Περίπου 400.000 νοικοκυριά στην Ελλάδα βρέθηκαν το 2023 αντιμέτωπα με καταστροφικές δαπάνες υγείας, δηλαδή θυσίασαν αναγκαίες δαπάνες επιβίωσης προκειμένου να καλύψουν κόστη για φάρμακα και υπηρεσίες υγείας. Την ίδια στιγμή το 63% αυτών των νοικοκυριών ανήκει στο φτωχότερο εισοδηματικό επίπεδο του πληθυσμού. Επίσης οι ιδιωτικές πληρωμές των ασθενών για φάρμακα σχεδόν διπλασιάστηκαν μέσα σε δώδεκα χρόνια, φτάνοντας από τα 416 εκατ. ευρώ το 2012 στα εκτιμώμενα 810 εκατ. ευρώ το 2024.
Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν τη μεγάλη οικονομική πίεση που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι πολίτες στην προσπάθειά τους να καλύψουν τις ανάγκες υγείας τους, ακόμη και όταν πρόκειται για αναγκαίες θεραπείες και υπηρεσίες. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο για τους χρονίως πάσχοντες, οι οποίοι καλούνται να καλύψουν όχι μόνο τις συμμετοχές σε φάρμακα και εξετάσεις, αλλά και ένα ευρύτερο σύνολο εξόδων, από τις μετακινήσεις και τη διατροφική υποστήριξη έως την ψυχολογική φροντίδα.
Η οικονομική επιβάρυνση των ασθενών και η ανάγκη ενίσχυσης της προστασίας τους βρέθηκαν στο επίκεντρο του 15ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ασθενών, που διοργάνωσε η Ένωση Ασθενών Ελλάδας στις 30 και 31 Οκτωβρίου στην Αθήνα, υπό την αιγίδα του υπουργείου Υγείας. Με κεντρικό θέμα «Πρόσβαση, Ποιότητα, Ισότητα, Βιωσιμότητα: Οι προτεραιότητες των Ασθενών για το Εθνικό Σύστημα Υγείας», περισσότεροι από 240 συμμετέχοντες συζήτησαν τις αδυναμίες του συστήματος και τις αλλαγές που απαιτούνται, με τη μείωση των ιδιωτικών δαπανών να αναδεικνύεται σε βασικό αίτημα.
Το κόστος της ασθένειας εξαντλεί τα εισοδήματα
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία που παρουσίασε ο καθηγητής Κοινωνιολογίας και Πολιτικής Υγείας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Χαράλαμπος Οικονόμου, επικαλούμενος μελέτη για λογαριασμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Σύμφωνα με αυτά, το 2023 περίπου 400.000 νοικοκυριά, δηλαδή το 9,5% του συνόλου, αντιμετώπισαν καταστροφτικές δαπάνες υγείας. Ο ίδιος έθεσε στο τραπέζι την ανάγκη επανεξέτασης των συμμετοχών των ασθενών, αλλά και τη θέσπιση ανώτατων ορίων οικονομικής επιβάρυνσης, προκειμένου οι αναγκαίες υπηρεσίες υγείας να μην οδηγούν σε οικονομική εξάντληση των νοικοκυριών.
Στην ίδια κατεύθυνση, ο Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, επισήμανε ότι οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας στην Ελλάδα παραμένουν υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η γήρανση του πληθυσμού και η ανάπτυξη νέων, συχνά δαπανηρών, θεραπειών θα εντείνουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες τα επόμενα χρόνια. Ως κρίσιμες προτεραιότητες ανέδειξε την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων, την ενίσχυση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και τη μεγαλύτερη χρήση γενοσήμων.
Σχεδόν διπλάσια η ιδιωτική δαπάνη για φάρμακα
Τη διαρκώς αυξανόμενη συμμετοχή των ασθενών στο κόστος της φαρμακευτικής περίθαλψης ανέδειξε ο Αντώνης Καρόκης, διευθυντής Εταιρικών Υποθέσεων της MSD. Όπως ανέφερε, οι ιδιωτικές πληρωμές για φάρμακα αυξήθηκαν από 416 εκατ. ευρώ το 2012 σε περίπου 810 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας σχεδόν διπλασιασμό.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, πρότεινε δύο εναλλακτικές παρεμβάσεις για τους ασθενείς που πάσχουν από δύο ή περισσότερα χρόνια νοσήματα: τη μείωση της συμμετοχής τους στο 10%, με εκτιμώμενο ετήσιο κόστος 120 εκατ. ευρώ, ή την καθιέρωση ανώτατου ετήσιου ορίου συμμετοχής στα 250 ευρώ, με εκτιμώμενο κόστος 160 εκατ. ευρώ.
Ως πρώτο βήμα πρότεινε τη μείωση των ποσοστών συμμετοχής και, στη συνέχεια, την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, ώστε να εξεταστεί η εφαρμογή ενός ετήσιου πλαφόν. Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους ασθενείς με πολλαπλά χρόνια νοσήματα, οι οποίοι έχουν σταθερές και επαναλαμβανόμενες ανάγκες φαρμακευτικής αγωγής.
354 ευρώ τον μήνα για τους ασθενείς με Crohn και ελκώδη κολίτιδα
Το πραγματικό κόστος της χρόνιας νόσου αποτυπώνεται και σε προκαταρκτικά ευρήματα μελέτης για ασθενείς με νόσο Crohn και ελκώδη κολίτιδα, τα οποία παρουσίασε ο Γιώργος Γουρζουλίδης, επισκέπτης διδάσκων στην αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 97% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι πραγματοποιεί ιδιωτικές δαπάνες για την υγεία του, με το μέσο μηνιαίο κόστος να ανέρχεται σε 354 ευρώ. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι τέσσερις στους δέκα δαπανούν πάνω από το 25% του εισοδήματός τους για ανάγκες που σχετίζονται με την ασθένειά τους.
Οι δαπάνες αυτές δεν περιορίζονται στις συμμετοχές για φάρμακα και διαγνωστικές εξετάσεις. Περιλαμβάνουν υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης, διατροφική συμβουλευτική και έξοδα μετακίνησης, ενώ στην οικονομική επιβάρυνση προστίθενται η απώλεια παραγωγικότητας και οι ανάγκες φροντίδας από το οικογενειακό περιβάλλον.
Την ευρύτερη διάσταση του προβλήματος υπογράμμισε η πρόεδρος της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας, Μέμη Τσεκούρα, επισημαίνοντας ότι η οικονομική πίεση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στη διακοπή θεραπειών. Όπως ανέφερε, ακόμη και μια δωρεάν προληπτική εξέταση μπορεί να καταστεί απρόσιτη για έναν ασθενή που πρέπει να καλύψει το κόστος μετακίνησης για να φτάσει στη δομή υγείας.
Η ίδια ζήτησε ουσιαστική μείωση των συμμετοχών και στοχευμένα μέτρα για τους οικονομικά ευάλωτους ασθενείς, τονίζοντας ότι η αποτίμηση του κόστους της ασθένειας πρέπει να περιλαμβάνει τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες δαπάνες. Στο πλαίσιο αυτό, ανακοίνωσε την προώθηση μελέτης για την καταγραφή των πραγματικών ιδιωτικών δαπανών των ασθενών, σε συνεργασία με το Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Στο τραπέζι η αναθεώρηση των παροχών του ΕΟΠΥΥ
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά η αναθεώρηση του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας (ΕΚΠΥ), την οποία ανακοίνωσε ο διοικητής του ΕΟΠΥΥ, Αθανάσιος Ζαμάνης. Όπως γνωστοποίησε, η επεξεργασία του νέου κανονισμού βρίσκεται σε εξέλιξη, με στόχο να ολοκληρωθεί εντός Νοεμβρίου 2026, ενώ στη διαδικασία θα συμμετάσχει και η Ένωση Ασθενών Ελλάδας.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η επανεξέταση των συμμετοχών και των παροχών του Οργανισμού, μεταξύ άλλων για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, καθώς και η κάλυψη των αναγκών ασθενών που αναγκάζονται να μεταβούν στο εξωτερικό για θεραπεία. Πρόκειται για μια διαδικασία που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η αναθεώρηση των παροχών μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για την αντιμετώπιση χρόνιων κενών στην ασφαλιστική κάλυψη.
Οι γεωγραφικές ανισότητες αυξάνουν τον λογαριασμό
Η οικονομική επιβάρυνση, ωστόσο, δεν προκύπτει μόνο από τις συμμετοχές σε φάρμακα και υπηρεσίες. Σε αρκετές περιοχές της χώρας, η έλλειψη προσωπικού, οι περιορισμένες διαγνωστικές δυνατότητες και οι μεγάλες αποστάσεις αναγκάζουν τους ασθενείς να αναζητούν φροντίδα στον ιδιωτικό τομέα ή να μετακινούνται σε άλλες πόλεις, επιβαρυνόμενοι με πρόσθετα έξοδα.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Χίου, όπως την περιέγραψε ο Σταμάτης Κλουμάσης, πρόεδρος του Σωματείου Σκλήρυνσης κατά Πλάκας Χίου. Η υποστελέχωση του τοπικού νοσοκομείου περιορίζει τη δυνατότητα αξιοποίησης του διαθέσιμου αξονικού και μαγνητικού τομογράφου, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να καταφεύγουν σε ιδιωτικές υπηρεσίες ή να αναγκάζονται να μετακινηθούν εκτός νησιού.
Αντίστοιχα, η Εύη Ορφανού, μέλος του Δ.Σ. της ΕΝΑΣΕΛ και πρόεδρος του Συλλόγου Καρκινοπαθών και Σπανίων Παθήσεων Νομού Έβρου «Μαζί για Ζωή», ανέδειξε τις σοβαρές ελλείψεις βασικών ιατρικών ειδικοτήτων στο Νοσοκομείο Διδυμοτείχου. Οι ελλείψεις αυτές καταδεικνύουν ότι η ισότιμη πρόσβαση δεν εξαρτάται μόνο από το αν υπάρχει μια δημόσια δομή σε μια περιοχή, αλλά και από το αν αυτή διαθέτει το προσωπικό και τις υποδομές για να εξυπηρετήσει πραγματικά τους ασθενείς.
Στο ίδιο πλαίσιο, η διοικήτρια της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής, Όλγα Μπαλαούρα, ανέφερε ότι περίπου το 80% των περιστατικών που προσέρχονται στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών των νοσοκομείων της Αττικής δεν χαρακτηρίζονται επείγοντα, αναδεικνύοντας την ανάγκη ενίσχυσης της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η πρόσβαση, αλλά και η οικονομική προστασία
Το βασικό μήνυμα του 15ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ασθενών είναι ότι η πρόσβαση στο σύστημα υγείας δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο με βάση τη διαθεσιμότητα των δομών, των φαρμάκων και των εξετάσεων. Πρέπει να εξετάζεται και το πραγματικό κόστος που καλείται να καταβάλει ο πολίτης για να λάβει τη φροντίδα που χρειάζεται.
Η μείωση των συμμετοχών, η θέσπιση ανώτατων ορίων επιβάρυνσης, η αναθεώρηση των παροχών του ΕΟΠΥΥ και η καταγραφή των άμεσων και έμμεσων δαπανών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για ένα σύστημα υγείας που δεν θα μεταφέρει δυσανάλογο βάρος στα νοικοκυριά.
Για τους ασθενείς, άλλωστε, η οικονομική προστασία δεν είναι μια συμπληρωματική παροχή ούτε ένα ζήτημα λογιστικής διαχείρισης. Είναι ουσιαστική προϋπόθεση για να μπορούν να ακολουθούν απρόσκοπτα τη θεραπεία τους, χωρίς η ίδια η ασθένεια να μετατρέπεται σε παράγοντα οικονομικής εξάντλησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου