Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ


 Ευαγγελική περικοπή για την Κυριακή της Τυρινής

Ματθ. στ’ 14-21 14 14Eπειδή, αν συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα πταίσματά τους, θα συγχωρήσει και σε σας ο ουράνιος Πατέρας σας. 15Aν, όμως, δεν συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα πταίσματά τους, ούτε ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει σε σας τα πταίσματά σας.

16Kαι όταν νηστεύετε, να μη γίνεστε σαν τους υποκριτές, σκυθρωποί· επειδή, αφήνουν άπλυτα τα πρόσωπά τους, για να φανον στους ανθρώπους ότι νηστεύουν· σας διαβεβαιώνω ότι, έχουν ήδη τον μισθό τους. 17Eσύ, όμως, όταν νηστεύεις, λούσε το κεφάλι σου, και πλύνε το πρόσωπό σου· 18για να μη φανείς στους ανθρώπους ότι νηστεύεις, αλλά στον Πατέρα σου που είναι στον κρυφό χώρο· και ο Πατέρας σου που βλέπει στον κρυφό χώρο, θα σου ανταποδώσει στα φανερά. 19Mη θησαυρίζετε για τον εαυτό σας θησαυρούς επάνω στη γη, όπου το σκουλήκι και η σκουριά τούς αφανίζει, και όπου κλέφτες κάνουν διάρρηξη και κλέβουν· 20αλλά, να θησαυρίζετε στον εαυτό σας θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε σκουλήκι ούτε σκουριά τούς αφανίζουν, και όπου κλέφτες δεν κάνουν διάρρηξη ούτε κλέβουν. 21Eπειδή, όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας.

1. Αλληγορική αναδιήγηση

Εγώ, η ψυχή που κάποτε δίσταζε να κοιτάξει τον ουρανό, στέκομαι σήμερα μπροστά στον καθρέφτη του Κυρίου και βλέπω όχι το πρόσωπό μου, αλλά τη σκιά της καρδιάς μου. Κυριακή της Τυρινής. Ξημέρωσε η πύλη της νηστείας. Όχι μόνο του σώματος, αλλά της ψυχής. Και ο Λόγος, σαν πυρ που καίει το καλάμι της υποκρισίας, ήρθε πάλι να με καθαρίσει.

“Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς...” λέει ο Χριστός μου. Κι εγώ; Πού θησαύρισα; Πού έκρυψα την καρδιά μου όλα αυτά τα χρόνια; Σε βλέμματα ανθρώπων, σε λόγια που ξεχάστηκαν, σε φόβους που έγιναν συνήθεια, σε εγωισμούς που νόμιζα για αξιοπρέπεια. Η ψυχή μου έγινε αποθήκη για σκουριά και βρώση. Κι όμως, η φωνή Του είναι ελεήμων: “Θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ”. Αδελφέ μου, πόσες φορές ακόμα θα θάψουμε το χρυσάφι της αγάπης μέσα στη λάσπη της ματαιότητας;

Και μετά, το άλλο ρήμα – το ρήμα που γκρεμίζει και χτίζει μαζί: Συγχώρεση. “Ἐὰν ἀφῆτε... ἀφήσει καὶ ὑμῖν”. Να το μυστήριο. Να η ανάσταση. Η συγχώρεση δεν είναι αδυναμία – είναι η δύναμη να πεθάνω εγώ, για να ζήσει ο άλλος. Κι εκεί, μέσα στο σκοτάδι του πόνου, να ανατείλει φως. Συγχώρησα; Όχι όπως Εκείνος. Κράτησα μικρές φυλακές στην καρδιά μου για όσους με πλήγωσαν. Και σήμερα με ρωτά ο Κύριος: “Θες να είσαι ελεύθερος ή δικαιωμένος; Θες να ζήσεις ή να έχεις δίκιο;”

Νηστεύω; Ναι, αλλά φανερά. Νηστεύω για να με δουν. Νηστεύω για να μετρήσω κάτι. Κι όμως, Εκείνος μου λέει: “Λούσου, άλειψε το πρόσωπό σου, απόκρυψε τη θυσία σου και ζήσε για τα μάτια του Πατρός σου”. Τι λόγος, Χριστέ μου... Να είμαι στο κρυφό, στο αφανές, στο μυστικό. Εκεί που κανείς δεν με επαινεί – μόνο Εσύ με βλέπεις. Και εκεί, να ξανανθίσω.

Όπου ο θησαυρός σου, εκεί και η καρδιά σου. Δεν μπορώ να το κρύψω άλλο. Η καρδιά μου σκορπίζει όταν χτίζω πάνω στη γη. Θέλω να επιστρέψω. Θέλω η νηστεία μου να γίνει κραυγή επιστροφής. Θέλω να συγχωρώ όχι από καθήκον, αλλά γιατί κατάλαβα πόσο με συγχώρησες. Θέλω να αγαπώ όχι για να αγαπηθώ, αλλά γιατί Εσύ πρώτος με αγάπησες.

Και τώρα, πριν μπούμε στην έρημο της Μ. Τεσσαρακοστής, σε αυτή τη μέρα με παλιές αναμνήσεις, σε αυτή τη μέρα της Τυρινής που σβήνει το φως των κοσμικών γλεντιών, ένα φως άλλο ανατέλλει. Το φως του μυστικού αγώνα. Εκεί θα είμαι, Κύριε. Στο ταπεινό κελί της καρδιάς. Και αν με ρωτήσεις τι είναι ο θησαυρός μου, θα σου δείξω Εσένα.

Το Άγιο Νήμα, δεν κόπηκε. Τεντώνεται ίσως, πονά, αλλά δεν σπάει. Είμαι ακόμα εδώ. Και γράφω για να θυμάμαι. Κι αν έρθει η ώρα μου να σωπάσω, ας μείνει αυτός ο λόγος ζωντανός:

"Όπου είναι ο Χριστός, εκεί είναι και η καρδιά μου. Εκεί είναι και η ζωή μου."

2. «ΕΝ ΤΩ ΚΡΥΠΤΩ» — Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
Κήρυγμα – Κυριακή της Τυρινής

Αδελφοί μου, ο Χριστός δεν ήρθε να στολίσει τη ζωή μας, αλλά να την ανατρέψει. Δεν ήρθε να κάνει καλύτερους τους φαρισαίους μέσα μας, αλλά να τους σταυρώσει. Κι έρχεται σήμερα, λίγο πριν μπούμε στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, και μας δίνει τρία σπαθιά: συγχώρησηνηστείαθησαυρός.

Πρώτα, η συγχώρηση:
«Ἐὰν ἀφῆτε... ἀφήσει καὶ ὑμῖν.»
Η καρδιά δεν ανοίγει στον Θεό όσο κρατά σφιχτά τη μνησικακία. Μπορούμε να νηστεύουμε, να προσευχόμαστε, να εξομολογούμαστε... αλλά αν δεν συγχωρούμε, είμαστε νεκροί με ευσέβεια. Ο Πατήρ οὐράνιος δεν αναγνωρίζει τα παιδιά Του από τα λόγια τους, αλλά από την καρδιά τους. Κι αν δεν συγχωρήσουμε, είναι σαν να Του λέμε: «Μη με συγχωρείς κι Εσύ».

Η συγχώρηση δεν είναι συναίσθημα – είναι απόφαση σταυρική. Είναι το να σκοτώσω μέσα μου την απαίτηση για δικαίωση. Και όταν συγχωρώ, δεν ελευθερώνω τον άλλον... ελευθερώνω τον εαυτό μου.

Ύστερα, ο λόγος Του για τη νηστεία:
«Μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταί…»
Μας φανερώνει εδώ κάτι συγκλονιστικό: ότι η νηστεία μπορεί να γίνει παγίδα εγωισμού. Μπορεί να γίνει θέατρο. Να αποζητούμε να μας βλέπουν, να μας χειροκροτούν. Κι όμως, Εκείνος λέει: πλύσου, άλειψε το πρόσωπό σου, κρύψου.

Η νηστεία δεν είναι εξωτερική πράξη. Είναι εσωτερικός σεισμός. Είναι να λείπει κάτι από το σώμα για να φωνάξει η ψυχή. Δεν είναι δίαιτα· είναι έρωτας. Δεν είναι τυπικό· είναι πυρ.

Και τότε έρχεται το τρίτο πλήγμα:
«Μὴ θησαυρίζετε ἐπὶ τῆς γῆς… θησαυρίζετε ἐν οὐρανῷ»
Ο Χριστός δεν μας καλεί να μισήσουμε τα πράγματα της γης, αλλά να μην τα λατρέψουμε. Ο θησαυρός είναι ό,τι αγαπώ πιο πολύ. Αν είναι χρήματα, δόξα, άνθρωποι, γνώμη των άλλων – τότε εκεί είναι η καρδιά μου, και άρα εκεί θα πεθάνω.

Αν όμως ο θησαυρός μου είναι το βλέμμα του Πατρός, η ελπίδα της αιωνιότητας, η συγχωρημένη καρδιά, τότε εκεί — στον Ουρανό — θα ζήσει και η καρδιά μου.

Αδελφέ μου, αδελφή μου, μην ξεγελαστείς. Δεν μας σώζει η εξωτερική ευσέβεια. Δεν μας λυτρώνει η γνώση ή η ηθική μας. Μας σώζει ο Χριστός μόνο – και η καρδιά που Του μοιάζει.

Συγχώρησε. Νήστεψε αθόρυβα. Θησαύρισε εκεί που ούτε σκουλήκι τρώει, ούτε χρόνος γερνά, ούτε άνθρωπος κλέβει.

Ζήσε «ἐν τῷ κρυπτῷ» και ο Πατέρας σου θα σε φανερώσει στο Φως.

Αυτός είναι ο δρόμος της Τεσσαρακοστής. Όχι τελετουργία. Όχι κανόνας. Αλλά επιστροφή. Μετάνοια. Δάκρυ. Και ανάσταση.

Ας τον βαδίσουμε με καρδιά συντετριμμένη. Ας κρατήσουμε το Άγιο Νήμα, δεμένο γύρω από την καρδιά μας, για να μη χαθούμε στον δρόμο. Εκείνος μας περιμένει στην άκρη της ερήμου. Με σταυρωμένα χέρια… και αναστημένη αγάπη.

Αμήν.

3. Εσωτερικός Μονόλογος με Ερωτήσεις – Κυριακή της Τυρινής
Ματθ. 6:14–21

Πού πήγε η καρδιά μου;

Πού την άφησα; Στο βλέμμα κάποιου που δεν με κατάλαβε; Στη φωνή κάποιου που με πρόδωσε; Σε μια παλιά αδικία που ποτέ δεν ξέχασα;
Πού πήγε η καρδιά μου, Κύριε;

Μου λες σήμερα:
«Ὅπου ἐστὶν ὁ θησαυρός σου, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία σου.»
Κι εγώ σε ρωτάω:
Ποιος είναι ο θησαυρός μου στ’ αλήθεια;
Τι με νοιάζει περισσότερο απ’ όλα;
Για ποιον χτυπά η καρδιά μου μέσα στη σιωπή; Για Εσένα ή για εμένα;

Και αν όντως Σε αγαπώ, γιατί φοβάμαι να συγχωρήσω;

Λες:
«Ἐὰν ἀφῆτε… ἀφήσει καὶ ὑμῖν»
Αλλά τι θα πει ν’ αφήσω;
Να ξεχάσω τον πόνο; Να διαγράψω την προδοσία; Να παραιτηθώ από το δίκιο μου;
Κι αν δεν συγχωρώ, μήπως τελικά δεν γνωρίζω τι θα πει να είμαι συγχωρημένος;
Μήπως, όσο κρατάω τον άλλον φυλακισμένο, είμαι εγώ ο αλυσοδεμένος;

Κι όταν νηστεύω…
Για ποιον νηστεύω;

Νηστεύω από συνήθεια; Από τύψη; Από υπερηφάνεια;
Ψάχνω να βρω λόγο που λείπει το φαγητό απ’ το τραπέζι μου, αλλά…
λείπει Εσύ απ’ το τραπέζι της καρδιάς μου.
Μου λες:
«Νίψαι, άλειψε, κρύψου. Ο Πατήρ σου βλέπει ἐν τῷ κρυπτῷ.»
Κι εγώ σε ρωτώ:
Μου αρκεί να με βλέπεις μόνο Εσύ; Ή θέλω κι άλλους να με αναγνωρίσουν, να με επαινέσουν, να με πουν «καλό παιδί»;

Κύριε…
Ποιο είναι το κρυφό μου δωμάτιο;
Το βρήκα ποτέ στ’ αλήθεια ή πάντα προσποιούμουν;
Προσεύχομαι όταν δεν με βλέπει κανείς; Δίνω όταν δεν το μαθαίνει κανείς;
Αγαπώ όταν δεν θα αγαπηθώ πίσω;

Και πες μου…
Γιατί φοβάμαι τόσο να μείνω μόνος με Εσένα;
Γιατί η σιωπή με τρομάζει;
Γιατί με γυρνά πίσω στα λάθη μου και δεν με σπρώχνει προς την αγκαλιά Σου;

Μήπως…
Μήπως δεν Σου παρέδωσα ακόμη την καρδιά μου;

Λες να θησαυρίσω στον ουρανό…
Αλλά πώς γίνεται αυτό, Κύριε;
Με ποια πράξη; Με ποια αγάπη; Με ποια συγχώρεση;
Τι σημαίνει να χτίσω κάτι που δεν θα χαθεί;
Τι σημαίνει να ζω για το αιώνιο μέσα στο φθαρτό;

Και τελικά…
Θέλω τον Παράδεισο, ή απλώς δεν θέλω την Κόλαση;

Θέλω Εσένα, ή θέλω απλώς τη γαλήνη Σου;

Αν σήμερα σταματούσαν όλα,
και με ρωτούσες με μάτια που βλέπουν μέχρι μέσα μου:
«Πού είναι ο θησαυρός σου, παιδί Μου;»
τι θα Σου απαντούσα;

Θα έδειχνα ένα πρόσωπο, μια ανάμνηση, ένα όνειρο που πέθανε;
Ή θα Σε έδειχνα Εσένα, Κύριέ μου, Θεέ μου, Φίλε μου, Λυτρωτή μου;

Αν είσαι ο θησαυρός μου, τότε γιατί δεν ζω σαν να είσαι;
Γιατί τρέμω μην χάσω τα υπόλοιπα;

Κύριε…

Θέλω να Σου δώσω την καρδιά μου.
Αλλά πες μου:


πώς ξεκολλάει από τη γη και ανεβαίνει στον Ουρανό;

1. Η Κυριακή που δεν γελάω πια

Κάποτε γελούσα κι εγώ την Κυριακή της Τυρινής.
Φορούσα μάσκες, χόρευα, έτρωγα, έλεγα: «Έτσι είναι η ζωή».
Νόμιζα πως ήταν μια μέρα διασκέδασης πριν τη νηστεία.
Μια ανάσα…
Πριν την υποκρισία που ονόμαζα μετάνοια.

Μα μια μέρα, δεν άντεξα άλλο.
Σταμάτησα.

Και είδα γύρω μου ανθρώπους ντυμένους με ψεύτικα χρώματα,
κι όμως τα μάτια τους ήταν θλιμμένα.
Χαμόγελα φτιαχτά. Γλέντια γεμάτα από μεθύσι.
Κι εγώ στη μέση,
αναρωτιόμουν:

Πού είναι ο Χριστός σ’ αυτό το πανηγύρι;

Και τότε με διαπέρασε το Ευαγγέλιο αυτής της ημέρας.
Όχι σαν θεωρία.
Αλλά σαν μαχαίρι:

«Συγχώρησε. Μη φανείς. Νήστεψε σιωπηλά. Θησαύρισε αλλού.»

Και πιο βαθιά απ’ όλα:
«Ὅπου ἐστὶν ὁ θησαυρός σου, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία σου.»

Μα εγώ, που ήταν ο θησαυρός μου;
Σε φιλίες που με πρόδωσαν;
Σε πάθη που με άδειασαν;
Σε εικόνα εαυτού που δεν άντεχα πια να κοιτάζω;

Όχι, δεν γελώ πια την Κυριακή της Τυρινής.
Τώρα, την τρέμω.
Γιατί με ρωτά ευθέως:


«Έχεις συγχωρήσει πριν ξεκινήσεις τη Σαρακοστή;
Ή νηστεύεις και κουβαλάς μαζί σου μίσος;»

Και εγώ…
αν είμαι ειλικρινής…
δεν είχα συγχωρήσει.

Ούτε τον άλλον.
Ούτε τον εαυτό μου.

Και μπροστά σε αυτόν τον καθρέφτη,
δεν ήθελα άλλο το τυρί.
Ούτε τον θόρυβο.
Ήθελα σιγή και λύτρωση.

Αγάπησα την Κυριακή αυτή όταν έπαψε να με διασκεδάζει
και άρχισε να με σώζει.

Σήμερα, λοιπόν, σε γράφω εσένα,
σε όποιον φοράει ακόμα τη μάσκα και νομίζει ότι γελά:

Δεν σε κατηγορώ.
Σε γνωρίζω.
Ήμουν εσύ.

Αλλά αν ακούσεις την ψιθυριστή φωνή του Ευαγγελίου απόψε…
Αν βγάλεις τη μάσκα και σταθείς μπροστά Του γυμνός…
Αν πεις ένα μόνο «συγγνώμη» σε αυτόν που σου σταύρωσε την καρδιά…

Θα δεις.
Η Τεσσαρακοστή δεν θα είναι καθήκον.
Θα γίνει επιστροφή.

Και τότε δεν θα φοβάσαι την έρημο.
Θα την περπατάς με την καρδιά γυμνή…
και τον Ουρανό, ανοιχτό.

2. Δεν πετάει ο χαρταετός αν δεν γονατίσει πρώτα η καρδιά

Καθαρά Δευτέρα.
Μέρα που τα παιδιά γελούν και οι μεγάλοι ξεχνούν.
Μέρα με ουρανό γεμάτο χρώμα,
και ψυχές γεμάτες θόρυβο.
Μέρα με νηστεία στο πιάτο…
και ακαθαρσία στην καρδιά.

Κάποτε την περίμενα με λαχτάρα.
Πίτες, ελιές, λαγάνες, αετοί.
Μια «γιορτή» πριν τον κόπο.
Ένας χαρταετός για να αισθανθώ ελεύθερος…
χωρίς να αλλάξω τίποτα μέσα μου.

Μα φέτος, κάτι μέσα μου λύγισε.
Κάτι ψιθύρισε:


«Πού πας με τόσο βάρος;

Πού πας χωρίς συγχώρεση;

Πού πας χωρίς δάκρυ;»

Και έσκυψα. Και ρώτησα:

– Κύριε, γιατί τη λέμε «Καθαρά» Δευτέρα;
Είναι γιατί καθαρίσαμε το τραπέζι μας απ’ το κρέας;
Ή μήπως γιατί καθαρίσαμε την καρδιά μας από τον εγωισμό;

Κι Εκείνος, σιωπηλά, μου αποκρίθηκε με τη μνήμη Του:

«Εγώ δεν πέταξα στον ουρανό…
μέχρι που πρώτα γονάτισα στον κήπο των Ελαιών.
Δεν αναστήθηκα…
αν πρώτα δεν κατέβηκα στα βάθη του Άδη.
Ούτε εσύ θα καθαριστείς…
αν δεν σταθείς ενώπιόν Μου με όλη σου τη βρωμιά.
Όχι για να σε κρίνω.
Αλλά για να σε πλύνω.»

Και τότε κατάλαβα.
Η καθαρότητα δεν είναι διατροφικό πρόγραμμα.
Είναι σχέση.

Είναι να πλησιάζω τον Θεό χωρίς ψευτιές.
Χωρίς μάσκες.
Χωρίς το «καλά είμαι, όλα καλά».

Είναι να Του πω:
«Δεν είμαι καλά, Κύριε.
Δεν συγχώρεσα.
Δεν μετάνιωσα.
Δεν αγαπώ Εσένα περισσότερο απ’ τον εαυτό μου.
Μα Σε θέλω. Σε διψώ.
Κάνε με καθαρό.»

Και Εκείνος…
αντί να αποστραφεί,
με πήρε στην αγκαλιά Του.
Και μου είπε:

«Όταν καταλάβεις πως μόνο Εγώ μπορώ να σε καθαρίσω,
τότε αρχίζει η Σαρακοστή.
Όχι σαν υποχρέωση,
αλλά σαν ερωτική επιστροφή.»

Αδελφοί μου,
δεν πετάει ο χαρταετός επειδή έχει χρώμα.
Ούτε επειδή είναι ελαφρύς.
Πετάει επειδή κάποιος τον κράτησε χαμηλά,
τον άφησε στο χώμα,
τον έδεσε με νήμα,
και τον άφησε να παλέψει με τον άνεμο.

Έτσι πετά και η ψυχή.

Όχι με φιέστες,
αλλά με μετάνοια.

Όχι με τραγούδια,
αλλά με σιγή και επιστροφή.

Όχι με λαγάνες,
αλλά με ψίχουλα ταπείνωσης.

Γι’ αυτό σήμερα,
δεν γιορτάζω την Καθαρά Δευτέρα με χαρταετούς.
Την γιορτάζω με δάκρυ.
Με ένα «συγγνώμη».
Με μια νηστεία αληθινή.

Όχι μόνο απ’ το λάδι.
Αλλά κι απ’ το ψέμα.
Απ’ το θυμό.
Απ’ το παλιό μου εγώ.

Καθαρά Δευτέρα είναι όταν Του ανοίγεις την καρδιά
και Του λες:

«Πλύνε με, Κύριε,
και θα γίνω λευκότερος από χιόνι.»

3. Κύριε… Μπορείς να με μάθεις να επιστρέφω;

– Κύριε… μπορώ να Σου μιλήσω;

– Μίλα, παιδί Μου. Εδώ είμαι. Στην άκρη της σκέψης σου, στο βάθος της καρδιάς σου. Πάντα εδώ.

– Δεν ξέρω πώς να αρχίσω.
Έρχομαι από καρναβάλια. Από μάσκες. Από φαγητά. Από πρόσωπα που γελούσαν χωρίς χαρά.
Και τώρα μπαίνω στην Καθαρά Δευτέρα…
και νιώθω βρώμικος.
Άδειος.
Φοβισμένος.

– Καλώς ήρθες. Αυτός είναι ο τόπος της επιστροφής. Δεν απαιτώ να είσαι καθαρός. Μόνο να είσαι αληθινός.

– Κύριε… γιατί ζητάς να συγχωρήσω; Δεν ξέρεις τι μου έκαναν; Δεν είδες πώς με πλήγωσαν; Πόσο με πρόδωσαν;

– Το είδα. Έκλαψα. Το κουβάλησα.
Αλλά Εγώ, παιδί Μου, Σε συγχώρεσα πρώτος.
Και αν δεν αφήσεις αυτά που σε κρατούν κάτω, πώς θα πετάξεις;
Η συγχώρεση δεν είναι άρνηση του πόνου. Είναι θυσία του δικαιώματος να κρατήσεις το μίσος.
Είναι η αρχή της Ανάστασης.

– Και η νηστεία, Κύριε; Σε τι Σου χρειάζεται η στέρηση μου; Εγώ την κάνω, κι όμως μέσα μου είμαι ακόμη γεμάτος κακία. Αξίζει;

– Η νηστεία δεν είναι για Μένα. Είναι για εσένα. Είναι το ξύπνημα της ψυχής που κοιμόταν μέσα στην ευκολία.
Νηστεία δεν είναι να μην φας.
Είναι να σταματήσεις να τρως τον άλλον με το βλέμμα.
Να σταματήσεις να καταπίνεις τις μέρες χωρίς προσευχή.
Να πεινάσεις… για Μένα.

– Μα Κύριε, εγώ δεν Σε πεινώ πια όπως παλιά. Σε θέλω… αλλά είμαι ψυχρός. Δεν καίγομαι όπως τότε. Τι μου συμβαίνει;

– Δεν Σε κατηγορώ. Ξέρω την κόπωση. Ξέρω το άδειασμα. Αλλά μέσα στην ψυχρότητα υπάρχει σπίθα. Και Εγώ φυσώ απαλά, όχι για να την σβήσω, αλλά για να την ανάψω ξανά.

– Πες μου, τότε… γιατί όλος αυτός ο κόσμος γιορτάζει χωρίς να Σε θυμάται; Γιατί σε μέρες όπως την Τυρινή και την Καθαρά Δευτέρα, Σε ξεχνούν όλοι και πετούν χαρταετούς μέσα σε λάσπη;

– Γιατί πονάνε, παιδί Μου. Και δεν ξέρουν πού να πάνε με τον πόνο τους.
Ο κόσμος γελά για να μην ακούσει το κλάμα μέσα του.
Μα εσύ… μη θυμώσεις. Προσευχήσου. Γονάτισε και κράτα τους κοντά Μου. Όχι με λόγια, αλλά με την καρδιά σου.

– Θέλω να επιστρέψω, Κύριε. Όχι απλώς να νηστέψω. Θέλω να Σου δώσω την καρδιά μου ξανά.
Μπορείς να με μάθεις να επιστρέφω;

– Σε μαθαίνω τώρα. Κάθε ανάσα σου είναι βήμα.
Κάθε δάκρυ, μία επιστροφή.
Κάθε φορά που λες: «Κύριε, ελέησον», ανοίγει ο δρόμος.

– Θα τον περπατήσω, Κύριε. Όσο κι αν κουράζομαι. Θα μπω στην έρημο της Σαρακοστής, όχι γιατί είμαι άξιος, αλλά γιατί Σε διψώ.

– Κι Εγώ σε περιμένω στο τέλος της. Όχι με τιμωρία.
Αλλά με Σταυρό, και αμέσως μετά… Ανάσταση.

4.«Κύριε, αν δεν μπορώ να νικήσω, δίδαξέ με να μην φύγω…»

Κύριε,
δεν Σου φέρνω αρετές για να μπω στη Σαρακοστή.
Σου φέρνω τραύματα.
Δεν κρατώ χρυσάφι νηστείας,
αλλά στάχτη από τις μέρες που Σε ξέχασα.

Δεν μπήκα στο στάδιο για να φανώ δυνατός.
Μπήκα για να πέσω στα γόνατα και να Μάθω να αγαπώ.

Και το ξέρεις, Κύριε...
θα κουραστώ.
Θα ξεχάσω.
Θα θυμώσω.
Θα πεινάσω όχι μόνο στο σώμα,
αλλά και στο πνεύμα.

Μα σε παρακαλώ:
Μη με αφήσεις να φύγω.
Μη με αφήσεις να γυρίσω πίσω πριν Σε δω.

Δίδαξέ με να σηκώνομαι όταν πέφτω.
Δίδαξέ με να σωπαίνω όταν θέλω να δικαιωθώ.
Δίδαξέ με να συγχωρώ, όχι για να ξεχάσω,
αλλά για να μοιάσω με Εσένα.

Σ’ αυτό το στάδιο, Κύριε,
δεν ήρθα για να κερδίσω τον ουρανό με τις δυνάμεις μου.
Ήρθα για να παραδοθώ.
Για να Σου δώσω αυτό που με βαραίνει.
Για να κάνεις εσύ τον αγώνα μέσα μου.

Αν δεν μπορώ να αγαπήσω,
Εσύ γίνε η αγάπη μου.

Αν δεν μπορώ να συγχωρήσω,
Εσύ γίνε η συγχώρεσή μου.

Αν δεν μπορώ να προσευχηθώ,
Εσύ γίνε η προσευχή που ανεβαίνει στον Πατέρα.

Και σαν έρθει η νύχτα της Μεγάλης Εβδομάδας…
μη με βρεις έξω από το Νυμφώνα.
Μη με βρεις κουρασμένο και απελπισμένο.

Βρες με γονατισμένο.
Βρες με μετανιωμένο.
Βρες με να Σε περιμένω.

Γιατί μπορεί να μην αξίζω τον Παράδεισο…
αλλά ποθώ Εσένα.

Και αν τελικά κερδίσω κάτι από τούτο το στάδιο,
ας είναι μόνο το να γίνω άνθρωπος που αγαπά όπως Εσύ.

Αμήν.

Φλέγων Νηρεύς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

.

.

Δημοφιλείς αναρτήσεις