O Ταΰγετος, τραχύς και θυελλώδης στα μεγάλα ύψη του, γλυκαίνει κατεβαίνοντας προς το Ταίναρο. Οι πρώτες νοτιοανατολικές πλαγιές, από το μοναστήρι της Παναγίας της Γιάτρισσας και κάτω, απότομες και δύσκολες, μα γεμάτες αυτοφυή έλατα, καστανιές, κουμαριές και ρείκια που προσελκύουν τις μέλισσες.
Νοτιότερα ακολουθούν λόφοι αλλεπάλληλοι, με ελαιώνες μοναδικούς ανεπτυγμένους σε αναβαθμίδες, λούρες τις λένε οι ντόπιοι, χτισμένες με τα χέρια στο διάβα των αιώνων για να συγκρατούν το χώμα. Και εντός τους διάσπαρτα αμπέλια, συκιές, αχλαδιές, μηλιές, βατόμουρα, αγριοράδικα και μαζί οβριές και σπαράγγια, της άνοιξης γεννήματα.
Το τοπίο συντίθεται από χαράδρες, σπήλαια, χειμάρρους, άπειρες πηγές πόσιμου νερού και τον μνημονευόμενο από τον Παυσανία ποταμό Σμύνους, οι όχθες του οποίου φημίζονται για τα εύγευστα πορτοκάλια τους.
Μέλισσα, Κόκκινα Λουριά, Αγιος Νικόλαος, Σελεγούδι και Καστάνια τα χωριά που ορίζουν την εύφορη τούτη ζώνη. Απέναντί τους στέκουν η Κοτσατίνα (Σπαρτιά), η Αρνα, τα Τσέρια (Αγια – Μαρίνα), η Παλαιόβρυση, η Λεμονιά, η Πετρίνα, το Προσήλιο και στην έξοδο του ποταμού Σμύνους προς τον κάμπο του Γυθείου το Αρχοντικό.
Οι Αρπυιες και ο πατέρας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη
Ιστορικές κοινότητες πνιγμένες σε μύθους και πραγματικότητες, που έθρεψαν γενιές και γενιές νεοελλήνων. Εδώ τιμήθηκαν οι Αρπυιες, τα γυναικόμορφα μυθολογικά αρπακτικά πουλιά που συμβόλιζαν τους θυελλώδεις βορεινούς ανέμους και στην αυτή ζώνη περισσεύουν ξεχωριστοί βυζαντινοί ναοί, χτισμένοι ανάμεσα στους ελαιώνες.
Στον πύργο του Παναγιώταρου Βενετσανάκου στην Καστάνια βρήκε καταφύγιο ο διωκόμενος από τους Τούρκους Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, πατέρας του Θεόδωρου. Στην Πετρίνα ιδρύθηκε το 1915 ο αρχαιότερος συνεταιρισμός παρθένου ελαιολάδου και στην Αρνα στα χρόνια του Μεσοπολέμου σε δημόσιες δημοπρασίες προσδιορίζονταν οι τιμές των καρυδιών.
Στη διάρκεια των μεταπολεμικών δεκαετιών η περιοχή μπόρεσε να διαχειριστεί τα πάθη και τα μίση της Κατοχής και του Εμφυλίου, έζησε κάμποσες δεκαετίες σκληρών και επίπονων προσπαθειών των ταπεινών κατοίκων της για ευημερία και προκοπή. Οι τσακισμένες μεταπολεμικές γενιές δούλεψαν σκληρά, διατήρησαν και επαύξησαν τον πλούτο της περιοχής, το λάδι παρέμεινε ξακουστό, επειδή ο ελαιοκαρπός πάει στα λιοτρίβια αυθημερόν λίγες ώρες μετά τη συγκομιδή του, πριν οξειδωθεί. Τα σύκα επίσης παρέμειναν βασική καλλιέργεια για κάμποσες δεκαετίες. Τα παιδιά τους ωστόσο ακολούθησαν την οδό της αστυφιλίας, τα περισσότερα σπούδασαν, έγιναν γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, εκπαιδευτικοί και εγκατέλειψαν τα χωριά τους, αρκετά και την ίδια τη χώρα, όπως συνέβη σχεδόν σε όλη την Ελλάδα.
Το πρώτο κύμα εγκατάλειψης
Τα σήματα εγκατάλειψης και υποχώρησης άρχισαν να δίδονται από τη δεκαετία του ’80 ακόμη. Εκείνο το πρώτο κύμα πληθυσμιακής συρρίκνωσης και παρακμής καλύφθηκε εν μέρει από τη μαζική προσέλευση μεταναστών αλβανικής καταγωγής στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Οι ελαιώνες καλλιεργήθηκαν με επιμέλεια και πάλι, τα σπίτια επισκευάστηκαν, τα χωριά διασώθηκαν.
Τριάντα πέντε χρόνια αργότερα οι μετανάστες από τη γειτονική χώρα εξελίχθηκαν, αστικοποιήθηκαν και αυτοί με τη σειρά τους, άλλαξαν δουλειές, κάλυψαν τα κενά της οικοδομικής δραστηριότητας, κινήθηκαν προς τις πιο προσοδοφόρες τουριστικές δραστηριότητες και αρκετοί αναζήτησαν καλύτερη τύχη και ζωή στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Σήμερα η συγκεκριμένη ζώνη, όπως και οι περισσότερες της ελληνικής υπαίθρου, βιώνουν ένα δεύτερο κύμα πληθυσμιακής συρρίκνωσης και οικονομικής οπισθοχώρησης. Ο πληθυσμός γερνάει επικίνδυνα. Πλέον στα προαναφερθέντα χωριά του νοτιοανατολικού Ταϋγέτου οι μόνιμοι κάτοικοι σπάνια ξεπερνούν τους πενήντα στο καθένα από αυτά. Και η μέση ηλικία τους ξεπερνά τα 60-65 χρόνια. Μετρημένες στα δάχτυλα είναι πια οι οικογένειες νέων με παιδιά που κατοικούν μόνιμα στα συγκεκριμένα χωριά και βιοπορίζονται δραστηριοποιούμενοι στην ευρεία αυτή ελαιοκομική ζώνη χιλιάδων στρεμμάτων.
Κοινή είναι η πεποίθηση ότι προϊόντος του χρόνου και στον βαθμό που διατηρηθούν οι τρέχουσες τάσεις πληθυσμιακής συρρίκνωσης, οι ελαιώνες θα αγριέψουν, η παραγωγή θα υποχωρήσει και ένα σπάνιο απόθεμα φυτικού πλούτου θα κινδυνεύσει να χαθεί. Και μαζί τους θα κινδυνεύσει και το οικιστικό απόθεμα της περιοχής, το οποίο είναι αρχιτεκτονικά ζηλευτό, καθώς ακολουθεί το τυπικό των βυζαντινών πετρόχτιστων δίπατων σπιτιών με τις καμάρες και τα συνοδά υποστατικά των ζώων, που σήμερα έχουν μετατραπεί σε δροσερά υπνοδωμάτια για τις θερμές ώρες του απομεσήμερου. Για να μη μιλήσουμε για το πολιτισμικό απόθεμα της περιοχής, που έχει τις ρίζες του στα χρόνια των ελευθερολακώνων.
«Ανάσταση» μόνον τον Αύγουστο
Η αλήθεια είναι ότι κάθε Αύγουστο τα χωριά ανασταίνονται. Οι νεότερες γενιές, τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονα των καλλιεργητών της μεταπολεμικής περιόδου, καταφθάνουν μαζικά τις μέρες κοντά στον Δεκαπενταύγουστο, τα σπίτια ανοίγουν, οι πλατείες γεμίζουν, τα πανηγύρια προσελκύουν πολλούς, οι χοροί και τα τραγούδια διαρκούν μέχρι το ξημέρωμα.
Τα αυγουστιάτικα ανταμώματα, που οργανώνονται από πρωτοβουλίες τοπικών συλλόγων, είναι μαζικά, δηλώνουν πίστη στην αξία των τόπων και φανερώνουν αγωνίες υπαρξιακές. Αναβιώνουν ήθη, έθιμα, παιχνίδια αρχέγονα, από τις αμάδες και τα εννιάπετρα μέχρι τα μήλα, παρασκευάζουν τοπικά γλυκά, ξυπνώντας μνήμες και ενδιαφέρον.
Εσχάτως έχουν παρατηρηθεί και ιδιωτικές – ατομικές πρωτοβουλίες αναγέννησης των χωριών και ανάδειξης του συσσωρευμένου πλούτου. Προσεγμένες αναπαλαιώσεις σπιτιών, μικρές μονάδες φιλοξενίας, ταπεινά μα ελκυστικά καφενεία ανασυστήνονται, δημιουργώντας την αίσθηση ότι κάποιοι, έστω μεμονωμένοι, πιστεύουν στην αξία των απειλούμενων με εγκατάλειψη τόπων. Μπορεί να μην έχουν την ελκυστικότητα των τουριστικών περιοχών, ωστόσο διατηρούν πλεονεκτήματα, παραγωγικά και άλλα, που υποστηριζόμενα θα μπορούσαν να προσφέρουν ευκαιρίες αναγέννησής τους.
Το πρόβλημα εγκατάλειψης, παραγωγικής υποβάθμισης και πληθυσμιακής συρρίκνωσης δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη ζώνη. Συναντάται σε όλη την ύπαιθρο χώρα. Στην αρχή της νέας χιλιετίας μια πρωτοβουλία για την ανάδειξη των ιστορικών παραδοσιακών κοινοτήτων και οικισμών επέτρεψε με ελάχιστους πόρους να αναγεννηθούν οικιστικά και να ανασυγκροτηθούν οικονομικά τα χωριά του Πηλίου, τα Ζαγοροχώρια, το Νυμφαίο και άλλα. Μια αντίστοιχη πρωτοβουλία, συνδυασμένη με κίνητρα για τη μετοίκηση και την ανάδειξη τοπικών προϊόντων και παραγωγικών δυνατοτήτων, θα μπορούσε να αντιστρέψει τις τρέχουσες τάσεις.
Και η κυβέρνηση;
Δεν ξέρουμε πόσο απασχολεί την κυβέρνηση το πρόβλημα της υπαίθρου και πόσο διατεθειμένη είναι η κυβέρνηση να αναλάβει δράση μεταφέροντας έστω λίγους πόρους προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι κρίμα να αφεθεί στην τύχη του, με κίνδυνο να χαθεί το τριπλό απόθεμα φυτικού, οικιστικού και πολιτισμικού κεφαλαίου των ελληνικών κοινοτήτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου