Περίμεναν μια γρήγορη νίκη, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν στρατό που αρνήθηκε να υποχωρήσει. Ιταλοί στρατιώτες, αξιωματικοί και στρατηγοί περιγράφουν τη μαχητικότητα των Ελλήνων, τις αιματηρές συγκρούσεις και τις κακουχίες που μετέτρεψαν την εισβολή του Μουσολίνι σε στρατιωτική αποτυχία.
Στα τέλη Οκτωβρίου του 1940, οι Ιταλοί στρατιώτες που συγκεντρώνονταν στην κατεχόμενη από την Ιταλία Αλβανία ετοιμάζονταν να εισβάλουν στην Ελλάδα. Η φασιστική ηγεσία της Ρώμης είχε σχεδιάσει μια επιχείρηση που προσδοκούσε ότι θα ολοκληρωνόταν γρήγορα, προσφέροντας στον Μπενίτο Μουσολίνι μια εύκολη στρατιωτική επιτυχία.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, όμως, η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική.
Αντί για μια θριαμβευτική προέλαση, οι ιταλικές μονάδες υποχωρούσαν. Αντί για μια γρήγορη κατάκτηση, χιλιάδες στρατιώτες βρίσκονταν καθηλωμένοι στα βουνά της Αλβανίας, μέσα στη λάσπη, το χιόνι και το κρύο.
Και αντί για έναν αντίπαλο που θα κατέρρεε μπροστά στη στρατιωτική ισχύ της Ιταλίας, είχαν απέναντί τους έναν ελληνικό στρατό που όχι μόνο αντιστάθηκε, αλλά πέρασε στην αντεπίθεση.
Η ιστορία του Ελληνοϊταλικού Πολέμου έχει γραφτεί πολλές φορές μέσα από τις ελληνικές νίκες, τις θυσίες των στρατιωτών και τις μαρτυρίες όσων πολέμησαν στην Πίνδο.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη πλευρά. Εκείνη των Ιταλών που συμμετείχαν στην εισβολή. Των ανθρώπων που στάλθηκαν να πολεμήσουν για τις φιλοδοξίες του Μουσολίνι και βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από εκείνη που είχε σχεδιάσει η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία τους.
Τα ημερολόγια, οι αναμνήσεις και οι στρατιωτικές εκτιμήσεις τους αποκαλύπτουν έναν πόλεμο στον οποίο ο φόβος, η εξάντληση και η απογοήτευση καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο χώρο. Ταυτόχρονα, όμως, καταγράφουν και κάτι ακόμη: τον σεβασμό που προκάλεσε, ακόμη και στον αντίπαλο, η αποφασιστικότητα με την οποία πολέμησαν οι Έλληνες.
Η βεβαιότητα της Ρώμης και η πραγματικότητα της Πίνδου

Μια φάλαγγα ιταλικού ιππικού διακρίνεται να διασχίζει τα αλβανικά σύνορα, καθώς ξεκινά η ιταικη εισβολή, την 28η Οκτωβρίου 1940.
AP PhotoΗ υπεροψία με την οποία αντιμετώπιζε η φασιστική ηγεσία την Ελλάδα αποτυπώνεται στα ίδια τα ιταλικά πολιτικά αρχεία.
Ο υπουργός Εξωτερικών και γαμπρός του Μουσολίνι, Γκαλεάτσο Τσιάνο, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές της επίθεσης. Η βεβαιότητα για την επιτυχία συνυπήρχε, ωστόσο, με σοβαρές επιφυλάξεις στο εσωτερικό της στρατιωτικής ηγεσίας.
Ο στρατάρχης Πιέτρο Μπαντόλιο είχε εκφράσει αντιρρήσεις για τις διαθέσιμες δυνάμεις και τους κινδύνους μιας παρατεταμένης σύγκρουσης. Οι επιφυλάξεις αυτές δεν ανέτρεψαν την απόφαση του Μουσολίνι.
Στις 28 Οκτωβρίου, ο ιταλικός στρατός εισέβαλε στην Ελλάδα. Οι πρώτες ημέρες αποκάλυψαν τις αδυναμίες του σχεδιασμού. Η ελληνική αντίσταση, οι δυσκολίες του ορεινού εδάφους, οι καιρικές συνθήκες και τα προβλήματα ανεφοδιασμού περιόρισαν την ικανότητα των εισβολέων να επιτύχουν τους στόχους τους.
Η ιταλική επίθεση ανακόπηκε και, από τα μέσα Νοεμβρίου, ο ελληνικός στρατός πέρασε σε γενική αντεπίθεση, προωθούμενος στο έδαφος της Αλβανίας.
Για τους Ιταλούς στρατιώτες, η αλλαγή ήταν δραματική.
«Μας υποδέχθηκαν με καταιγισμό πυρών»

Έλληνες στρατιώτες χειρίζονται ένα ελαφρύ πολυβόλο, καθώς επιχειρούν να αποκρούσουν την ιταλική εισβολή.
Keystone/Hulton Archive/Getty ImagesΜία από τις πιο συγκλονιστικές μαρτυρίες για τη μαχητικότητα των Ελλήνων προέρχεται από τον Αντόνιο Φλαμίνι, Ιταλό Μπερσαλιέρο που συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Νοεμβρίου 1940.
Στις αναμνήσεις του, που δημοσιεύονται από την ιταλική Εθνική Ένωση Αναπήρων και Τραυματιών Πολέμου (ANMIG), περιγράφει μια σφοδρή σύγκρουση με ελληνικές δυνάμεις.
«Η επίθεση ήταν εξαιρετικά βίαιη. Μόλις βγήκαμε τρέχοντας από το χαράκωμά μας για να έρθουμε γρήγορα σε επαφή με τον εχθρό, δεχθήκαμε αμέσως μια σφοδρή αντίδραση από πυρά τυφεκίων, πολυβόλων και όλμων», θυμάται.
Η αφήγησή του είναι χαρακτηριστική της έντασης των μαχών. Οι Ιταλοί επιχειρούν να πλησιάσουν τις ελληνικές θέσεις, αλλά βρίσκονται αντιμέτωποι με πυκνά και αποτελεσματικά πυρά.
Ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.
«Μόλις έφτασα κοντά στο εχθρικό οχυρό, χτυπήθηκα από μια σφαίρα», αναφέρει, περιγράφοντας στη συνέχεια πώς η βολίδα διαπέρασε το σώμα του.
Η απόσταση που τον χώριζε από τον Έλληνα στρατιώτη που τον πυροβόλησε ήταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, μόλις τρία με τέσσερα μέτρα.
Ο Φλαμίνι πέρασε τη νύχτα της 18ης προς τη 19η Νοεμβρίου 1940 τραυματισμένος, δίπλα σε νεκρούς συμπολεμιστές του. Την επόμενη ημέρα εντοπίστηκε από Έλληνες στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκε.
Η μαρτυρία του δεν εξωραΐζει όσα ακολούθησαν και σιγουρα αποτυπώνει τον πυρετό της μάχης. Περιγράφει εχθρική συμπεριφορά, ύβρεις και απειλές από Έλληνες στρατιωτικούς, αλλά και τη μεταφορά του σε σταθμό πρώτων βοηθειών, όπου δέχθηκε στοιχειώδη περίθαλψη.

Τραυματισμένοι Ιταλοί αιχμάλωτοι πολέμου εικονίζονται σε στρατιωτικό νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη, στις 31 Δεκεμβρίου 1945
AP PhotoΟ Ιταλός στρατηγός που αναγνώρισε τη γενναιότητα των Ελλήνων
Η αναγνώριση της ελληνικής μαχητικότητας δεν περιορίστηκε στις προσωπικές αναμνήσεις των απλών στρατιωτών.
Ο στρατηγός Κάρλο Τζελόζο, ο οποίος διοίκησε την 11η Ιταλική Στρατιά, αναφέρθηκε στη σθεναρή αντίσταση που συνάντησαν οι ιταλικές δυνάμεις.
Σε μεταγενέστερη αποτίμησή του για τη στάση των Ελλήνων απέναντι στις δυνάμεις κατοχής, αναγνώριζε ότι ο ιταλικός στρατός είχε δυσκολευτεί ιδιαίτερα να αντιμετωπίσει τους Έλληνες.
Χαρακτήριζε μάλιστα την ελληνική αντίσταση «γενναία», χρησιμοποιώντας στο ιταλικό πρωτότυπο τη διατύπωση «La valorosa resistenza».
Ο Τζελόζο σημείωνε ότι η ελληνική αντίσταση, από τον Οκτώβριο του 1940 έως τον Ιανουάριο του 1941, είχε φτάσει κοντά στο να απωθήσει τον εισβολέα στη θάλασσα.
Η εκτίμησή του αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή δεν προέρχεται από ελληνική πηγή ούτε από κάποιον ουδέτερο παρατηρητή, αλλά από έναν ανώτατο αξιωματικό του στρατού που επιτέθηκε στην Ελλάδα.
Παράλληλα, αναγνώριζε ότι ο πόλεμος είχε δημιουργήσει βαθιά εχθρότητα στον ελληνικό πληθυσμό απέναντι στους Ιταλούς, οι οποίοι είχαν εξαπολύσει μια επίθεση που οι Έλληνες θεωρούσαν άδικη.
Η διαπίστωση αυτή φωτίζει και μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στους δύο στρατούς: οι Ιταλοί πολεμούσαν σε έναν επιθετικό πόλεμο που είχε αποφασίσει η φασιστική ηγεσία, ενώ οι Έλληνες υπερασπίζονταν τη χώρα τους.
Η ομολογία του στρατηγού που ηγήθηκε της εισβολής: «Η πρωτοβουλία πέρασε στους Έλληνες»
Εξάλλου, την αποτελεσματικότητα της ελληνικής αντεπίθεσης αναγνώρισε και ο Ιταλός στρατηγός Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα, ο άνθρωπος που είχε αναλάβει τη διοίκηση των δυνάμεων εισβολής στην Ελλάδα.
Στα απομνημονεύματά του, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Εγώ επιτέθηκα στην Ελλάδα», περιγράφει την ανατροπή που προκάλεσε η ελληνική αντεπίθεση τον Νοέμβριο του 1940.
«Από εκείνη τη στιγμή, η πρωτοβουλία ανήκε αποκλειστικά στον εχθρό», αναφέρεται στην ιστορική παρουσίαση που παραπέμπει στο έργο του.
Η διαπίστωση αυτή αποτυπώνει την έκταση της αποτυχίας του αρχικού ιταλικού σχεδιασμού. Ο ελληνικός στρατός δεν είχε περιοριστεί στην απόκρουση της εισβολής. Είχε πλέον επιβάλει τον δικό του ρυθμό στις επιχειρήσεις, αναγκάζοντας τις ιταλικές δυνάμεις να περάσουν από την επίθεση στην άμυνα.
«Πολεμούσαν με ένα αρχαίο πνεύμα για να υπερασπιστούν τη γη τους»

Έλληνες στρατιώτες οδηγούν μικρά άρματα μάχης (tankettew) τύπου Carro Veloce CV 33 — ιταλικά ελαφρά άρματα που κυριεύθηκαν από τον ιταλικό στρατό.
Keystone/Getty ImagesΑνάμεσα στους Ιταλούς που γνώρισαν από κοντά τον ελληνικό στρατό ήταν και ο Μάριο Ριγκόνι Στερν, ο οποίος αργότερα θα γινόταν ένας από τους σημαντικότερους Ιταλούς συγγραφείς της πολεμικής εμπειρίας.
Ο Ριγκόνι Στερν έφτασε στην Αλβανία στα μέσα Νοεμβρίου του 1940, υπηρετώντας στη μεραρχία αλπινιστών Tridentina.
Στο έργο του Quota Albania περιγράφει την εμπειρία του στο ελληνοϊταλικό μέτωπο, τις δυσκολίες της εκστρατείας και την επαφή του με τους Έλληνες στρατιώτες.
Σε μεταγενέστερη αναφορά του στην ελληνική αντίσταση, η οποία παρατίθεται σε επιστημονική μελέτη για το έργο του, σημείωνε:
«Οι Έλληνες στρατιώτες, μέσα στο ίδιο φυσικό περιβάλλον, πολεμούσαν με ένα αρχαίο πνεύμα για να υπερασπιστούν τη γη τους».
Η διατύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ο Ιταλός συγγραφέας αναγνωρίζει ότι οι αντίπαλοί του αντιμετώπιζαν τις ίδιες σκληρές συνθήκες, τα ίδια βουνά και το ίδιο ψύχος. Εκείνο που τους διαφοροποιούσε, κατά τη δική του αντίληψη, ήταν το κίνητρο του αγώνα τους.
Οι Έλληνες πολεμούσαν για την υπεράσπιση της πατρίδας τους.
«Η πείνα και οι ψείρες είναι τα καθημερινά μας προβλήματα»
Καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν, οι Ιταλοί στρατιώτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν ακόμη εχθρό: Τον χειμώνα.
Το κρύο, το χιόνι, η έλλειψη κατάλληλου εξοπλισμού και οι δυσκολίες ανεφοδιασμού επιδείνωναν τις συνθήκες στα ορεινά μέτωπα.
Ο Μάριο Ριγκόνι Στερν αποτυπώνει αυτή την καθημερινότητα με έναν τρόπο που απέχει πολύ από την πολεμική ρητορική της εποχής.
«Ο καιρός που περνά, το κλίμα, η κούραση, η πείνα, οι ψείρες είναι τα καθημερινά μας προβλήματα», γράφει στο Quota Albania.
Και συνεχίζει:
«Ο πόλεμος, η Ιταλία, η ειρήνη, η νίκη, ο Ντούτσε, ο βασιλιάς-αυτοκράτορας είναι πράγματα που δεν με αφορούν».
Πρόκειται για μια χαρακτηριστική αποτύπωση της αποξένωσης του στρατιώτη από τους μεγάλους πολιτικούς στόχους της εκστρατείας. Οι έννοιες που κυριαρχούσαν στη φασιστική προπαγάνδα είχαν χάσει τη σημασία τους μπροστά στην ανάγκη για επιβίωση.
Ο πόλεμος είχε πάψει να είναι μια υπόσχεση δόξας. Είχε μετατραπεί σε μια καθημερινή δοκιμασία.
«Στα μάτια τους υπήρχε αξιοπρέπεια»
Παρά τη σφοδρότητα των συγκρούσεων, ορισμένες ιταλικές μαρτυρίες αποκαλύπτουν και στιγμές αναγνώρισης της ανθρώπινης υπόστασης του αντιπάλου.
Στο Quota Albania, ο Ριγκόνι Στερν περιγράφει μια ομάδα Ελλήνων αιχμαλώτων. Οι άνδρες ήταν αδύνατοι, ταλαιπωρημένοι, με φθαρμένες στολές, γένια και ψείρες. Ωστόσο, ο Ιταλός συγγραφέας δεν στέκεται μόνο στην εξωτερική τους εμφάνιση.
«Μέσα στα σκοτεινά και βαθιά μάτια τους και στη σιωπή τους, υπήρχε αξιοπρέπεια», σημειώνει.
Η εικόνα αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή προέρχεται από έναν στρατιώτη που είχε βρεθεί απέναντί τους στο πεδίο της μάχης.
Σε ένα άλλο περιστατικό, ο Ριγκόνι Στερν περιγράφει τη συνάντησή του με έναν Έλληνα αιχμάλωτο.
«Ένιωσα οίκτο για εκείνον τον γεμάτο ψείρες άνθρωπο, ίδιο με εμένα, που από ένα ζεστό, γαλάζιο νησί του Αιγαίου είχε βρεθεί στην κόλαση αυτών των βουνών, ξένων τόσο γι' αυτόν όσο και για μένα».
Η συγκεκριμένη μαρτυρία δεν αφορά μια πράξη ηρωισμού. Αφορά, όμως, κάτι εξίσου σημαντικό για την κατανόηση του πολέμου: Την αναγνώριση της κοινής ανθρώπινης μοίρας ακόμη και ανάμεσα σε εχθρούς.
Ο Ιταλός στρατιώτης βλέπει στον Έλληνα έναν άνθρωπο που υποφέρει όπως και ο ίδιος.
«Ακόμη μαζεύουμε τους νεκρούς μας»

Κράνη και ξύλινοι σταυροί σηματοδοτούν τους τάφους Ιταλών στρατιωτών που έπεσαν κατά την αποτυχημένη εισβολή του Μουσολίνι στην Ελλάδα, τον Μάιο του 1941.
AP PhotoΑκόμη πιο αποκαλυπτική για το ανθρώπινο κόστος της εκστρατείας είναι η μαρτυρία του Ιταλού στρατιωτικού γιατρού Τζόρτζιο Πίρλο.
Το ημερολόγιό του, που καλύπτει την περίοδο των επιχειρήσεων στην Αλβανία έως τον Ιούνιο του 1941, δεν επικεντρώνεται μόνο στις μάχες.
Ο Πίρλο παρατηρεί τις συνθήκες περίθαλψης, την κατάσταση των τραυματιών και των ασθενών και τις αντιφάσεις του ιταλικού στρατιωτικού μηχανισμού. Παρότι είχε διαμορφωθεί ιδεολογικά μέσα στο φασιστικό περιβάλλον, οι καταγραφές του δεν αποκρύπτουν τις αδυναμίες του στρατού του.
Σύμφωνα με την παρουσίαση της έκδοσης του ημερολογίου του, ο Ιταλός γιατρός παρατηρούσε ακόμη ότι ο εξοπλισμός των Ελλήνων αιχμαλώτων βρισκόταν συχνά σε καλύτερη κατάσταση από εκείνον των Ιταλών μαχητών.
Στις 28 Απριλίου 1941, όταν οι μεγάλες πολεμικές επιχειρήσεις είχαν πλέον τερματιστεί, καταγράφει μια λιτή αλλά συγκλονιστική εικόνα:
«Οι περισσότεροι άνδρες περισυλλέγουν ακομη τις σορούς από μια περιοχή πάνω από το Τεπελένι».
Η φράση αυτή, χωρίς ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση, αποτυπώνει το αποτύπωμα του πολέμου. Ακόμη και μετά τη λήξη των συγκρούσεων, οι στρατιώτες συνέχιζαν να περισυλλέγουν τους νεκρούς.
Η προσωπική ιστορία του Πίρλο είχε τραγική συνέχεια. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943, βρέθηκε αιχμάλωτος των Γερμανών και πέθανε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1944.
Η ήττα που αποτυπώθηκε στις μαρτυρίες των νικημένων
Στις 28 Οκτωβρίου 1940, η Ιταλία επιτέθηκε στην Ελλάδα με την προσδοκία μιας γρήγορης νίκης.
Έξι μήνες αργότερα, ο στόχος αυτός δεν είχε επιτευχθεί. Η ελληνική αντίσταση είχε ανατρέψει τον αρχικό σχεδιασμό και η ιταλική πολεμική προσπάθεια είχε εξελιχθεί σε μια παρατεταμένη και αιματηρή σύγκρουση.
Η γερμανική εισβολή, τον Απρίλιο του 1941, ήταν εκείνη που οδήγησε τελικά στην κατάρρευση της ελληνικής άμυνας.
Για τους Ιταλούς στρατιώτες που είχαν πολεμήσει στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας, όμως, η εμπειρία δεν μπορούσε να περιοριστεί στο τελικό αποτέλεσμα της εκστρατείας.
Στα ημερολόγιά τους έμειναν οι ατελείωτες πορείες, οι μάχες, οι τραυματισμοί, η πείνα, το κρύο και η διαρκής αβεβαιότητα. Έμεινε, όμως, και η εικόνα του Έλληνα στρατιώτη.
Ενός αντιπάλου που πολέμησε με πείσμα, άντεξε στις ίδιες αντίξοες συνθήκες και κατάφερε να ανατρέψει τις προσδοκίες μιας πολύ ισχυρότερης χώρας.
Ο Μουσολίνι ήθελε μια γρήγορη νίκη που θα επιβεβαίωνε το κύρος του. Οι στρατιώτες του βρέθηκαν σε έναν πόλεμο πολύ πιο δύσκολο από εκείνον που είχε σχεδιαστεί στη Ρώμη.
Και ο ελληνικός στρατός, τον οποίο η ιταλική ηγεσία είχε υποτιμήσει, κατάφερε να μετατρέψει μια σχεδιαζόμενη εύκολη κατάκτηση σε μία από τις πρώτες μεγάλες στρατιωτικές αποτυχίες του Άξονα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου