειστή;
Σε μια χώρα που επενδύει τεράστιους πόρους στην επιτήρηση των συνόρων, που προβάλλει διαρκώς την εικόνα της τεχνολογικής υπεροχής και της επιχειρησιακής ετοιμότητας, η απουσία καταγραφής σε μια επιχείρηση που κατέληξε σε απώλειες ζωών δεν μπορεί να θεωρηθεί λεπτομέρεια. Δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι βαθιά θεσμικό και βαθιά πολιτικό.
Η πολιτική της αποτροπής και το τίμημά της
Τα τελευταία χρόνια, η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης οικοδομήθηκε πάνω σε ένα αφήγημα αυστηρής φύλαξης των συνόρων. Ένα αφήγημα που παρουσιάστηκε στο εσωτερικό ως επιβεβαίωση ισχύος και στο εξωτερικό ως εγγύηση ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Ωστόσο, όταν η πολιτική της αποτροπής μετατρέπεται σε ιδεολογική εμμονή, τότε αρχίζει να λειτουργεί ως παράγοντας κινδύνου. Το Αιγαίο δεν είναι πεδίο στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Είναι χώρος επιχειρήσεων διάσωσης, όπου το διεθνές δίκαιο θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Όταν, όμως, η διαχείριση του μεταναστευτικού γίνεται εργαλείο πολιτικής επίδειξης αυστηρότητας, τότε δημιουργούνται συνθήκες που ευνοούν τα λάθη, τις παραλείψεις και τελικά τις τραγωδίες.
Η σιωπή ως μηχανισμός συγκάλυψης
Η διαχείριση τέτοιων τραγικών γεγονότων ακολουθεί συχνά ένα γνώριμο μοτίβο. Δηλώσεις συμπάθειας, θεσμικές αναφορές, ευχολόγια και στη συνέχεια σιωπή. Μια σιωπή που παρουσιάζεται ως σεβασμός στα θύματα, αλλά λειτουργεί στην πράξη ως ασπίδα αποφυγής πολιτικής ευθύνης.
Η απουσία σαφών απαντήσεων για τις συνθήκες της επιχείρησης στη Χίο ενισχύει την αίσθηση ότι το κράτος φοβάται τη διαφάνεια. Και όταν ένα δημοκρατικό κράτος φοβάται την πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας, τότε δεν πλήττεται μόνο η αξιοπιστία του. Πλήττεται η ίδια η ποιότητα της δημοκρατίας.
Η διαφάνεια δεν αποτελεί επιλογή επικοινωνιακής στρατηγικής. Είναι υποχρέωση απέναντι στην κοινωνία.Η προστασία των επιχειρησιακών μηχανισμών περνά από τη λογοδοσία
Η κριτική απέναντι στη διαχείριση της επιχείρησης δεν στρέφεται απέναντι στα στελέχη του Λιμενικού που επιχειρούν σε εξαιρετικά δύσκολες και συχνά επικίνδυνες συνθήκες. Αντιθέτως, η απουσία διαφάνειας υπονομεύει και τους ίδιους.
Όταν η πολιτική ηγεσία επιλέγει την αδιαφάνεια, δεν προστατεύει τον επιχειρησιακό μηχανισμό. Τον εκθέτει. Τον αφήνει ευάλωτο σε υποψίες, αμφισβητήσεις και πολιτικές σκοπιμότητες.
Οι κάμερες δεν υπάρχουν για να καταγράφουν απλώς εικόνες. Υπάρχουν για να κατοχυρώνουν την αλήθεια. Και όταν αυτές είναι κλειστές, η αλήθεια μετατρέπεται σε υπόθεση ερμηνειών.
Μια τραγωδία που δοκιμάζει το κράτος δικαίου
Το ναυάγιο στη Χίο αποτελεί μια σκληρή δοκιμασία για τη λειτουργία των θεσμών. Η κοινωνία δεν αναζητά γενικόλογες εξηγήσεις. Αναζητά απαντήσεις με στοιχεία, ευθύνες με ονοματεπώνυμο και πλήρη διερεύνηση χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις.Διότι κάθε τραγωδία που μένει αναπάντητη δεν κλείνει. Παραμένει ανοιχτή πληγή και ταυτόχρονα προειδοποίηση για την επόμενη.
Η φράση που δεν πρέπει να ξεχαστείΗ μαρτυρία του νοσηλευτή αποτελεί ίσως τη πιο δυνατή υπενθύμιση:
«Εμείς όταν μπαίνουμε στο χειρουργείο ακολουθούμε κανόνες».
Το ερώτημα που γεννά αυτή η φράση είναι απλό, αλλά αμείλικτο:
Ποιοι ακολουθούν κανόνες όταν διακυβεύεται η ανθρώπινη ζωή στο Αιγαίο; Και ποιοι θεωρούν ότι μπορούν να λειτουργούν χωρίς αυτούς;Γιατί όσο το ερώτημα αυτό παραμένει αναπάντητο, η σκιά της τραγωδίας της Χίου δεν θα βαραίνει μόνο τη μνήμη των θυμάτων. Θα βαραίνει και τη θεσμική αξιοπιστία της χώρας.
Γράφει ο Παρατηρητικός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου