Υπάρχει μια παλιά, δοκιμασμένη συνταγή στο ελληνικό πολιτικό σύστημα: όταν η κυβέρνηση πιέζεται πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά, το επικοινωνιακό σύστημα εξουσίας αναζητά επειγόντως έναν νέο αντιπερισπασμό. Και τότε ξαφνικά εμφανίζονται «κύματα», «δυναμικές», «επιστροφές» και δημοσκοπικά ποσοστά που περισσότερο θυμίζουν πολιτική κατασκευή παρά πραγματική κοινωνική αποτύπωση.
Κάπως έτσι προέκυψε και η ξαφνική δημοσκοπική… απογείωση του υποτιθέμενου κόμματος Τσίπρα. Ενός πολιτικού εγχειρήματος που ακόμη δεν υπάρχει οργανωτικά, δεν διαθέτει κοινωνική γείωση, δεν έχει πρόγραμμα, στελέχη ή πολιτική δομή, αλλά παρ’ όλα αυτά εμφανίζεται από συγκεκριμένους δημοσκόπους να ξεκινά με ποσοστά εξουσίας «πριν ακόμη ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του» ο πρώην πρωθυπουργός.Μόνο αφελείς μπορούν να πιστέψουν ότι όλα αυτά είναι ουδέτερα.
Πρώτος και διαχρονικός στόχος αυτής της επιχείρησης είναι το ΠΑΣΟΚ .Το έργο το έχουμε ξαναδεί. Κάθε φορά που το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να εμφανίσει σημάδια πολιτικής σταθεροποίησης, εμφανίζεται μια νέα «μόδα» που υποτίθεται πως σαρώνει τον χώρο της κεντροαριστεράς. Χθες ήταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Σήμερα είναι ο «νέος Τσίπρας». Αύριο θα είναι κάποιος άλλος. Ο στόχος είναι πάντα ο ίδιος: να εμπεδωθεί στην κοινωνία η αίσθηση ότι το ΠΑΣΟΚ «δεν τραβάει», ότι δεν μπορεί να εξελιχθεί σε εναλλακτική κυβερνητική δύναμη απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Το Μαξίμου γνωρίζει καλά πως ένας κατακερματισμένος χώρος απέναντι από τον Μητσοτάκη αποτελεί ιδανικό πολιτικό περιβάλλον. Και ακόμη καλύτερο είναι ένα σκηνικό διαρκούς εσωτερικής σύγκρουσης ανάμεσα σε Ανδρουλάκη και Τσίπρα. Γιατί όσο η δημόσια συζήτηση μετατρέπεται σε εμφύλιο της κεντροαριστεράς, τόσο περιορίζεται η πολιτική πίεση προς την κυβέρνηση για τα πραγματικά κοινωνικά αδιέξοδα, την ακρίβεια, τις υποκλοπές, τα Τέμπη, τη διάλυση των θεσμών και τη συνολική φθορά του κράτους δικαίου.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ανάγνωση, πιο ύπουλη και πολιτικά πιο επικίνδυνη. Αυτά τα υπερφουσκωμένα ποσοστά λειτουργούν και ως δηλητηριασμένο δώρο προς τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα. Γιατί όταν ένα πολιτικό πρόσωπο παρουσιάζεται τεχνητά στο 15% ή στο 16% χωρίς καν να έχει ανακοινώσει κόμμα, τότε ουσιαστικά του χτίζουν έναν μη ρεαλιστικό πήχη προσδοκιών. Και όταν αργότερα οι πραγματικοί πολιτικοί συσχετισμοί τον επαναφέρουν σε χαμηλότερα επίπεδα, το ίδιο σύστημα θα αρχίσει την αποδόμηση: «δεν τράβηξε», «απογοήτευσε», «δεν πείθει», «δεν μπορεί να επιστρέψει». Και φυσικά, το τελικό αφήγημα θα είναι πάλι το ίδιο: «μόνο ο Μητσοτάκης μπορεί».
Είναι η γνωστή μέθοδος της πολιτικής φούσκας. Πρώτα κατασκευάζεις υπερπροσδοκίες και μετά αξιοποιείς την κατάρρευσή τους ως εργαλείο απαξίωσης.
Ωστόσο, μέσα σε αυτή την εικόνα υπάρχει και μια πολιτική αλήθεια που το ίδιο το ΠΑΣΟΚ οφείλει να κοιτάξει κατάματα. Γιατί αν σήμερα υπάρχουν περιθώρια για τέτοιου είδους δημοσκοπικά παιχνίδια, αυτά δεν δημιουργήθηκαν μόνο από τα επικοινωνιακά κέντρα του Μαξίμου. Δημιουργήθηκαν και από τη δική του αδυναμία να χτίσει έγκαιρα μια ισχυρή κοινωνική, πολιτική και οργανωτική δυναμική που θα καθιστούσε αδύνατες τέτοιες τεχνητές κατασκευές.
Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη άφησε μεγάλα διαστήματα πολιτικής αδράνειας. Δεν κεφαλαιοποίησε τη φθορά της κυβέρνησης όσο θα μπορούσε. Δεν δημιούργησε εκείνο το κοινωνικό ρεύμα που θα έδινε στην κοινωνία αίσθηση εξουσίας και προοπτικής. Και όταν ένα κόμμα δεν γεμίζει μόνο του τον πολιτικό χώρο που δικαιούται, αργά ή γρήγορα θα βρεθούν άλλοι να τον γεμίσουν έστω και τεχνητά, έστω και μέσω δημοσκοπικών εργαστηρίων.
Η πολιτική, άλλωστε, απεχθάνεται το κενό. Και στην Ελλάδα του επικοινωνιακού παρακράτους, τα κενά καλύπτονται συνήθως από «μετρήσεις», τηλεοπτικές υπερβολές και πρόθυμους αναλυτές.
Πασχάλης θ. Τόσιος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου