Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016
Ζήλια, ο κακός λύκος
Ο έρωτας σε τυφλώνει και μερικές φορές σε αρρωσταίνει. Ο καταστροφικός του συνδυασμός είναι με παραισθησιογόνες ουσίες, που μπερδεύουν την ήδη μπερδεμένη πραγματικότητα σου.
Γράφει η Έλενα Φάκου.
Πήγαινα στην Δευτέρα γυμνασίου. Έτρωγα με μια φίλη μου σε ένα fast food όταν άρχισαν να πέφτουν στο κεφάλι μου πατάτες. Κοίταξα πάνω και είδα μια παρέα με αγόρια να κάνουν φλέρτ με αυτόν τον αστείο, εφηβικό τρόπο, χοντροκομμένο μεν, χαριτωμένο δε. Του είπα δυνατά : «Για έλα κάτω αν έχεις κότσια». Κατέβηκε.
‘Ηταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα. Ήρθε, κάθισε στο τραπέζι μας, συστήθηκε και άρχισε να τρώει το φαγητό μου. Χαιρόμουν που τον έβλεπα να τρώει. Αυτός έτρωγε, εγώ χόρταινα. Ήταν ένας περίεργος τύπος. Είχε ένα μηχανάκι που μονίμως το έβαζε μπρός τσουλώντας το στην κατηφόρα, λιγομίλητος, κλειστός χαρακτήρας και πολύ στριφνός. Αφού έφαγε το φαγητό μου, πήγαμε όλοι μαζί στην πλατεία και καθίσαμε να γνωριστούμε καλύτερα. Φορούσε συνέχεια την κουκούλα του, δε μιλούσε πολύ και έπινε ένα κουτάκι μπύρα.
Τα χρόνια περνούσαν, τελειώσαμε το γυμνάσιο,πήγαμε στην πρώτη λυκείου, στη δευτέρα, στην τρίτη, κι εγώ ήμουν ακόμα ερωτευμένη μαζί του. Εκείνος ερχόταν όπου βρισκόμουν, καθόταν μαζί μου, με ρώταγε τι κάνω, παίζαμε ηλεκτρονικά και μπιλιάρδο, αλλά ποτέ ούτε του είχα πει τι ένιωθα, ούτε κι εκείνος είχε εκδηλώσει κάτι. Δεν είχε κοπέλα όλα αυτά τα χρόνια. Κι όμως άρεσε σε όλες. Τέσσερα σχολεία ήμασταν, όλες οι γκόμενες κολλημένες με την πάρτη του. Εκείνος στον κόσμο του.
Όταν τελειώσαμε το σχολείο, χάθηκα για λίγο καιρό. Πήγα κάποια ταξίδια, είχα περάσει στο Πανεπιστήμιο, είχα πιάσει πλέον δουλειά, η παρέα του σχολείου είχε σπάσει σε μεγάλο βαθμό. Μια νύχτα του Σεπτεμβρίου του 2002 , γύρισα στα παλιά μου λημέρια. Είχα αλλάξει..Δεν ήμουν πλέον μαθήτρια. Είχα βάψει τα μαλλιά μου, είχα αλλάξει στυλ, είχα μεγαλώσει πια. Ήμουν κοπέλα. Μπήκα στο μαγαζί που ήταν το στέκι μας στην περιοχή. Κάθισα σε έναν καναπέ με την παρέα μου, κι απέναντι τον είδα.
Τίποτα δεν είχε αλλάξει μέσα μου. Ήμουν ακόμα πιο ερωτευμένη τόσα χρόνια μετά. Ποτέ δεν είχα πάψει να είμαι τελικά. Όπως τον είδα έτσι ξαφνικά, ένιωσα αυτό το σφίξιμο που σε πιάνει κάπου στο στομάχι και στην καρδιά, που χάνεις λίγο τη μπάλα.Είχε ομορφύνει ακόμα περισσότερο. Είχε γίνει πια κι αυτός άντρας. Ήταν ψηλός, μελαχρινός , με πολύ ωραίο στυλ, αλλά είχε ακόμα στο βλέμμα του αυτό το απόκοσμο, που είχε ανέκαθεν. Ξαφνικά σηκώθηκε από το τραπέζι του, ήρθε δίπλα μου, κάθισε, μιλήσαμε, τα βρήκαμε, και από εκείνη τη μέρα ήμασταν μαζί. Μου εξομολογήθηκε με τον καιρό, ότι από τότε που μου πέταγε πατάτες με είχε ερωτευτεί, αλλά δεν τολμούσε να κάνει το πρώτο βήμα. Του απάντησα το ίδιο.
‘Ήμασταν μαζί πάνω από ένα χρόνο. Περνούσαμε τέλεια. Τον αγαπούσα και με αγαπούσε πολύ. Τον πρώτο καιρό, δεν είχαμε ιδιαίτερα προβλήματα στη σχέση μας. Αγαπούσα τις αναποδιές του, ανεχότανε τη δουλειά μου. Πόσες νύχτες ξενύχταγε στα μαγαζιά που δούλευα, για να με βλέπει έστω κι αν εγώ έπρεπε να είμαι απασχολημένη. Άρχισε ύστερα από το χρόνο να παθιάζεται τόσο πολύ που κάποια πράγματα που έκανα, άρχιζαν να τον ενοχλούν. Δεν ήθελε να βγαίνω χωρίς αυτόν, δεν ήθελε πια να δουλεύω νύχτα, στράβωνε όταν μιλούσα με άλλους, με ακολουθούσε όταν του έλεγα ότι θα βγώ με τις φίλες μου και τον έβλεπα ξαφνικά μπροστά μου, γενικά τον έβλεπα ότι πιεζόταν χωρίς λόγο.
Του εξηγούσα, πως είμαι πολύ πιστή και δεν υπήρχε λόγος να αγχώνεται. Εκείνος δεν μπορούσε να το ελέγξει. Έψαχνε το κινητό μου, παραφύλαγε στις γωνίες του σπιτιού μου να δει αν μπήκα ή αν βγήκα, έκανε φασαρία όταν έπρεπε να πάω έστω και για επαγγελματικό ραντεβού, είχα τρελαθεί. Προσπαθούσα να του εξηγήσω πως αυτό που κάνει, σκοτώνει τη σχέση μας. Εκείνος δεν έπαιρνε χαμπάρι. Μια νύχτα, που εγώ ήμουν σπίτι, έπιασε το κινητό ενός κοινού μας φίλου , κι επειδή μέσα είδε μερικά μηνύματά μου εντελώς φιλικά κι αθώα, εξοργίστηκε, κι έπεσε ένα ιστορικό ξύλο μέσα στο bar που βρίσκονταν οι δυο τους.
Νόμιζα πως είχε τρελαθεί κατά κάποιον τρόπο και με στεναχωρούσε αυτό. Είχε φτάσει σε ακρότητες. Μου έκανε δώρο ένα φόρεμα το οποίο θεωρούσε ότι με έκανε πολύ σέξι, κι όταν το φόρεσα από τη χαρά μου σε μια εκδήλωση που θα πήγαινα χωρίς εκείνον, την επόμενη μέρα, ήρθε στο σπίτι μου και το έκανε χίλια κομμάτια. Έβλεπα πως η κατάσταση ξέφευγε. Με ζωγράφιζε σαν άγγελο πάνω σε σύννεφα και τον εαυτό του από κάτω να κάθεται και να μου προσφέρει ένα λουλούδι, μου έγραφε γράμματα, ερχόταν μαζί μου μέχρι και στο Πανεπιστήμιο όταν έδινα μαθήματα στις εξεταστικές και στην αισθητικό μου όταν έκανα μανικιούρ και πεντικιούρ. Ακόμα τον αγαπούσα, αλλά είχα κουραστεί τόσο μα τόσο πολύ.
Τα πράγματα γίνονταν μέρα με τη μέρα όλο και χειρότερα. Δεν είχα ξανανιώσει τόση καταπίεση ποτέ στη ζωή μου και δεν την άντεχα. Αφού είχε καταφέρει να τσακωθεί με όλους τους φίλους και με όλες μου τις φίλες, μου έλεγε πώς δεν έχουμε ανάγκη κανέναν , αφού έχουμε ο ένας τον άλλον. Του εξηγούσα ότι ζούμε σε μια κοινωνία και όχι στη «Γαλάζια Λίμνη». Τίποτα.
Με τον καιρό συνειδητοποίησα πως δεν πάει άλλο αυτό το πράγμα. Του ζήτησα να χωρίσουμε. Αφήνιασε. Δεν είχα ξαναδεί άνθρωπο σε τέτοια κρίση. Χτυπιόταν, έκλαιγε, με παρακαλούσε μες το δρόμο φωνάζοντας και σερνόταν στα πεζοδρόμια. Μου είπεβπως «εγώ δε χωρίζω μαζί σου, εσύ αν θες χώρισε. Για να ισχύει ένας χωρισμός πρέπει να συμφωνούν και οι δυο». Του απάντησα, πως για να ισχύει κάτι τέτοιο, πρέπει να υπάρχει γάμος και νομική δέσμευση, ώστε για να λήξει ο γάμος να πρέπει να πέσουν υπογραφές στο διαζύγιο και από τις δυο πλευρές. Εκείνος ανένδοτος. Του είπα ότι θέλω να χωρίσομε γιατί μου έχει κάνει την καθημερινότητα κόλαση.
… Ήρθε εκείνη η Πανσέληνος που δε θα ξεχάσω ποτέ. Είχαμε ανέβει όλη η παρέα στο βουνό, να χαζέψουμε το φεγγάρι, είχαμε ανοίξει τα αυτοκίνητα με μουσική, άλλοι πίνανε μπύρες, άλλοι κουβεντιάζανε, άλλοι παίζανε κρυφτό και κυνηγητό μέσα στα δέντρα. Τον βλέπω να έρχεται με τη μηχανή. Κατεβαίνει κι έρχεται δίπλα μου.
Καθόμουν με έναν κοινό μας φίλο και του έλεγα ακριβώς τον πόνο μου για τον πρώην μου. Όταν μας είδε μαζί, έπαθε αμόκ. Του είπαμε να καθίσει μαζί μας κι ότι δεν έτρεχε τίποτα μεταξύ εμού και του κολλητού του. Αυτός ήταν σίγουρος πως τον είχα χωρίσει για τον άλλον. Άρχισε ένας καυγάς άνευ προηγουμένου. Μπήκαν όλοι στη μέση να μας χωρίσουν. Τελικά τον τραβήξανε πιο πέρα οι δικοί του και κάπως ηρέμησαν τα πράγματα. Είχαμε χωριστεί σε δυο στρατόπεδα. Οι δικοί μου και οι δικοί του, οι οποίοι είχαν χωριστεί έτσι χωρίς λόγο και το ξέραμε όλοι εκτός από εκείνον.
Τον είδα να ρίχνει μια σταγόνα από ένα μπουκαλάκι στο στόμα του. Μετά αφού του είπε κάποιος από την παρέα του κάτι, έριξε και από μια σταγόνα στο κάθε του μάτι. Φρίκαρα. Λέω τι στο καλό κάνει ; Τρέχω προς το μέρος του και τον ρωτάω τι ήταν αυτό, δεν βάζουμε κολλύριο στο στόμα μας. Μου είπε πως ήταν υγρό LSD. Λέω πάει.
Τον έπιασα από το χέρι και του είπα να περάσουμε μαζί τη νύχτα για να τον προσέχω. Δεν είχε ξαναπάρει ποτέ του drugs και με τη μια έριξε μέσα στον οργανισμό του τόσο πολύ παραισθησιογόνο. Όσο ήμασταν μαζί και μπορούσε ακόμη να συνεννοηθεί, όλα πήγαιναν σχεδόν καλά. Μου έλεγε τα γνωστά, πως δε μπορεί να αντέξει το χωρισμό, πως δε μπορεί χωρίς εμένα, πως θα αυτοκτονήσει αν δεν ξανά είμαστε μαζί κι εγώ που πραγματικά τον αγαπούσα, του είπα, πως σε όλα αυτά είμαι θετική, αρκεί να μου δείξει λίγη εμπιστοσύνη. Είναι πολύ καχύποπτος και δηλητηριάζει τη σχέση μας.
Ξαφνικά, ο Μάρκος άλλαξε. Τα μάτια του πήραν μια άγρια έκφραση, άστραψαν , άρχισε να γρυλίζει σαν αγρίμι, και το σώμα του σιγά σιγά άρχισε να παίρνει το σχήμα ενός τετράποδου ζώου. Φοβήθηκα και φώναξα τους άλλους. Ο Μάρκος είχε αρχίσει να γίνεται λύκος. Έπεσε στα 4 και σήκωσε το κεφάλι του ψηλά στον αέρα, και ούρλιαξε σαν άγριο ζώο. Όλοι μείναμε άναυδοι. Μας γρύλιζε δείχνοντας μας τα δόντια του, ήταν επιθετικός και ούρλιαζε με κάτι κραυγές που σε έκαναν να ανατριχιάζεις και να φοβάσαι με το θέαμα που αντίκριζες. Κανείς δε μπορούσε να τον κάνει καλά. Είχε πάρει τόσο παραισθησιογόνο που είχε χάσει την επαφή με την πραγματικότητα. Εκείνο το βράδυ, χωρίς κανένας να μπορέσει να τον σταματήσει, έφυγε τρέχοντας με τα τέσσερα και χάθηκε μέσα στο βουνό.
Ψάξαμε, τίποτα. Την επόμενη μέρα, αφού ενημερώσαμε τους γονείς του κι εκείνοι τους αρμόδιους, άρχισε η έρευνα στο βουνό. Τον βρήκαν μετά από μια μέρα. Είχε λουφάξει σε ένα πέτρινο ερειπωμένο σπιτάκι λίγο πριν τις κεραίες της κορυφής του Υμηττού, κοντά στα ραντάρ, χωρίς νερό και τροφή για 2 εικοσιτετράωρα, αλλά το μυαλό του ήταν ακόμα αλλού. Με αρκετή δυσκολία, μεταφέρθηκε σε μια ψυχιατρική κλινική, όπου και παρέμεινε στην απομόνωση για αρκετούς μήνες. Το μυαλό του είχε ξεφύγει τόσο πολύ που πρώτα έπρεπε να εξουδετερωθεί η επήρεια του LSD και μετά να αναλάβουν την αποθεραπεία του με ψυχοφάρμακα και ψυχοθεραπεία.
Μερικούς μήνες μετά, πήγα απρόσκλητη να τον δω σε ένα επισκεπτήριο της κλινικής. Τον είδα από το πλατύσκαλο πριν την πίσω αυλή που έβγαιναν οι τρόφιμοι, να κάθεται σε ένα πεζούλι με τη μητέρα του και να κοιτάει κάποιους άλλους που έπαιζαν μπάσκετ. Οι γιατροί μου είχαν πει πως ισχυρίζεται ότι δεν αναγνωρίζει κανέναν ακόμα. Τον είδα από μακριά. Τον κοιτούσα πολύ ώρα. Κάποια στιγμή, το βλέμμα του έπεσε πάνω μου. Ήταν ένα βλέμμα μπουκωμένο από ψυχοφάρμακα, ήταν χαμένος, απεριποίητος και ήσυχος σαν ένα μικρό μαλωμένο παιδάκι. Σταμάτησε καρφώνοντας το βλέμμα του πάνω μου. Η μητέρα του ξαφνιάστηκε και γύρισε κι εκείνη το βλέμμα της πίσω. Με είδε. Δεν νομίζω πως ευχαριστήθηκε και ιδιαίτερα που με είδε εκεί. Ο κοινός μας φίλος που με συνόδευε, μου είπε να παμε να φύγουμε. Μάλλον μπελάδες θα προκαλούσε η παρουσία μου. Συμφώνησα και έτρεξα ανεπαίσθητα προς την καγκελόπορτα. Ζήτησα να μου ανοίξουν την πόρτα. Έτρεξα έξω. Ήθελα να ξεχάσω αυτό που είδα εκεί μέσα. Δεν ξέρω ποιο απ’ όλα ήταν χειρότερο. Η αρρωστημένη ζήλια του; Η μεταμόρφωσή του από το τριπάκι; Ή αυτός ο ψυχασθενής που είδα εκεί μέσα;
Ύστερα από ένα χρόνο, έμαθα πως ο Μάρκος, από εκείνη τη μέρα που με ξαναείδε,άρχισε να επικοινωνεί σιγά σιγά με τους γιατρούς και την οικογένειά του. Σιγά σιγά αλλά σταθερά. Κατάφερε να βγει αργότερα από την κλινική και τελικώς να βρίσκεται σε μια απλή συντήρηση με τα κατάλληλα ψυχοφάρμακα. Μπορούσε πάλι να ζήσει και να εργαστεί. Οι δικοί του άνθρωποι τον έστειλαν για δουλειά σε μια χώρα του εξωτερικού για να εργαστεί σε μια εταιρεία που είχε ως αντικείμενο τα προγνωστικά του στοιχήματος.
Σήμερα, είναι καλά.
ΠΗΓΗ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
.
Δημοφιλείς αναρτήσεις
-
Γράφει ο Νικόλαος Παντελιός Λένε πως ζούμε μέρες ειρήνης. Κι όμως, οι νεκροί γύρω μας αυξάνονται. Άνθρωποι που ποτέ δεν επέστρεψαν στο σπί...
-
Αυτά αναφέρει η ιστοσελίδα digι 24.ro η οποία επικαλείται τις επίσημες ιατροδικαστικές έρευνες - Πρέσβης της Ελλάδας: «Δεν έχω καμία επίση...
-
Αν και αρχικά έκρινε ότι μπορεί να εκδοθεί διαβατήριο με ταυτότητα που έχει λήξει, τελικά το ΣτΕ ανέτρεψε την προηγούμενή του απόφαση.
-
ΟΔΗΓΟΣ ΦΟΡΤΗΓΟΥ ΤΡΑΒΑΕΙ ΒΙΝΤΕΟ... ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΠΟΥ ΤΟ ΟΔΗΓΑ ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΝΩ ΤΟΥ ΚΑΝΕΙ Η ΓΚΟΜΕΝΑ ΣΤΟΜΑΤΙΚΟ...
-
Ο υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ, παραδέχτηκε για πρώτη φορά επισήμως ότι το πρόγονο κράτος της Σοβιετικής Ρωσίας (δεν είχ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου