Το Ελληνικό παράδοξο της Αγοράς εργασίας στην Ελλάδα: "Zήτηση χωρίς αυξήσεις ".
***Άρθρο του Φώτη Αλεξόπουλου
Σε μια τυπική αγορά εργασίας, όταν η ζήτηση αυξάνεται και η προσφορά περιορίζεται, οι μισθοί ανεβαίνουν μέχρι να αποκατασταθεί η ισορροπία. Είναι ο βασικός μηχανισμός του ανταγωνισμού. Στην Ελλάδα, όμως, βιώνουμε ένα παράδοξο: οι επιχειρήσεις δηλώνουν αδυναμία κάλυψης κενών θέσεων, αλλά οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί και η αγοραστική δύναμη συρρικνωμένη.
Γιατί η αυξημένη ζήτηση δεν οδηγεί σε ανάλογη άνοδο των αμοιβών; Η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη και σίγουρα δεν εξαντλείται στην «απληστία» ή στην «τεμπελιά», όπως συχνά υπονοείται στον δημόσιο λόγο. Βρίσκεται, σε μεγάλο βαθμό, στη δομή της ελληνικής οικονομίας.
Η ελληνική οικονομία παραμένει έντονα εξαρτημένη από κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας, όπως ο τουρισμός, η εστίαση και το λιανεμπόριο. Πρόκειται για δραστηριότητες έντασης εργασίας, με περιορισμένα περιθώρια κέρδους και χαμηλή τεχνολογική αναβάθμιση.
Έτσι , όταν η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο είναι χαμηλή, τα περιθώρια αύξησης μισθών είναι αντικειμενικά περιορισμένα. Δεν μπορεί να διανεμηθεί εισόδημα που δεν παράγεται. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο εργασιακό αλλά και βαθιά αναπτυξιακό.
Η ελληνική αγορά χαρακτηρίζεται από υπερσυγκέντρωση πολύ μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Οι περισσότερες λειτουργούν με:
*χαμηλή κεφαλαιακή ένταση
*περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση
*μικρή δυνατότητα επενδύσεων σε τεχνολογία
Σε αυτό το περιβάλλον, η αύξηση μισθών συχνά αντιμετωπίζεται ως κόστος που απειλεί τη βιωσιμότητα, όχι ως επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο.
Σίγουρα, η δεκαετής κρίση και τα μνημόνια διαμόρφωσαν μια αγορά εργασίας με αποδυναμωμένες συλλογικές διαπραγματεύσεις και κουλτούρα ανασφάλειας. Η ανεργία αν και μειωμένη παραμένει υπαρκτή απειλή σε αρκετές περιοχές και ηλικιακές ομάδες.
Το αποτέλεσμα; Ασύμμετρη διαπραγματευτική δύναμη. Ακόμη και σε συνθήκες ελλείψεων, οι εργαζόμενοι δεν μετατρέπουν εύκολα τη ζήτηση σε μισθολογική διαπραγμάτευση.
Είναι σαφές ότι η μαζική μετανάστευση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού την προηγούμενη δεκαετία δημιούργησε κενά σε κρίσιμες ειδικότητες. Ωστόσο, αντί να λειτουργήσει ως μοχλός ουσιαστικής μισθολογικής αναβάθμισης, η αντίδραση συχνά περιορίζεται σε:
*εντατικοποίηση εργασίας
*προσωρινές λύσεις
*εισαγωγή χαμηλότερα αμειβόμενου εργατικού δυναμικού
Παράλληλα, το εκπαιδευτικό σύστημα και η κατάρτιση δεν έχουν ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις ανάγκες της αγοράς, δημιουργώντας δομική αναντιστοιχία.
Ωστόσο οφείλουμε, να δούμε και την άλλη πλευρά. Πολλές επιχειρήσεις λειτουργούν σε περιβάλλον:
*υψηλής φορολογίας
*αυξημένων ασφαλιστικών εισφορών
*ενεργειακού κόστους που επιβαρύνει δυσανάλογα τις μικρές μονάδες
Υπό αυτές τις συνθήκες, η άμεση αύξηση μισθών χωρίς παράλληλη ενίσχυση παραγωγικότητας μπορεί να οδηγήσει σε λουκέτα ή περαιτέρω αδήλωτη εργασία.
Τρόπο τινά , το ελληνικό παράδοξο της «ζήτησης χωρίς αυξήσεις» δεν θα λυθεί με διοικητικές παρεμβάσεις μόνο στον κατώτατο μισθό, ούτε με ηθικολογικές καταγγελίες. Χρειάζεται:
*παραγωγική αναδιάρθρωση προς κλάδους υψηλότερης προστιθέμενης αξίας
*ενίσχυση επενδύσεων και τεχνολογικής αναβάθμισης
*ουσιαστική σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας
*θεσμική εξισορρόπηση της διαπραγματευτικής ισχύος
Η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζει την ανταγωνιστικότητά της στη φθηνή εργασία. Αυτό το μοντέλο δοκιμάστηκε και εξάντλησε τα όριά του.
Έτσι , το κρίσιμο ερώτημα για το πολιτικό σύστημα είναι απλό αλλά απαιτητικό:
Θέλουμε μια οικονομία που ανταγωνίζεται μέσω χαμηλού κόστους ή μια οικονομία που παράγει αξία;
Αν η απάντηση είναι το δεύτερο, τότε οι μισθοί δεν είναι πρόβλημα προς συγκράτηση αλλά είναι δείκτης επιτυχίας ενός παραγωγικού μετασχηματισμού.
Διότι σε μια υγιή οικονομία, οι μισθοί δεν ανεβαίνουν επειδή «επιβάλλονται». Ανεβαίνουν επειδή μπορούν. Και σήμερα, το ελληνικό στοίχημα δεν είναι απλώς να αυξηθούν αλλά να καταστούν βιώσιμοι.
******Ο Φώτης Αλεξόπουλος είναι Οικονομολόγος - Μέλος του Οικονομικού επιμελητηρίου Ελλάδος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου