Τα πρόσφατα δημοσιεύματα περί δήθεν επαναχάραξης της διαδρομής του καλωδίου που θα διασυνδέσει ηλεκτρικά την Κύπρο με την Ελλάδα και σε επόμενο στάδιο με το Ισραήλ, ώστε αυτή να μην διέρχεται από περιοχές που περιλαμβάνονται στο παράνομο τουρκικό «εθνικό θαλάσσιο πάρκο» Fethiye–Kaş, επανέφεραν στον ελληνικό δημόσιο διάλογο το ζήτημα του σχεδιασμού για την υλοποίηση του Great Sea Interconnector (GSI).
Ταυτόχρονα, επανέφεραν στο προσκήνιο το κρίσιμο ερώτημα στρατηγικού χαρακτήρα σχετικά με το εάν η Αθήνα προσαρμόζει τον σχεδιασμό ενός ευρωπαϊκού έργου υπό την πίεση των τουρκικών αντιδράσεων και αξιώσεων.
Η συζήτηση αυτή απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη ένταση μετά τις δηλώσεις του βουλευτή της ΝΔ, Άγγελου Συρίγου για τα περιστατικά του 2024 στην Κάσο.
Όπως επισήμανε ο κ. Συρίγος, σε δύο περιπτώσεις τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή, η Ελλάδα «υποχώρησε» και δεν συνέχισε τις έρευνες βυθού.
Οι δηλώσεις αυτές, προκάλεσαν την αντίδραση των κομμάτων της αντιπολίτευσης και τροφοδότησαν νέα πολιτική αντιπαράθεση, με αποτέλεσμα ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης να απορρίψει τους εν λόγω ισχυρισμούς χαρακτηρίζοντάς τους προσωπικές εκτιμήσεις του κ. Συρίγου και να δηλώσει, ότι «καμία υποχώρηση δεν υπήρξε».
Ανεξάρτητα από την πολιτική αντιπαράθεση για τις κινήσεις της Ελλάδας και την αξιολόγηση των γεγονότων του 2024 στην Κάσο, η συζήτηση που έχει κυριαρχήσει στον δημόσιο διάλογο αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα Στρατηγικής Επικοινωνίας και τη σημασία του πληροφοριακού πεδίου στη διαμόρφωση όχι μόνο των αντιλήψεων της κοινής γνώμης, αλλά και του ίδιου του πλαισίου μέσα στο οποίο γίνεται αντιληπτή και αξιολογείται μια κρίση.
Διότι, όταν μια τουρκική θέση ή μια τουρκική αφήγηση εισέρχεται στον ελληνικό δημόσιο διάλογο, αναπαράγεται μέσα από τα μέσα ενημέρωσης, εντάσσεται στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση και τελικά, μετατρέπεται σε ερώτημα για το εάν η Ελλάδα διαμορφώνει την πολιτική της υπό την πίεση των τουρκικών αντιδράσεων και αξιώσεων και «υποχωρεί» ή «δεν υποχωρεί», τότε το ζήτημα παύει να είναι αποκλειστικά διπλωματικό ή επιχειρησιακό. Είναι επικοινωνιακό και μετατρέπεται πρωτίστως σε ζήτημα Στρατηγικής Επικοινωνίας, καθώς σχετίζεται άμεσα με το ποιος διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο η ελληνική κοινωνία αντιλαμβάνεται και αξιολογεί τις εξελίξεις και κατ’ επέκταση, τον τρόπο με τον οποίο αυτές επηρεάζουν τη δημόσια συζήτηση και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για ένα ευρωπαϊκό έργο υψίστης ενεργειακής σημασίας για την Κύπρο και την Ε.Ε.
Πεδίο ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης
Ειδικότερα, στην περίπτωση του Great Sea Interconnector (GSI), είναι εμφανές ότι οι τουρκικές θέσεις έχουν ενταχθεί στο πλαίσιο μέσα από το οποίο προσεγγίζεται το ζήτημα, πριν ακόμη ξεκινήσουν οι εργασίες για την υλοποίησή του.
Συγκεκριμένα, στον ελληνικό δημόσιο διάλογο, το ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου έχει πλέον μετατοπιστεί από το πεδίο της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής στο πεδίο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.
Αντί η δημόσια συζήτηση να επικεντρώνεται στην ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, στην αναγκαιότητα της ηλεκτρικής διασύνδεσης της Κύπρου με το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα και στη στρατηγική διασυνδεσιμότητας της Ανατολικής Μεσογείου, στη βιωσιμότητα του έργου, στη χρηματοδότησή του και στο χρονοδιάγραμμα έναρξης των εργασιών, κυριαρχεί πλέον η αντιπαράθεση για το εάν η Ελλάδα θα προσαρμόσει τον σχεδιασμό της προκειμένου να αποφύγει τις τουρκικές αντιδράσεις.
Το ζήτημα είναι ιδιαίτερης σημασίας διότι, εάν η συζήτηση για ένα ευρωπαϊκό έργο στρατηγικής σημασίας μετατοπιστεί σταδιακά από το ευρωπαϊκό και ενεργειακό πλαίσιο στο πλαίσιο μιας ακόμη ελληνοτουρκικής διαφοράς, τότε δεν αλλάζει μόνο ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται το έργο, αλλά αλλάζει και το στρατηγικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται η Ελλάδα να λάβει τις αποφάσεις της.
Το κρίσιμο ερώτημα
Συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Ελλάδα θα συνεχίσει να συζητά την υλοποίηση ενός ευρωπαϊκού έργου ενεργειακής διασύνδεσης με τους όρους μιας ευρωπαϊκής πολιτικής και ενεργειακής υποδομής ή εάν θα το αντιμετωπίζει μέσα από το πλαίσιο μιας ακόμη ελληνοτουρκικής διαφοράς.
Γιατί εάν το έργο GSI μετατραπεί επικοινωνιακά σε «ελληνοτουρκικό πρόβλημα», τότε κάθε έρευνα, κάθε NAVTEX, κάθε τεχνική δραστηριότητα και κάθε τουρκική αντίδραση θα παρουσιάζεται ως ένα ακόμη επεισόδιο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, και τότε η συζήτηση θα διεξάγεται σε λάθος βάση και με λάθος όρους.
Υπό αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία πριν ακόμη αναλάβει οποιαδήποτε νέα δράση για να εμποδίσει την υλοποίηση του GSI επί του πεδίου, έχει ήδη επιτύχει ένα σημαντικό αποτέλεσμα στο επικοινωνιακό και γνωστικό πεδίο.
Έχει καταστήσει το έργο πολιτικά και επικοινωνιακά συνδεδεμένο με τις ελληνοτουρκικές διαφορές και έχει συμβάλλει στη διαμόρφωση της αντίληψης, ότι κάθε βήμα για την υλοποίησή του προϋποθέτει την προηγούμενη συνεκτίμηση των τουρκικών αντιδράσεων και αξιώσεων.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια διαδικασία «γνωστικής διαμόρφωσης» (cognitive conditioning), κατά την οποία διαμορφώνεται σταδιακά το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο αντίπαλος αντιλαμβάνεται ένα ζήτημα, αξιολογεί τις διαθέσιμες επιλογές του και τελικά, λαμβάνει τις αποφάσεις του.
Η διαδικασία αυτή δεν αφορά μόνο στην προσπάθεια επιβολής μιας συγκεκριμένης αντίληψης ή θέσης.
Αφορά, κυρίως, στη διαμόρφωση του ίδιου του γνωστικού περιβάλλοντος (cognitive environment) μέσα στο οποίο ένα γεγονός θα ερμηνευθεί, και θα αξιολογηθούν οι στρατηγικές επιλογές και οι αποφάσεις που θα ληφθούν.
Στην περίπτωση του GSI, εάν η υλοποίηση του έργου έχει ήδη ενταχθεί στο γνωστικό περιβάλλον της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, τότε κάθε τουρκική αντίδραση θα ερμηνεύεται σχεδόν αυτόματα μέσα από αυτό το πλαίσιο.
Εάν αντίθετα, το γνωστικό περιβάλλον έχει διαμορφωθεί γύρω από το τρίπτυχο «Ευρωπαϊκή υποδομή – Ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια – Ευρωπαϊκή στρατηγική διασυνδεσιμότητα», τότε το ίδιο γεγονός αποκτά διαφορετικό στρατηγικό νόημα.
Υπό το πλαίσιο αυτό, εάν η Ελλάδα αρχίσει να αντιμετωπίζει την υλοποίηση του GSI πρωτίστως ως ζήτημα διαχείρισης της τουρκικής αντίδρασης, τότε η τουρκική θέση έχει ήδη αποκτήσει επιρροή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, ακόμη και χωρίς να έχει ασκηθεί άμεση επιχειρησιακή πίεση.
Το ζήτημα συνεπώς, είναι στρατηγικά κρίσιμο, καθώς αναδεικνύει μια παγίδα της Τουρκικής Στρατηγικής Επικοινωνίας, η οποία συνίσταται στην αποδοχή ενός ερμηνευτικού πλαισίου μέσα στο οποίο το GSI αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως ελληνοτουρκική διαφορά.
Η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει αυτή την παγίδα και να καταστήσει σαφές, ότι το GSI είναι ευρωπαϊκό έργο και όχι ζήτημα ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.
Η ένταξή του από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος (Projects of Common Interest – PCI), η ευρωπαϊκή χρηματοδότησή του με περίπου 658 εκατ. ευρώ μέσω του Connecting Europe Facility, η διασύνδεση της Κύπρου με το ενιαίο ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα και η πρόσφατη ένταξή του στις οκτώ ενεργειακές διαδρομές που η Ε.Ε. έχει θέσει ως προτεραιότητα για την ολοκλήρωση της Ενεργειακής Ένωσης δεν αποτελούν ενέργειες επικοινωνιακού χαρακτήρα.
Αποτελούν το στρατηγικό και θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να παρουσιάζεται η υλοποίησή του.
Προς επίρρωση των ανωτέρω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εντάξει τον GSI στις οκτώ «Energy Highways», τις οποίες η Πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν παρουσίασε ως κρίσιμες ενεργειακές διαδρομές για την αντιμετώπιση των σημαντικότερων υποδομών-συμφόρησης της Ευρώπης.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Ευρωπαίου Επιτρόπου Ενέργειας Dan Jørgensen, ο οποίος τον Μάιο του 2026 έκανε λόγο για «κρυστάλλινη» δέσμευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον GSI, τον οποίο χαρακτήρισε βασικό στρατηγικό ενεργειακό σύνδεσμο.
Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε επίσης, τον Σεπτέμβριο του 2026, από τον επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Κύπρο, Πανίκο Πουργουρίδη, ο οποίος χαρακτήρισε τον GSI «ευρωπαϊκή ενεργειακή υποδομή στρατηγικού ενδιαφέροντος» και τόνισε ότι δεν πρόκειται για ένα διμερές έργο Ελλάδας και Κύπρου.
Δεν πρόκειται συνεπώς, για μια ελληνική προσπάθεια να προσδώσει εκ των υστέρων ευρωπαϊκή διάσταση σε ένα ελληνοκυπριακού ενδιαφέροντος έργο.
Ο GSI έχει ενταχθεί στον θεσμικό, χρηματοδοτικό και στρατηγικό σχεδιασμό της Ε.Ε. και αντιμετωπίζεται από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ως υποδομή που αφορά την ενεργειακή ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άλλωστε, αναφέρει ότι η διασύνδεση θα τερματίσει την ηλεκτρική απομόνωση της Κύπρου και θα ενισχύσει την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος.
Επομένως, η Στρατηγική Επικοινωνία της Ελλάδας δεν χρειάζεται να βαπτίσει ως ευρωπαϊκό έργο το GSI, αλλά να αναδείξει τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα που το έργο ήδη διαθέτει.
Στο πλαίσιο αυτό, το ζητούμενο για την Ελλάδα δεν είναι να πείσει την ελληνική κοινωνία ότι «δεν φοβάται την Τουρκία», ούτε να απαντήσει σε κάθε τουρκική δήλωση με μια ακόμη πιο σκληρή δήλωση.
Το ζητούμενο είναι, να μην επιτρέψει να κυριαρχήσει η τουρκική αφήγηση για τη σκοπιμότητα κατασκευής του GSI και να ορίσει το ερμηνευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί ο διάλογος για την υλοποίησή του.
Δηλαδή, να αποτρέψει την Τουρκία από το να μετατρέψει ένα ευρωπαϊκό έργο σε μια ακόμη ελληνοτουρκική διαφορά.
Το δίλημμα
Συνεπώς, το δίλημμα που τίθεται στον ελληνικό δημόσιο διάλογο σχετικά με αν θα απαντήσει δυναμικά η Ελλάδα ή θα υποχωρήσει σε περίπτωση παρεμπόδισης του GSI από την Τουρκία, είναι λανθασμένο και αποπροσανατολιστικό.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να εγκλωβιστεί σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο που μετατρέπει κάθε τουρκική αντίδραση σε ακόμη μία δοκιμασία των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, αλλά ούτε και να παρουσιάσει την υλοποίηση του GSI ως ένα εργαλείο με το οποίο ακυρώνει τη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα».
Μια τέτοια προσέγγιση θα αποδεχόταν στην πραγματικότητα, ότι το έργο αποτελεί μέρος της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.
Η ελληνική Στρατηγική Επικοινωνία επομένως, πρέπει να αλλάξει αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο και να θέσει το διάλογο για τον GSI από τη βάση «Ελλάδα – Τουρκία» στη βάση «Ευρώπη – ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο – κανόνες διεθνούς δικαίου» και να αναδείξει ότι το GSI είναι ευρωπαϊκή ενεργειακή υποδομή κοινού ενδιαφέροντος, η οποία υλοποιείται από εμπλεκόμενους ευρωπαϊκούς φορείς και εταιρείες, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου.
Επιπλέον, η Ελλάδα πρέπει να ακυρώσει το τουρκικό αφήγημα σχετικά με την είσοδο της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στο GSI και τον ισχυρισμό περί «γαλλικής προστασίας απέναντι στην Τουρκία».
Αντιθέτως, η Αθήνα πρέπει να αναδείξει το γεγονός ότι η είσοδος της γαλλικής Meridiam στο GSI προσθέτει έναν ισχυρό ευρωπαϊκό επενδυτικό παράγοντα στο έργο που ενισχύει τη θεσμική, οικονομική και ευρωπαϊκή του διάσταση, ενώ παράλληλα, συμβάλλει στην ενεργειακή ανθεκτικότητα της Ευρώπης και στον τερματισμό της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου.
Το ίδιο ισχύει και για τη συμμετοχή και το ρόλο της Ε.Ε. στην υλοποίηση του έργου.
Συγκεκριμένα, το πλαίσιο του διαλόγου δεν πρέπει να είναι τι θα γίνει αν η Τουρκία αντιδράσει επί του πεδίου στην υλοποίηση του έργου, αλλά τι θα συμβεί όταν ένα ευρωπαϊκό έργο υποδομής, το οποίο υλοποιείται σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό και νομικό πλαίσιο, επιχειρείται να παρεμποδιστεί από τρίτο κράτος;
Το ερώτημα αυτό, δημιουργεί ταυτόχρονα, μια σημαντική στρατηγική ευκαιρία για την Ελλάδα.
Εάν το GSI πλαισιωθεί από την Ελλάδα ως ευρωπαϊκή ενεργειακή υποδομή, τότε οποιαδήποτε προσπάθεια παρεμπόδισής του δεν θα αποτελεί πλέον αποκλειστικά ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά θα αφορά ευθέως την Ε.Ε και την ικανότητά της να προστατεύει τις στρατηγικές υποδομές και την ενεργειακή της διασυνδεσιμότητα.
Επιπλέον, αν η Ελλάδα κατορθώσει να μετατοπίσει το ερμηνευτικό πλαίσιο για την υλοποίηση του GSI από το επίπεδο «Ελλάδα –Τουρκία» στο επίπεδο «Τουρκία – Ευρώπη», τότε θα έχει μια ακόμη στρατηγική ευκαιρία.
Χωρίς να χρειάζεται να καταγγείλει ευθέως την Τουρκία για τις τυχόν ενέργειες παρεμπόδισής της στη υλοποίηση του GSI, της δίνεται η δυνατότητα να ακυρώσει επικοινωνιακά το αφήγημα που παρουσίασε ο κ. Ερντογάν κατά την ομιλία του στην 81η Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και να αναδείξει την αντίφαση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, μέσα από τα ίδια τα γεγονότα και από το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.
Συγκεκριμένα, ο κ. Ερντογάν από το βήμα του ΟΗΕ, μίλησε για τον ρόλο της Τουρκίας στη διεθνή σκηνή και ειδικότερα, για τη συμβολή της Τουρκίας στη διασφάλιση της ευημερίας και της ασφάλειας της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Στο πλαίσιο αυτό μάλιστα, επισήμανε ότι η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας δεν μπορεί να καταστεί ισχυρότερη και ασφαλέστερη χωρίς τη συμμετοχή της Τουρκίας, συνδέοντας την εν λόγω συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ασφάλεια με ένα ευρύτερο «στρατηγικό όραμα» κοινής διαμόρφωσης του μέλλοντος με την Ε.Ε..
Το ανωτέρω αφήγημα ωστόσο, δεν συνάδει με μια συμπεριφορά που θα οδηγούσε στην πράξη, στην παρεμπόδιση υλοποίησης μιας ευρωπαϊκής ενεργειακής υποδομής στρατηγικού ενδιαφέροντος, η οποία ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια, τη διασυνδεσιμότητα και την ανθεκτικότητα της ίδιας της Ευρώπης.
Το γεγονός αυτό, είναι ίσως το ισχυρότερο επικοινωνιακό πλεονέκτημα που προσφέρει σήμερα το GSI στην Ελλάδα.
Με τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να θέσει την Τουρκία ενώπιον μιας συγκεκριμένης ευρωπαϊκής πραγματικότητας και να την αναγκάσει να απολογείται για το αν ένα κράτος που διεκδικεί κεντρικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια μπορεί να επιχειρεί ταυτόχρονα, να παρεμποδίσει μια ευρωπαϊκή ενεργειακή υποδομή στρατηγικού ενδιαφέροντος.
Το ζήτημα όμως, δεν περιορίζεται μόνο στο GSI. Από τη στιγμή που η ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συνολικής ευρωπαϊκής ασφάλειας, τότε η αμφισβήτηση ή παρεμπόδιση υλοποίησης μιας ευρωπαϊκής ενεργειακής υποδομής δημιουργεί ένα κρίσιμο ζήτημα συνέπειας ανάμεσα στον ρόλο που η Τουρκία διεκδικεί και στη συμπεριφορά που επιδεικνύει απέναντι σε ευρωπαϊκές στρατηγικές επιλογές στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εν κατακλείδι, η επιτυχία της ελληνικής Στρατηγικής Επικοινωνίας δεν θα κριθεί μόνο από το εάν θα υπάρξει ή δεν θα υπάρξει τουρκική αντίδραση, αλλά από το πώς θα ερμηνευθεί αυτή η αντίδραση.
Εάν μια τουρκική παρεμπόδιση παρουσιαστεί ως ακόμη ένα επεισόδιο της ελληνοτουρκικής διαφοράς, η Ελλάδα θα έχει αποδεχθεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Άγκυρα επιδιώκει να διεξαχθεί η συζήτηση.
Αν αντιθέτως, η Ελλάδα αλλάξει το ερμηνευτικό πλαίσιο και θέσει τον διάλογο για τον GSI στη βάση «Ευρώπη – ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο – κανόνες διεθνούς δικαίου», τότε η όποια τουρκική αντίδραση παύει να αποτελεί αποκλειστικά ελληνοτουρκικό ζήτημα και αναδεικνύεται σε ζήτημα που αφορά την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, τη διασυνδεσιμότητα και την προστασία των ευρωπαϊκών στρατηγικών υποδομών, καθώς και τη σχέση Τουρκίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα δεν θα χρειάζεται να επιδιώξει την αντιπαράθεση με την Τουρκία, αλλά θα έχει επιτύχει κάτι σημαντικότερο.
Να κυριαρχήσει στο γνωστικό πεδίο, ορίζοντας το ερμηνευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αξιολογείται η υλοποίηση του GSI και αποτρέποντας τη διμεροποίηση ενός ευρωπαϊκού έργου με σαφή ευρωπαϊκό θεσμικό και στρατηγικό χαρακτήρα.
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου