Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Βενιζέλος για υποκλοπές: O Eισαγγελέας του Αρείου Πάγου έπρεπε να εξαιρεθεί από την υπόθεση


 Ευθεία βολή κατά του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εξαπέλυσε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, υποστηρίζοντας ότι ο ανώτατος λειτουργός όφειλε να έχει εξαιρεθεί από την έρευνα για τις υποκλοπές λόγω της προηγούμενης εμπλοκής του στην υπόθεση

Ζήτημα εξαίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, από την υπόθεση των υποκλοπών έθεσε ευθέως ο Ευάγγελος Βενιζέλος, επικαλούμενος την προηγούμενη εμπλοκή του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού στην ίδια υπόθεση.

Μιλώντας στο 2ο διήμερο συνέδριο που διοργανώνει ο επιστημονικός σύνδεσμος δικηγόρων «Οι Ποινικολόγιοι», ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης εστίασε αρχικά στο άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, επισημαίνοντας ότι «ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο μόνον όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία ή γίνεται επίκληση αυτών, τα οποία δικαιολογούν, κατά την κρίση του, την επανεξέταση της υπόθεσης».


Όπως τόνισε, «το κρίσιμο ρήμα στη διάταξη αυτή είναι το “αναφαίνονται”». «Δεν χρειάζεται να έχουν αποδειχθεί, ίσως ούτε καν πιθανολογηθεί. Και ο καλύτερος χώρος για να αναφανεί κάτι είναι το ποινικό ακροατήριο, εν προκειμένω το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Βενιζέλος στάθηκε, ωστόσο, ιδίως στο ζήτημα της εξαίρεσης του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού, αφήνοντας σαφείς αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκαν οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

«Πιο πολύ με προβλημάτισε το πώς ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός της χώρας αντιλαμβάνεται και εφαρμόζει τα άρθρα 14 και επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τους λόγους εξαίρεσης και για την υποχρέωση δήλωσης αποχής των δικαστικών προσώπων», σημείωσε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, «το άρθρο 14 του ΚΠΔ προβλέπει ρητά στους λόγους αποκλεισμού την προηγούμενη εμπλοκή στην ίδια υπόθεση». Στο σημείο αυτό έθεσε το ερώτημα: «Η ιδιότητα του εποπτεύοντος την ΕΥΠ εισαγγελικού λειτουργού, ο οποίος έχει εκδώσει διατάξεις άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, δεν εμπίπτει σε αυτό το άρθρο;».

Παράλληλα, επικαλέστηκε και το άρθρο 23 ΚΠΔ, το οποίο, όπως είπε, προβλέπει υποχρέωση δήλωσης αποχής όταν συντρέχουν λόγοι ευπρέπειας. «Δεν συντρέχουν εδώ λόγοι ευπρέπειας; Δεν είναι δυσχερές το ζήτημα αυτό; Είναι τόσο προφανής η ερμηνεία;», διερωτήθηκε.

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος υποστήριξε, ακόμη, ότι το ζήτημα θα έπρεπε να είχε τεθεί θεσμικά ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου. «Δεν έπρεπε να τεθεί από τον ίδιο τον εισαγγελικό λειτουργό ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου ως δυσχερές ζήτημα, ώστε να έχουμε βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου; Δεν έπρεπε να εισαχθεί το ζήτημα αυτό στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τον αναπληρωτή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου;», ανέφερε.

«Ο παραβάτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι πάντα ο δικαστής»
Η ομιλία του Ευάγγελου Βενιζέλου εστίασε, γενικότερα, στη σχέση ποινικού δικαίου, Συντάγματος και κράτους δικαίου. Επί τη βάσει αυτού του τριπτύχου, επισήμανε ότι «το ποινικό δίκαιο και το ποινικό οικονομικό δίκαιο είναι το πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται το συνταγματικό δίκαιο», υπογραμμίζοντας ότι «το Σύνταγμα έχει αξία όταν κατοχυρώνει τη φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δηλαδή τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου ταυτόχρονα».

Στο ίδιο πλαίσιο, σημείωσε ότι «ο καθένας θα έπρεπε να φοβάται να παραβιάζει, ως μικρό μέρος της κοινής γνώμης, το κράτος δικαίου, διότι ποτέ δεν ξέρει πότε ο ίδιος, ως κατηγορούμενος, θα χρειαστεί να περιβληθεί με τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου».

Ο κ. Βενιζέλος ανέδειξε, ακόμη, τη σημασία της συνεργασίας δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, δικηγορικού σώματος και ακαδημαϊκής κοινότητας ως «εμπροσθοφυλακής», σημειώνοντας ότι, διαφορετικά, «είμαστε αιχμάλωτοι της χειρότερης εκδοχής του λαϊκισμού, που είναι ο δικαστικός λαϊκισμός», ιδίως όταν αυτός εκδηλώνεται «με τη γενναιοδωρία της νομολογίας μέσω της επεκτατικής εφαρμογής».

Παράλληλα, στάθηκε στην ανάγκη αντίστασης στον ποινικό λαϊκισμό και στην υποχρέωση να εξηγείται και στην κοινή γνώμη ότι δεσμεύεται από τον σεβασμό του κράτους δικαίου. Όπως ανέφερε, αυτό δεν ισχύει μόνο στις «σκληρές υποθέσεις», αλλά και στην καθημερινότητα των ποινικών ακροατηρίων και της ποινικής προδικασίας.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε, επίσης, στον κρίσιμο ρόλο του δικαστή στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, επισημαίνοντας ότι «ο παραβάτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, προκειμένου να αχθούμε σε διεθνή έλεγχο, είναι πάντα ο δικαστής, ο οποίος με την ερμηνεία του μπορεί να θεραπεύσει σφάλματα του νομοθέτη ή της διοίκησης. Αν δεν το κάνει ή τα επαυξήσει, οδηγεί τη χώρα σε διεθνή δικαστικό έλεγχο, σε διαπίστωση παραβίασης και σε καταδίκη από το Στρασβούργο».

Ολόκληρη η ομιλία του Ευάγγελου Βενιζέλου
«Θα μου επιτρέψετε τώρα να κλείσω με την άδειά σας σε ένα περιβάλλον αμιγώς νομικό και σε έναν χώρο πανεπιστημιακό, αναφερόμενος σε ένα ζήτημα το οποίο είναι επίκαιρο και το οποίο με απασχόλησε πάρα πολύ και το οποίο πρέπει να πω ότι με στεναχώρησε και με ταλάνισε προσωπικά πάρα πολύ. Αναφέρομαι στην πρόσφατη διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την οποία δεν ανασύρθηκε από το αρχείο η δικογραφία για τις υποκλοπές, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί και είχε τεθεί στο αρχείο με προηγούμενη διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και μετά από προκαταρκτική εξέταση που διενήργησε επίτιμος πλέον αντεισαγγελέας που Αρείου Πάγου, που θα τιμήσει το συνέδριο με τη συμμετοχή του.

Ξέρετε καλύτερα από μένα την κρίσιμη διάταξη του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που δεν είναι τόσο γραμματοπαγής όσο ο Ποινικός Κώδικας, αλλά πάντως βρισκόμαστε μέσα στο πλαίσιο των εγγυήσεων που προσφέρει η τυποποίηση του ποινικού φαινομένου με τις δικονομικές συμπαραδηλώσεις της.

Κατά το άρθρο 43, λοιπόν του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, «Ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο μόνο όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία ή γίνεται επίκληση αυτών τα οποία δικαιολογούν κατά την κρίση του την επανεξέταση της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή καλεί τον μηνυόμενο ή αυτόν σε βάρος του οποίου διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση για παροχή εξηγήσεων.»

Το κρίσιμο ρήμα στη διάταξη αυτή είναι «αναφαίνονται». Δεν χρειάζεται να έχουν προφανώς αποδειχθεί. Ίσως δεν χρειάζεται καν να έχουν πιθανολογηθεί. Αρκεί να έχουν αναφανεί.

Και ποιος είναι ο καταλληλότερος χώρος να αναφανεί ένα νέο στοιχείο; Ο χώρος του ποινικού ακροατηρίου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη εγγύηση αλλά και μεγαλύτερη δοκιμασία από τη δημοσιότητα και τη δυναμική του ποινικού ακροατηρίου. Είναι ευτελές ή ανεπαρκές το ποινικό ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών το οποίο μπορεί να επιβάλλει αθροιστικά ποινές φυλάκισης 126 ετών και συνολική ποινή προς έκτιση 8 ετών; Όχι βεβαίως.

Είναι ευτελές και ανεπαρκές να υπάρχει μια απόφαση με ενσωματωμένα τα πρακτικά που προσφέρει ένα corpus 1.600 σελίδων, όπου δεν μιλάει απλά ο δικαστής στο τέλος ούτε ο εισαγγελέας προτείνοντας, αλλά μιλούν τα γεγονότα που καταγράφονται και τα οποία συγκροτούν από μόνα τους έναν νέο πληρέστερο φάκελο δικογραφίας; Δεν έχουν αναφανεί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία και δεν γίνεται επίκληση αυτών από έχοντες έννομο συμφέρον οι οποίοι μπορούν να είναι εγκαλούντες;

λλά πιο πολύ από όλα πρέπει να σας πω ότι με προβλημάτισε ο τρόπος με τον οποίο ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός της χώρας, αντιλαμβάνεται και εφαρμόζει τα άρθρα 14 και επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τους λόγους αποκλεισμού καταρχάς, για τους λόγους εξαίρεσης και για την υποχρέωση δήλωσης αποχής των δικαστικών προσώπων.

Το άρθρο 14 του ΚΠΔ προβλέπει ρητά στους λόγους αποκλεισμού την προηγούμενη εμπλοκή στην ίδια δίκη, στην ίδια υπόθεση. Η ιδιότητα του εποπτεύοντος στην ΕΥΠ εισαγγελικού λειτουργού που έχει εκδώσει διατάξεις άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών δεν εμπίπτει στο άρθρο το 14;

Προβλέπεται ρητά ο αποκλεισμός αυτού που έχει καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον δικαστικού οργάνου, αλλά η εξεταστική επιτροπή της Βουλής ενώπιον της οποίας ο κ. Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλήθηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας έχει ρητά κατά τον Κανονισμό της Βουλής τις αρμοδιότητες του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Είναι οιονεί δικαστικό όργανο.

Να δεχθώ ότι μπορεί να προβληθεί η αντίθετη τυπολατρική ερμηνεία του άρθρου 14 ΚΠΔ η οποία καταδικάζεται ως αντίληψη από την πάγια νομολογία που ΕΔΔΑ, που καταγγέλλει συνεχώς την τυπολατρική ερμηνεία των δικονομικών διατάξεων.

Με το άρθρο 15 ΚΠΔ στους λόγους εξαίρεσης προσθέτει σε αυτά του άρθρου 14 για τους λόγους αποκλεισμού, τις υπόνοιες μεροληψίας. Είναι βαρύ να δεχθούμε ότι μπορεί να υπάρχουν υπόνοιες μεροληψίας; Το συνομολογώ. Μπορεί να δεχθούμε ότι είναι βαρύ να πεις ότι υπάρχουν υπόνοιες μεροληψίας.

Το άρθρο 23 το οποίο προβλέπει τη δήλωση αποχής, προσθέτει στους τυποποιημένους λόγους του άρθρου 14 και στις υπόνοιες μεροληψίας του άρθρου 15 την υποχρέωση δήλωσης αποχής όταν συντρέχουν λόγοι ευπρεπείας. Δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι ευπρεπείας του άρθρου 23;

Δεν είναι δυσχερές το ζήτημα αυτό; Είναι τόσο προφανής η ερμηνεία; Το ζήτημα αυτό δεν έπρεπε να τεθεί από τον ίδιο τον Εισαγγελικό λειτουργό, ενώπιον του αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου ως δυσχερές ώστε να έχουμε βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου; Δεν έπρεπε να έχει εισαχθεί το ζήτημα αυτό στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τον αναπληρωτή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου; Αυτό προβλέπει ρητά ο ΚΠΔ.

Και αν δεν υπάρχουν όλα αυτά, πως δικαιολογείται η αντίθεση προς την πρακτική; Πρακτική της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου είναι ότι ο Εισαγγελέας αυτοπροσώπως και χωρίς προκαταρκτική εξέταση και χωρίς ανάθεση σε έναν από τους πολλούς πλέον αντιεισαγγελείς του Αρείου Πάγου τους προερχόμενους όλους αποκλειστικά από την ισταμένη δικαιοσύνη, αποφαίνεται μόνος του να μην γίνει κατηγορία; Μπορεί να δώσει εντολή άσκησης δίωξης. Αλλά να γίνει όλη αυτή η διαδικασία, η προβλεπόμενη στο άρθρο 43 του ΚΠΔ, χωρίς να μεσολαβήσει αντιεισαγγελέας ο οποίος θα χειριστεί τον φάκελο; Γιατί όχι όπως έγινε στην προηγούμενη φάση που παρενεβλήθη αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου.

Δεν θα αναφερθώ στα πραγματολογικά σφάλματα που έχουν εντοπιστεί, σε σχέση με τη λειτουργία του διαδικτύου και σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο αποθηκεύεται στο αρχείο η ηλεκτρονική αλληλογραφία. Αλλά με έχουν εντυπωσιάσει οι αυθαίρετες λογικές συνεπαγωγές: Ότι δεν μπορεί να συντρέξει περίπτωση κατασκοπίας στην περίπτωση Σπίρτζη διότι δεν μπορούν να υπάρξουν στο κινητό τηλέφωνο στοιχεία τα οποία να είναι απόρρητα και συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια, που περιλαμβάνει βέβαια και τη δημόσια ασφάλεια, την αρμοδιότητα δηλαδή του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη. Αλλά και το συμπέρασμα ότι αν παρακολουθείτε μια δημόσια persona ή ένας καλλιτέχνης συνιστά επιχείρημα ότι δεν μπορούμε να έχουμε κατασκοπία για τους υπολοίπους! Δηλαδή για τον Αρχηγό του ΓΕΕΘΑ, για τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας και για άλλα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων.

Και βεβαίως, η contradictio in terminis. Προφανώς δεν έχουν αποδειχθεί πλήρως στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου αυτά που το Δικαστήριο με σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέα της Έδρας ζήτησε να διερευνηθούν σε επίπεδο προκαταρκτικής εξέτασης. Αλλά για αυτό υπάρχει η ποινική προδικασία. Και για αυτό υπάρχει η γυνή του Καίσαρα, η οποία δεν αρκεί να είναι τιμία, πρέπει και να φαίνεται τιμία.

Άρα η δοκιμασία του κράτους δικαίου είναι συνεχής. Η δοκιμασία του κράτους δικαίου είναι πολυεπίπεδη. Αφορά την εκτελεστική εξουσία, τη νομοθετική εξουσία, τη διοίκηση, την κοινωνία, όπως είπα στην αρχή της ομιλίας μου, αλλά αφορά πρωτίστως την ίδια τη δικαστική εξουσία, τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς που πρέπει να λειτουργούν υπερβαίνοντας τον εαυτό τους και τις αντιλήψεις τους, όχι κατά τη γενική συνείδησή τους, την πολιτική, τη θρησκευτική, αλλά κατά τη δικανικά διαμορφωμένη συνείδησή τους. Αυτή που αιτιολογείται, που πείθει, και που σέβεται εις βάθος και κατ’ ουσίαν τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

.

.

Δημοφιλείς αναρτήσεις