ΗAfD δεν είναι το NSDAP του Αδόλφου Χίτλερ και η Γερμανία του 2026 δεν είναι η Γερμανία της Βαϊμάρης. Η σύγκριση είναι ιστορικά επιπόλαιη. Υπάρχει, όμως, ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αποφύγει κανείς: πότε ένα κόμμα που βρίσκεται στο περιθώριο του πολιτικού συστήματος παύει κάποια στιγμή να θεωρείται άκρο και γίνεται κανονική πολιτική επιλογή;
Αυτό ακριβώς το ερώτημα βρίσκεται πίσω από το βιβλίο του Philipp Ruch, «Der Rückfall» (The Relapse / Η Υποτροπή), το οποίο επιχειρεί να ξαναδεί την άνοδο του ναζιστικού κόμματος πολύ πριν από την κατάληψη της εξουσίας θέτοντας υπό αμφισβήτηση πολλές από τις πιο εύκολες εξηγήσεις για τη ναζιστική εκλογική έκρηξη.
Το 1930 είναι η χρονιά-κλειδί για τον Ruch. Το NSDAP εκτοξεύθηκε από τις 800.000 ψήφους και τις 12 έδρες του 1928 στα 6,4 εκατομμύρια ψήφους και τις 107 έδρες. Μέσα σε μόλις δύο χρόνια έγινε η δεύτερη μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της Γερμανίας.
Η επικρατούσα εξήγηση είναι ότι οι Γερμανοί στράφηκαν στον Χίτλερ επειδή η οικονομική κρίση τους εξαθλίωσε. Ο Ruch παρουσιάζει μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, ούτε η ύφεση ούτε η ανεργία δεν συνδεόταν τότε με υψηλότερα ποσοστά των Ναζί. Μάλιστα, σε περιοχές με υψηλή ανεργία το NSDAP συχνά είχε χειρότερες εκλογικές επιδόσεις. Και το σημαντικότερο: η μεγάλη οικονομική κατάρρευση της Βαϊμάρης ήρθε μετά το 1930. Το ΑΕΠ είχε μειωθεί κατά 7,1% μέχρι το τέλος του 1930, ενώ η δραματική πτώση κατά 36,6% σημειώθηκε στα δύο επόμενα χρόνια.
Άρα η οικονομική κρίση δεν μπορεί να αποτελεί από μόνη της την εξήγηση για την άνοδο της Ακροδεξιάς ούτε τότε ούτε όμως και τώρα. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η ανασφάλεια και η κοινωνική ανισότητα μπορούν να ενισχύσουν την Ακροδεξιά. Δεν μεταφράζονται όμως αυτόματα σε ακροδεξιά ψήφο. Ανάμεσα στην κοινωνική δυσαρέσκεια και στην κάλπη βρίσκονται τα πολιτικά προγράμματα. Και κάποιος που θα καταφέρει να πείσει τον ψηφοφόρο ότι αποτελεί την αυθεντική έκφραση της οργής του αλλά ταυτόχρονα και «σωτήρας» του.
Μια δεύτερη δημοφιλής εξήγηση είναι ότι η ναζιστική άνοδος υπήρξε εξέγερση των νέων και των πρωτοεμφανιζόμενων ψηφοφόρων. Και αυτή όμως , σύμφωνα με τον Ruch, δεν αντέχει εύκολα στην εξέταση των στοιχείων.
Το NSDAP δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία στις περιοχές με μεγάλο ποσοστό νέων ψηφοφόρων. Η εικόνα μιας νεανικής γενιάς που απέρριψε μαζικά τη δημοκρατία για τον Χίτλερ είναι επομένως υπεραπλουστευμένη.
Και εδώ υπάρχει ένα ακόμη σημερινό μάθημα. Όταν η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά κερδίζει έδαφος, είναι εύκολο να αναζητούμε μια συγκεκριμένη γενιά ενόχων. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η Ακροδεξιά μπορεί να απευθύνεται ταυτόχρονα σε νέους και μεγαλύτερους, σε εργαζόμενους και μεσαία στρώματα, σε ανθρώπους με διαφορετικές μορφωτικές και κοινωνικές διαδρομές.
Η παραδοσιακή Δεξιά δεν έχασε επειδή ήταν «αρκετά δεξιά»
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το τρίτο εύρημα του Ruch. Τα παραδοσιακά δεξιά κόμματα της Βαϊμάρης δεν ήταν απλώς υπερβολικά μετριοπαθή.
Το Centre, το DVP και το DNVP είχαν ήδη μετακινηθεί προς σκληρότερες δεξιές θέσεις. Το DNVP, μάλιστα, είχε ακόμη πιο έντονα αντισημιτική προεκλογική εκστρατεία από τους Ναζί, αλλά παρ’ όλα αυτά έχασε σημαντικό ποσοστό ψήφων.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με την ερμηνεία του Ruch, ήταν η πολιτική αξιοπιστία. Δεν αρκούσε να υιοθετήσει κανείς σκληρότερη γλώσσα. Έπρεπε να πείσει ότι μπορούσε να εκφράσει αποτελεσματικά την οργή, να υποσχεθεί την τιμωρία και να σπάσει το υπάρχον πολιτικό σύστημα και να επιβάλει μια νέα πραγματικότητα.
Και εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα σύνδεση με τη σημερινή Ευρώπη.
Η AfD στη Γερμανία, η Εθνική Συσπείρωση στη Γαλλία, το FPÖ στην Αυστρία και άλλες δυνάμεις της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνο με την οικονομική κρίση ή τη μετανάστευση. Ένα μέρος της δύναμής τους βρίσκεται στην ικανότητά τους να παρουσιάζονται ως γνήσια αντισυστημικές δυνάμεις, απέναντι σε κόμματα εξουσίας που συχνά θεωρούνται από τους ψηφοφόρους προβλέψιμα, συμβιβασμένα ή αποκομμένα από την κοινωνική πραγματικότητα.
Το ακόμη πιο επικίνδυνο είναι ότι η άνοδος της Ακροδεξιάς επηρεάζει και τους αντιπάλους της.
Όταν τα παραδοσιακά κόμματα αρχίζουν να υιοθετούν τη γλώσσα της Ακροδεξιάς για να ανακόψουν την άνοδό της, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο από το επιδιωκόμενο: η Ακροδεξιά δεν χρειάζεται να κερδίσει όλο το εκλογικό σώμα. Αρκεί να κάνει όλους τους άλλους να μετακινηθούν προς το δικό της γήπεδο.
Αυτό είναι το πραγματικά επίκαιρο μήνυμα του Der Rückfall.
Δεν μπορούσε να πούμε ότι η Ευρώπη του 2026 μοιάζει με τη Γερμανία του 1930. Δεν μοιάζουν. Χρειάζεται όμως να θυμόμαστε πώς λειτουργεί η πολιτική κανονικοποίηση.
Ο ναζισμός δεν έγινε αποδεκτός επειδή ένα πρωί εκατομμύρια άνθρωποι αποφάσισαν ξαφνικά να γίνουν Ναζί. Η διαδικασία ήταν σταδιακή. Ένα κόμμα που βρισκόταν στο περιθώριο έγινε υπολογίσιμο. Η ακραία ρητορική έγινε πολιτικό εργαλείο. Η οργή απέκτησε κομματική έκφραση. Και η δημοκρατική διαδικασία αποδείχθηκε ανίκανη να αντιληφθεί εγκαίρως ότι το έδαφος είχε ήδη φύγει κάτω από τα πόδια της.
Αυτό είναι το πραγματικό καμπανάκι του Der Rückfall: οι δημοκρατίες δεν κινδυνεύουν μόνο όταν οι ακραίοι φτάνουν να διεκδικούν την εξουσία. Κινδυνεύουν πολύ νωρίτερα, όταν η κοινωνία συνηθίζει τόσο πολύ την παρουσία τους ώστε παύει να τους θεωρεί ακραίους. Γιατί τότε η Ακροδεξιά μπορεί να μην έχει ακόμη κάνει κατάληψη στο κράτος, αλλά έχει αρχίσει να καταλαμβάνει κάτι εξίσου κρίσιμο: τη γλώσσα, τα όρια και τους όρους με τους οποίους η δημοκρατία συζητά το μέλλον της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου