Για πρώτη φορά μετά την κήρυξη κακοδικίας στη δίκη της Λίντσεϊ Κλάνσι, τρεις γυναίκες ένορκοι μίλησαν δημόσια για τις έντονες και δύσκολες στιγμές που έζησαν κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων, αποκαλύπτοντας πόσο κοντά είχαν φτάσει σε μια ομόφωνη απόφαση πριν το σώμα των ενόρκων οδηγηθεί σε αδιέξοδο.
Οι ένορκοι δήλωσαν σε συνέντευξή τους στο NBC 10 Boston ότι οι 12 ένορκοι ήταν σχεδόν έτοιμοι να αποφασίσουν πως η Λίντσει Κλάνσι δεν ήταν ποινικά υπεύθυνη για τον θάνατο των τριών παιδιών της, λόγω σοβαρής ψυχικής ασθένειας. Ωστόσο, ένας άνδρας ένορκος παρέμεινε αντίθετος και δεν δέχθηκε να ψηφίσει «αθώα λόγω παραφροσύνης», παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με την πρόεδρο του σώματος, παραδέχθηκε πως είχε «εύλογη αμφιβολία» για την ποινική της ευθύνη.
Όπως σημειώνει το BBC, οι τρεις γυναίκες υποστήριξαν ότι η ομάδα των ενόρκων είχε σε μεγάλο βαθμό συμφωνήσει πως η υπόθεση δεν αφορούσε το αν η Λίντσεϊ Κλάνσι σκότωσε τα παιδιά της, κάτι που η ίδια δεν είχε αρνηθεί, αλλά το αν τη στιγμή των πράξεών της μπορούσε να καταλάβει τη διαφορά ανάμεσα στο σωστό και το λάθος.
Σύμφωνα με τις ίδιες, η διαφωνία με τον έναν ένορκο έγινε τόσο έντονη ώστε υπήρξαν καβγάδες και φωνές μέσα στην αίθουσα των διαβουλεύσεων. Οι ένορκοι συνεδρίασαν περίπου 38 με 40 ώρες μέσα σε επτά ημέρες, όμως τρεις φορές ενημέρωσαν τον δικαστή William Sullivan ότι δεν μπορούσαν να φτάσουν σε ομόφωνη απόφαση. Τελικά, ο δικαστής κήρυξε τη δίκη σε κακοδικία, αφήνοντας την υπόθεση ανοιχτή.

Η υπεράσπιση της Λίντσεϊ Κλάνσι υποστήριξε ότι η 36χρονη πρώην νοσηλεύτρια υπέφερε από σοβαρή επιλόχεια ψύχωση, μια επικίνδυνη ψυχική διαταραχή που μπορεί να επηρεάσει την αντίληψη της πραγματικότητας. Οι δικηγόροι της ανέφεραν ότι πριν από τους θανάτους των παιδιών της αντιμετώπιζε έντονη αϋπνία, άγχος, κατάθλιψη, αυτοκτονικές σκέψεις και σκέψεις να βλάψει τα παιδιά της.
Ο δικηγόρος της, Κέβιν Ρέντινγκτον, υποστήριξε ότι η Λίντσεϊ Κλάνσι δεν έλαβε την κατάλληλη ιατρική φροντίδα και ότι οι γιατροί δεν διέγνωσαν σωστά την κατάστασή της, ενώ της χορηγήθηκαν πολλά ισχυρά ψυχιατρικά φάρμακα τους μήνες πριν από την τραγωδία.
Από την άλλη πλευρά, οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι η Λίντσεϊ Κλάνσι είχε σχεδιάσει τις πράξεις της και προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την ψυχική της κατάσταση ως δικαιολογία για να αποφύγει την ευθύνη. Οι εισαγγελείς παρουσίασαν στοιχεία και μάρτυρες που, σύμφωνα με τη θέση τους, έδειχναν ότι γνώριζε τι έκανε.
Οι ένορκοι που μίλησαν δημόσια δήλωσαν ότι δεν πείστηκαν από το επιχείρημα της κατηγορούσας αρχής. Αντίθετα, υποστήριξαν ότι τα στοιχεία έδειχναν πως η Κλάνσι αγαπούσε τα παιδιά της και ότι πιθανότατα υπέστη μια σοβαρή ψυχική κατάρρευση. Μία από τις ενόρκους χαρακτήρισε τη στάση της εισαγγελίας «πολύ σκληρή», λέγοντας ότι δεν παρουσιάστηκαν μάρτυρες που να περιγράφουν την Κλάνσι ως κακή μητέρα.
Οι τρεις γυναίκες άσκησαν επίσης κριτική στον ένορκο που διαφώνησε, υποστηρίζοντας ότι δεν συμμετείχε ουσιαστικά στις συζητήσεις και δυσκολευόταν να αποδεχθεί την έννοια της «εύλογης αμφιβολίας». Όπως ανέφεραν, εκείνος παρέμενε επικεντρωμένος στο γεγονός ότι η Κλάνσι είχε αφαιρέσει τη ζωή των παιδιών της και δεν μπορούσε να ξεπεράσει αυτό το στοιχείο
Μετά την κακοδικία, το μέλλον της υπόθεσης παραμένει αβέβαιο. Οι εισαγγελείς θα πρέπει να αποφασίσουν αν θα ζητήσουν νέα δίκη με διαφορετικό σώμα ενόρκων ή αν θα επιδιώξουν άλλη λύση. Οι τρεις ένορκοι δήλωσαν ότι ελπίζουν να μην υπάρξει δεύτερη δίκη, αλλά αν η υπόθεση επιστρέψει στο δικαστήριο, σκοπεύουν να παρευρεθούν και να στηρίξουν τη Λίντσεϊ Κλάνσι.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει μεγάλη συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με την επιλόχεια ψυχική υγεία, την υποστήριξη που λαμβάνουν οι νέες μητέρες και τον τρόπο με τον οποίο το δικαστικό σύστημα πρέπει να αντιμετωπίζει περιπτώσεις όπου σοβαρές ψυχικές διαταραχές μπορεί να επηρεάζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου