Η πρόσφατη εμπλοκή στις δορυφορικές επικοινωνίες της Ουκρανίας εξαιτίας των περιορισμών στο σύστημα Starshield αναδεικνύει τους κινδύνους της εξάρτησης από ιδιωτικούς παρόχους. Το ΓΕΕΘΑ, διαβλέποντας τις ανατροπές στο σύγχρονο πεδίο μάχης, επιταχύνει το πρόγραμμα δορυφορικής αυτονομίας για την πλήρη θωράκιση της Ελλάδας.
του Χρήστου Μαζανίτη
Στο σύγχρονο θέατρο επιχειρήσεων της Ουκρανίας, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα ναυτικά drones και τα αυτόνομα συστήματα ξηράς αποτελούν την πρώτη γραμμή κρούσης και το κύριο μέσο συλλογής πληροφοριών. Η αποτελεσματικότητα αυτών των συστημάτων εξαρτάται απόλυτα από την αδιάλειπτη, υψηλής ταχύτητας και ασφαλή μετάδοση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο. Χωρίς αξιόπιστη δορυφορική διασύνδεση, ακόμη και τα πιο εξελιγμένα μη επανδρωμένα μέσα μετατρέπονται σε τυφλά και ανίσχυρα εργαλεία.
Το Starshield, η εξειδικευμένη στρατιωτική έκδοση της υπηρεσίας Starlink της SpaceX, σχεδιάστηκε από την αμερικανική εταιρεία για να προσφέρει ακριβώς αυτή την επιχειρησιακή υπεροχή στις ένοπλες δυνάμεις. Σε αντίθεση με την εμπορική έκδοση, το Starshield διαθέτει ενισχυμένα πρωτόκολλα κρυπτογράφησης στρατιωτικού επιπέδου, αυξημένη αντοχή σε ηλεκτρονικές παρεμβολές (jamming) από εχθρικά συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, καθώς και δυνατότητες απευθείας διασύνδεσης με αισθητήρες παρατήρησης γης και τακτικά δίκτυα μάχης. Αποτελεί ουσιαστικά τη ραχοκοκαλιά των τακτικών επικοινωνιών και της στοχοποίησης για τις ουκρανικές δυνάμεις.
Ωστόσο, η μη διαθεσιμότητα ή οι γεωγραφικοί και πολιτικοί περιορισμοί στη χρήση του Starshield από τις ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στον συντονισμό των drones. Σε κρίσιμες στιγμές των επιχειρήσεων, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχασαν τη δυνατότητα μετάδοσης εικόνας υψηλής ανάλυσης και καθοδήγησης σε βάθος πίσω από τις εχθρικές γραμμές. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε ακυρώσεις αποστολών, απώλεια πολύτιμου εξοπλισμού και καθυστερήσεις στην προσβολή στόχων υψηλής σημασίας, επιβεβαιώνοντας τον θεμελιώδη κανόνα των σύγχρονων στρατιωτικών επιχειρήσεων: όποιος δεν ελέγχει τα δικά του μέσα επικοινωνίας στο Διάστημα, παραμένει ευάλωτος στις διαθέσεις και τις αποφάσεις τρίτων.
Ο Eλληνικός σχεδιασμός
Στο ελληνικό Πεντάγωνο, οι εξελίξεις αυτές στο ανατολικό μέτωπο δεν πέρασαν απαρατήρητες. Η ηγεσία του ΓΕΕΘΑ, σε απόλυτο συντονισμό με το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, έχει θέσει σε τροχιά υλοποίησης ένα φιλόδοξο πρόγραμμα δορυφορικής κυριαρχίας. Η Ελλάδα αντιλαμβάνεται πλέον το Διάστημα ως τον πέμπτο επιχειρησιακό τομέα πολέμου, δίπλα στη Ξηρά, τη Θάλασσα, τον Αέρα και τον Κυβερνοχώρο.
Το εθνικό σχέδιο περιλαμβάνει την εκτόξευση ενός αστερισμού στρατιωτικών μικροδορυφόρων, σχεδιασμένων να καλύπτουν τις αυξανόμενες ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων σε επιτήρηση, συλλογή πληροφοριών, έγκαιρη προειδοποίηση και ασφαλείς τηλεπικοινωνίες. Ο σχεδιασμός προβλέπει την τοποθέτηση σε χαμηλή τροχιά (LEO – Low Earth Orbit) δορυφόρων παρατήρησης γης, εξοπλισμένων με αισθητήρες ραντάρ συνθετικού διαφράγματος (SAR) καθώς και οπτικούς αισθητήρες υψηλής ανάλυσης.
Η τεχνολογία SAR είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς επιτρέπει τη λήψη καθαρών εικόνων ημέρα και νύχτα, ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών, νεφοκάλυψης ή τεχνητής προκάλυψης από τον αντίπαλο. Αυτό προσφέρει στο Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας, το Αρχηγείο Στόλου και το ΓΕΕΘΑ μια συνεχή, αποκαλυπτική εικόνα του Αιγαίου, της Ανατολικής Μεσογείου και των συνόρων στον Έβρο σε πραγματικό χρόνο.
Παράλληλα, το πρόγραμμα περιλαμβάνει την ανάπτυξη τηλεπικοινωνιακών μικροδορυφόρων, οι οποίοι θα εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη και κρυπτογραφημένη μεταφορά δεδομένων μεταξύ των μονάδων επιφανείας και υποβρυχίων του Πολεμικού Ναυτικού, των μαχητικών της Πολεμικής Αεροπορίας, των σχηματισμών του Στρατού Ξηράς και των ελληνικών μη επανδρωμένων συστημάτων. Η στρατηγική αυτή επιλογή εγγυάται ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις θα διαθέτουν αυτόνομη δυνατότητα διοίκησης και ελέγχου (C4ISR) και δεν θα εξαρτώνται από ξένους ιδιωτικούς παρόχους σε περίοδο κρίσης ή σύρραξης.
Το εγχώριο οικοσύστημα
Η επίτευξη της εθνικής δορυφορικής αυτονομίας δεν είναι μόνο θέμα προμήθειας εξοπλισμού, αλλά απαιτεί τη συνδρομή και την ενεργό συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής και διαστημικής βιομηχανίας. Στον πυρήνα αυτής της προσπάθειας βρίσκεται η ελληνική εταιρεία Planetek Hellas, η οποία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη και την εδραίωση του ελληνικού διαστημικού οικοσυστήματος.
Με την πολυετή τεχνογνωσία της σε θέματα επεξεργασίας δορυφορικών δεδομένων, τηλεπισκόπησης και ανάπτυξης λογισμικού διαστημικών εφαρμογών, παρέχει τις τεχνολογικές υποδομές που απαιτούνται για τη διαχείριση, την ανάλυση και την ταχεία αξιοποίηση των πληροφοριών που συλλέγονται από την τροχιά. Η συνεισφορά της στην ανάπτυξη λογισμικού για σταθμούς εδάφους και κέντρα διοίκησης είναι καταλυτική για την ταχύτητα με την οποία οι πληροφορίες φτάνουν από το διάστημα στους επιχειρησιακούς διοικητές στο πεδίο.
Η δημιουργία και λειτουργία σύγχρονων Κέντρων Ελέγχου και Καθοδήγησης Δορυφόρων (C2) επί ελληνικού εδάφους επιτρέπει στις Ένοπλες Δυνάμεις να λαμβάνουν, να επεξεργάζονται και να διανέμουν σταδιοδρομικά δεδομένα με απόλυτη ασφάλεια, χωρίς τη μεσολάβηση ξένων υποδομών. Η στενή συνεργασία του ΓΕΕΘΑ με ελληνικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, δεν ενισχύει μόνο την επιχειρησιακή ετοιμότητα και την ανεξαρτησία της χώρας, αλλά παράλληλα δημιουργεί μια αυταρκή βιομηχανική βάση και εξειδικευμένες θέσεις εργασίας.
Η παρακαταθήκη που χτίζεται σήμερα στο Διάστημα αποτελεί την αόρατη αλλά ισχυρή ασπίδα της Ελλάδας. Η ταχεία προσαρμογή στα νέα δεδομένα του πολέμου και η επένδυση σε εθνικές δορυφορικές υποδομές εξασφαλίζουν ότι η χώρα θα διατηρήσει την αποτρεπτική της ισχύ και την τεχνολογική της υπεροχή απέναντι σε οποιαδήποτε πρόκληση του αύριο.
Για το ΓΕΕΘΑ, το διαστημικό πρόγραμμα δεν αποτελεί μια απλή τεχνολογική πολυτέλεια, αλλά θεμελιώδη στρατηγική προτεραιότητα και τον πέμπτο επιχειρησιακό πυλώνα της εθνικής άμυνας, δίπλα στη Ξηρά, τη Θάλασσα, τον Αέρα και τον Κυβερνοχώρο. Η ίδρυση της Διεύθυνσης Διαστήματος στο Επιτελείο αποτυπώνει την απόφαση της στρατιωτικής ηγεσίας να προσαρμόσει τις Ένοπλες Δυνάμεις στις απαιτήσεις του υπερ-δικτυωμένου πεδίου μάχης.
Η επίτευξη πλήρους τηλεπικοινωνιακής αυτονομίας είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση και την αποτελεσματικότητα των ελληνικών δυνάμεων. Σε περιόδους κρίσης ή πολεμικής σύρραξης, η εξάρτηση από ξένα εμπορικά δίκτυα ή συμμαχικές υποδομές ενέχει τον κίνδυνο αιφνίδιας διακοπής, γεωγραφικών περιορισμών ή ηλεκτρονικών παρεμβολών. Με την ανάπτυξη αυτόνομων εθνικών δορυφορικών αστερισμών (όπως το πρόγραμμα HELLAS-SPACE), το ΓΕΕΘΑ εξασφαλίζει αδιάλειπτη, κρυπτογραφημένη και ανθεκτική ροή δεδομένων υψηλής ταχύτητας.
Αυτή η αυτόνομη δορυφορική ομπρέλα εγγυάται τη συνεχή διοίκηση και έλεγχο (C4ISR), συνδέοντας σε πραγματικό χρόνο τα μαχητικά Viper και Rafale, τις φρεγάτες Belharra, τα υποβρύχια, τα τάγματα ξηράς και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Παράλληλα, η αυτόνομη δορυφορική επιτήρηση (με αισθητήρες SAR και οπτικά συστήματα) παρέχει ταχεία στοχοποίηση και πλήρη εικόνα σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, απαλλαγμένη από εξωτερικές πιέσεις.
Εν τέλει, η διαστημική αυτονομία συνιστά την απόλυτη δικλείδα ασφαλείας για την εθνική κυριαρχία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου